Από την Παρασκευή 11 Ιουλίου και μέχρι τις 20 του μήνα, οι Βρυξέλλες αναβιώνουν την μεσογειακή παράδοση των θερινών σινεμά -παρά την αναντιστοιχία των καιρικών συνθηκών. Σε δέκα διαφορετικά -και παραγνωρισμένα- σημεία της πόλης, προβάλλονται ευρωπαϊκές ταινίες σε ανοιχτούς χώρους ειδικά διαμορφωμένους -όπως το αίθριο ενός πολιτιστικού κέντρου, μια πλατεία ή ένα παρκάκι.

Η ιδέα είναι να δωθεί η ευκαιρία στους κατοίκους της πόλης να βρεθούν σε γωνιές της που δεν θα επισκέπτονταν αλλιώς, και να νιώσουν για λίγο πως ζουν κάπου στο νότο. Παράλληλα, δίνεται η ευκαιρία να προωθηθεί ο ευρωπαϊκός/μεσογειακός κινηματογράφος και να αναβιωθεί ένα μεσογειακό έθιμο, που ακόμα και στο νότο σιγά σιγά χάνεται. Όλα αυτά θα ήταν ιδανικά, αν δεν χρειαζόταν να ανοίγουμε και τις ομπρέλες μας στο μέσον της προβολής!

Η πρώτη ταινία που είδαμε ήταν η γαλλο-λιβανέζικη παραγωγή Caramel της Nadine Labaki. To Caramel -όχι άδικα- θεωρήθηκε η λιβανέζικη «Πολίτικη Κουζίνα». Η λογική είναι παρόμοια, αλλά η οπτική γωνία σαφώς πιο γυναικεία. Η ταινία παρουσιάζει με αρκετή ευαισθησία και χιούμορ τις ζωές και τις ανησυχίες τεσσάρων γυναικών μέσα στα πλαίσια ενός Ινστντούτου ομορφιάς στην Βηρυττό. Μέσα από τις ιστορίες τους ζωντανεύουν τα ντόπια έθιμα, συνήθειες και νοοτροπίες, η αλληλοεμπλοκή των τριών θρησκειών που συνυπάρχουν στον Λίβανο, η σύγκρουση των παραδόσεων με τις επιθυμίες των νέων ανθρώπων: η Λαγιάλ είναι μαρωνίτισσα και ερωτευμένη με έναν παντρεμένο. Όλη της ζωή εξαρτάται από τα απρόσμενα τηλεφωνήματά του και από τα δικά της στα οποία εκείνος δεν απαντά. Η Νισρίν είναι μουσουλμάνα και ετοιμάζεται να παντρευτεί, αλλά δεν ξέρει πώς να διορθώσει το πρόβλημα της χαμένης παρθενιάς της. Η Ρίμα είναι αγοροκόριτσο και προσπαθεί να κρύψει την έλξη της για τις γυναίκες. Η Τζαμάλ φοβάται τα χρόνια που περνούν και η Ρόζα αρνείται να ζήσει, έχοντας αφιερώσει όλη της την ζωή στην φροντίδα της μεγαλύτερης και ημίτρελης αδερφής της.

Παράλληλα με αυτές τις ιστορίες, παρακολουθούμε την καθημερινότητα της Βηρυττού, χωρίς άμεσες αναφορές στα πολιτικά προβλήματα -αν και αυτά αναδύονται με βουβό τρόπο μέσα από τις εικόνες. Η ταινία είναι πολύ τρυφερή, απλή, όσο και ανθρώπινη: πολύ μεσογειακή. Πολύ όμορφη είναι η μουσική επένδυση, ενώ παράλληλα είναι χαρακτηριστικό το πηγαίο χιούμορ της σκηνοθεσίας.

Προσωπική παρατήρηση: οι Λιβανέζες είναι μακράν οι πιο όμορφες γυναίκες της Μεσογείου.

Η δεύτερη ταινία που είδαμε είναι το Exils, με τον (γνωστό από το Auberge espagnole και το Poupées russes) Romain Duris και την αλγερινής καταγωγής βελγίδα Lubna Azabal. Δυο νέοι αλγερινής καταγωγής ξεκινούν από την Γαλλία, για να κάνουν ένα road trip/προσκύνημα στον τόπο καταγωγής των οικογενειών τους: το Αλγέρι. Ο παππούς του Ζάνο ήταν ένας αντι-αποικιοκράτης Γάλλος που πολέμησε με τους Αλγερινούς εναντίον των Γάλλων υπέρ της ανεξαρτησίας της Αλγερίας. Η τιμωρία όσων είχαν επιλέξει αυτή την στάση στον πόλεμο της Αλγερίας, όταν δεν ήταν ο θάνατος, ήταν η εξορία. Η οικογένεια του Ζάνο δεν κατάφερε ποτέ να επιστρέψει στο Αλγέρι. Η Ναϊμά από την άλλη είναι αλγερινή, γενημένη στην Γαλλία, αλλά χωρίς καμία αναφορά στην χώρα καταγωγής της. Δεν μιλά αραβικά, ζει στους δρόμους από τα 14 χρόνια της και δεν νιώθει ούτε αλγερινή, ούτε γαλλίδα: μια κοπέλα χωρίς πατρίδα, χωρίς θρησκεία, χωρίς καταγωγή, ένα περιθωριακό πλάσμα που δεν ανήκει πουθενά και δεν έχει κανένα σημείο αναφοράς.

Οι δυο νέοι ταξιδεύουν με τα πόδια, μέσω Ισπανίας, περνούν χιλιάδες περιπέτειες, συγκρούονται μεταξύ τους, αλλά τελικά φτάνουν στο Αλγέρι για να βρουν, ο ένας το διαμέρισμα του παππού του, απαράλαχτο, όπως το ήξερε από τις οικογενειακές φωτογραφίες -ενώ η άλλη βρίσκει τελικά ένα παρελθόν, ρίζες για να βασίσει την από δω και πέρα ζωή της.

Η ταινία είναι ένα road movie, χωρίς συναισθηματισμούς, πολύ ρεαλιστικό, αλλά αρκετά φλύαρο σε πολλά σημεία, και αρκετά φλου σε κάποια άλλα. H Azabal είναι πολύ καλή, ενώ ο Duris έχει υπάρξει και καλύτερος. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία προσφέρει μια πολύ καλή εικόνα της Αλγερίας σήμερα (με αναφορές στον πολύνεκρο σεισμό, στην θρησκευτική πραγματικότητα, στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα, αλλά και στην φτώχεια) και θίγει ρεαλιστικά τα σημεία προβληματισμού σε σχέση με τη χώρα.

Όσοι έχετε απομείνει στο Βρυξελλοχώρι, έχετε την ευκαιρία να δείτε άλλες οκτώ ταινίες.

___________________________________
*faire son cinema είναι η γαλλική έκφραση που μεταφορικά σημαίνει «παίζω θέατρο».

Advertisements