Αμοργός 

3 Αυγούστου 1995. Δέκα τέσσερις ώρες μέχρι την Αμοργό με κάποια Δημητρουλα. Τότε που νομίζεις πως γίνεται να συμβαίνουν τα πάντα. Εποχές γλυκές σαν ηλικίες που νιώθεις παντοδυναμος επειδή έχεις ένα σάκο στην πλάτη, φίλους καλούς και θάλασσες να σε περιμένουν. Και την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος όλος σου ανήκει.

3 Αυγούστου 2016. Στο καράβι για την Αμοργό, τελευταίο κατάστρωμα, ήλιος κι αέρας, το Αιγαίο στα καλύτερα κέφια του.

Τώρα πια το ταξίδι είναι μόλις 8 ώρες. Πάλι με ένα σάκο στην πλάτη, φίλους καλούς και θάλασσες να περιμένουν.

Τώρα όμως, ο κόσμος όντως σου ανήκει. Τώρα όντως συμβαίνουν τα πάντα. Τώρα έχεις αληθινή δύναμη. Τη δύναμη που πηγάζει από το γεγονός ότι ξέρεις πώς να ρουφηξεις τη ζωή. Γιατί ξέρεις πια τα τερτιπια της και τις δικές σου αδυναμίες, ξέρεις πια πώς να τη χειριστεις, πώς να δεχτείς όσα σου δίνει, να τα κάνεις πιο όμορφα και να τα επιστρεφεις.

Να μην προσδοκας τίποτα, να δέχεσαι αυτό που σου προσφέρεται, να έχεις συνείδηση ότι η ζωή είναι πράξεις, απλά να κάνεις αυτό που σου’ρχεται, να λες αυτό που θες, να εκφραζεις αυτό που νιώθεις.

Να παίρνεις το πλοίο για ένα νησί και μετά για ένα άλλο, ενώ παράλληλα κάνεις καθημερινά το πιο σπουδαίο ταξίδι, την περιπλάνηση στον πλανήτη της ψυχής σου και την εξερεύνηση στους πλανήτες των ανθρώπων που νοιάζεσαι.
Ανάμεσα σε δύο Αυγουστους, μεσολαβησαν δεκάδες μήνες, μισή ζωή πες. Αυτό που μένει είναι οι άνθρωποι και η αγάπη. Κι όλα όσα έδωσες που ήρθαν πίσω πολλαπλασια.

Κι η ευγνωμοσυνη, αυτό το ακριβό συναίσθημα που ξεχειλιζει σαν χειμαρος, σε γεμίζει με σταγόνες χαράς σε ενεσιμη μορφή.

Νιώθουμε μια ταύτιση με τα νησιά, γιατί είμαστε κι εμείς νησιά που μας ενώνει μια κόκκινη θάλασσα φτιαγμένη από τις πράξεις που μας δένουν.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γέμισαν τις μέρες μου, τα νησιά που κουβαλαω μέσα μου.

Καλούς Αυγουστους να’χουμε.

Advertisements

ήταν πολύ νωρίς

Ετικέτες

, ,

13626453_10154317754868430_5106548347614537309_n

Κάθομαι και κοιτάω το άσπρο ηλεκτρονικό χαρτί και σκέφτομαι μονάχα πως το μόνο που λυπάμαι είναι εκείνα τα βράδια που έφυγα νωρίς από την Ιπποκράτους, εκείνα τα Χριστούγεννα που πάλι την είχαμε κλεισει (την Ιπποκράτους ντε) με γέλια και ποτά στα χέρια, κι ίσως να ήταν η τελευταία φορά που σε είδα, και μού’χες φανεί καλά, αλλά έφυγες εσύ πολύ νωρίς.

Εκείνο το βράδυ έφυγες νωρίς. Αλλά και γενικά. Ξαναδιαβάζω τα δώρα και νιώθω πλούσια, δεν ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω, σου χρωστάω ξέρεις πολλά, αλλά δε στό’πα ποτέ, αυτή τη μαλακία κάνουμε μωρέ, νομίζουμε πως θα είμαστε εδώ για πάντα και δεν μιλάμε, δεν λέμε στους ανθρώπους αυτά που λάμπουν στα μάτια μας, το αφήνουμε για αργότερα, μην και μας πέσει η μύτη, και μετά είναι αργά πια και λες γαμώτο, έφυγε, πέρασε η ώρα, πέρασε η μέρα, πέρασε η ζωή -και δεν πρόλαβα.

Πάλι για μένα θα πω, αυτό το «δεν πρόλαβα» δεν παίζει να ξανασυμβεί, άλλαξα ούτε και φαντάζεσαι πόσο, δεν υπάρχει «δεν πρόλαβα», δεν υπάρχει «άστο για αύριο», όχι, αύριο θα είναι αργά, αύριο παίζει και να μην προλάβω, τώρα, τώρα πρέπει, τώρα *θέλω*. Τώρα που το νιώθω, τώρα που έχω τις λέξεις έτοιμες και θέλουν λίγο σπρωξιματάκι για να αρθρωθούν. Λίγο τσιπουράκι.

Λίγο τσιπουράκι, σαν εκείνο που πίναμε στην Ιπποκράτους, γαμώτο σου, και βρίζαμε όλοι μαζί το μλκ τον κουμπάρο σου που γενικά σπαστικός είναι -το ξες- αλλά τους αγαπάμε τους σπαστικούς που μας κάνουν να γελάμε και μπορούμε άνετα να τους βρίζουμε και μετά πάλι να γελάμε.

Άλλαξα που λες. Δεν κάνω πλάνα γιατί βαρέθηκα να κάνω το θεό να γελάει, λέω καλύτερα να γελάω εγώ. Δηλαδή μερικά πλάνα τα κάνω, όχι μόνη, με όσους θέλουν να ακολουθήσουν. Όποιος θέλει καλώς, όποιος δε θέλει κρίμα. Αλλά αν έμαθα κάτι στο ίδρυμά (ξές, το ίδρυμα της Ιπποκράτους), είναι πως είναι καλό να αφήνεις τους ανθρώπους να ανθίσουν, και τα ζιζάνια καλά είναι, γνώση και εμπειρία, ειδικά όταν τα ξεριζώνεις. Πιο καλά όμως ακόμα να ποτίζεις το σπόρο της αμφιβολίας και μετά να τον βλέπεις να θεριεύει.

Όλοι αλλάζουμε, όλα αλλάζουν, αυτή είναι η ουσία στη ζωή, αυτή είναι η ζωή τελικά. Κι ακόμα κι αν μένουμε αμετακίνητοι, πάλι αλλάζουμε, γιατί αλλάζει το πλαίσιο, οπότε αναγκαστικά αμετακίνητος εσύ σε άλλο φόντο, κι αυτό ακόμα συνιστά αλλαγή και εξέλιξη, ανεξάρτητα από σένα. Ανθρώπινο να φοβόμαστε το ξένο, το διαφορετικό, το καινούριο, το άγνωστό. Θαρραλέος δεν είσαι επειδή δε φοβάσαι. Θαρραλέος είσαι όταν φοβάσαι, αλλά παρόλαυτά πηγαίνεις, τολμάς, πράττεις κι ας τρέμεις.

***παύση***
νοτιφικέσιο στο φβ. αυτο.

Πάνω που σκεφτόμουν πως κι ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής. Πάνω που ξαναθυμόμουν την απόλυτη εκλογίκευση αυτού που δε χωράει στο μυαλό του ανθρώπου. «Στις κηδείες δεν κλαίμε για κείνους που έφυγαν. Κλαίμε για εκείνους που έμειναν πίσω, κλαίμε για μας.» Φυσικά. Γιατί ο άλλος την έκανε και πια δε νιώθει, εμείς όμως νιώθουμε ακόμα και ζούμε και όχι, δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Και δεν τη δέχεται βρε αδερφέ την αδικία, δεν την θέλει.

Πάω να γράψω «μου λείπεις». Αντί γι’αυτό προτιμώ να πω πως χαίρομαι που σε γνώρισα, που έζησα το μοίρασμα, την αίσθηση να ξαναγίνομαι μαθήτρια και να ρουφάω την κάθε λέξη, το κάθε πείραγμα, το κάθε απόσταγμα σοφίας που έλαβα από σένα. Χαρά και ευγνωμοσύνη μόνο. Κρίμα για όποιον δεν είχε τη δική μου τύχη, ακόμα χειρότερα για όποιον δεν κατάλαβε. Και ξυπνάει ο ελιτισμός μου και μου ψιθυρίζει πως όποιος δεν κατάλαβε δεν το άξιζε, αλλά δεν είναι ώρα τώρα γι’αυτά. Τέρμα πια με τα δηλητήρια. Αρκετό δηλητήριο κύλησε στις δικές σου φλέβες, φτάνει να καταστρέψει ολόκληρη χώρα.

Εγώ δεν ήμουν εκεί όταν σου είπαν το τελευταίο γεια χαρά. Αλλά νιώθω να φουσκώνω από χαρά και περηφάνεια που ήταν εκεί άνθρωποι που δε σε γνώρισαν καν. Έτσι πρέπει να γίνεται, αυτό είναι το σωστό. Ένα θησαυρό πρέπει να τον μοιραζόμαστε, ακόμα και αν είμαστε πια στο «και πέντε», δεν είναι αργά.

Σαν την αγάπη: όσο πιο πολλή δίνεις, τόσο πιο πολλή έχεις. Χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς αστερίσκους, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς προσδοκίες. Και χωρίς επεξηγήσεις. Αγαπάς γιατί απλά δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Ή αγαπάς ή δεν αγαπάς. Δεν έχει λίγο, πολύ, μέτρια. Δεν είναι καφές η αγάπη. Μερικά μεγέθη είναι απολύτως απόλυτα, και αυτά είναι που αξίζουν, αυτά είναι που γεμίζουν, εκεί είναι η ουσία.

Η αγάπη είναι το αντίθετο της σύγκρισης. Στην αγάπη δε χωρούν τα γιατί. Γιατί έτσι. Γιατί αγάπη. Στην αγάπη δεν υπάρχει το πιο και το λιγότερο. Αγάπη τόσο. Αγάπη έτσι. Χωρίς ερωτηματικά. Χωρίς σημεία στίξης. Συνεχής και αρμονική ροή είναι η αγάπη.

Και δε σταματάς να αγαπάς επειδή ο άλλος έφυγε. Και τι πα’να πει «έφυγε»; Τι πα’να πει «πέθανε»;

***

13627140_10153938442349011_3501876032405037070_n

Άνοιξα σήμερα, για χάρη σου, ένα κουτάκι με αναμνήσεις. Βρήκα εκεί μέσα ξεχασμένα, καλά και κακά. Θύμωσα, στεναχωρήθηκα, μετάνιωσα, έκλαψα, χαμογέλασα, έσκασα στα γέλια, μου κόπηκε η όρεξη, μου κόπηκε ο βήχας, ντράπηκα λίγο, αναστέναξα από χαρά, αναστέναξα από λύπη.
Ένιωσα.
Έζησα.

Ευχαριστώ.

 

 

στην εξωτική Άπω Ανατολή

Ετικέτες

, , , , , ,

Singapore

Singapore

Δεν είχα σκοπό ποτέ να πάω στην Ασία, και μάλιστα στη Νοτιοανατολική Ασία. Δε με ενθουσίαζαν ποτέ τα μέρη αυτά, ούτε ο πολιτισμός τους, ούτε το φαγητό τους, ούτε η κουλτούρα, ούτε η νοοτροπία, ούτε η θρησκεία, τίποτα. Αν δεν το έκανα σαφές ως τώρα, κανένα μέρος της Ασίας δεν ήταν στην to do list μου -άντε βαριά η Μέση Ανατολή και η Κίνα. Αν έμαθα λοιπόν κάτι από αυτό το ταξείδι, ήταν «ποτέ μη λες ποτέ». Από την άλλη, βέβαια, όταν πας κάπου χωρίς να περιμένεις τίποτα, είσαι ανοιχτός στο οτιδήποτε. Και τότε οι εκπλήξεις βρίσκουν γόνιμο έδαφος και ανοιχτές πορτούλες και χώνονται και κάνουν θαύματα! Ένα μικρό θαύμα λοιπόν συντελέστηκε σε αυτές τις 12 μέρες που τριγύρισα εκεί στα πέριξ του κόλπου της Βεγγάλης και του Ινδικού Ωκεανού.

Gardens by the bay

Gardens by the bay

Η αφορμή, ένας καλός φίλος που ζει στη Σιγκαπούρη. Είπα λοιπόν στην φίλη μου την Α. «πάμε;» -και πήγαμε 🙂 Μην έχοντας υπόψη μου πως μια χαρά γεμίζει ένα δεκαήμερο η Σιγκαπούρη κι από φόβο μη βαρεθούμε, χώσαμε τρεις χώρες σε 12 μέρες -μόνο που κάθε μέρος από αυτά θέλει πολύ περισσότερο καιρό για να το δεις καλά, να το καταλάβεις, να το ζήσεις και να φύγεις γεμάτος.

Τα καλά πάντως ξεκίνησαν ήδη από την πτήση: παρά την ταλαιπωρία στο αεροδρόμιο του Βρυξελλοχωριού (λόγω των πρόσφατων επιθέσεων), η πτήση με την Turkish airlines εκτός από πάμφθηνη, ήταν και όσο άνετη μπορεί να είναι μια πτήση 3,5 συν 11 ωρών. Το μπόνους ήταν το λουκουμάκι του καλωσορίσματος στο αεροπλάνο 😉

***

έξω από το Asian Civilisations Museum

έξω από το Asian Civilisations Museum

Η Σιγκαπούρη είναι στην πραγματικότητα μια μετρίου μεγέθους πόλη, πολύ πυκνοκατοικημένη και με άπειρα πρόσωπα και εκδοχές. Πέντε εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στα μόλις 700 τετρ. χλμ. που καλύπτει η Πόλη του Λιονταριού, γνωστή και ως Red Dot. Τέσσερις διαφορετικές εθνότητες απαρτίζουν κατά κύριο λόγο τον πληθυσμό: Κινέζοι, Μαλαισιανοί, Ινδοί και οι μιγάδες Περανακάν (ένα ανακάτεμα Κινέζων και Μαλαισιανών συνήθως), αλλά και διάφορες άλλες εθνότητες, Ασιάτες και Ευρωπαίοι. Το αποτέλεσμα είναι ένα απίθανο milk shake πολιτισμών, κουλτούρας, εθίμων και προσώπων. Από τότε που την έχτισε ένας Μαλαισιανός πρίγκηπας, καμιά δεκαριά αιώνες πριν, η πόλη ήταν πάντα εμπορικό, οικονομικό και διαμετακομιστικό κέντρο και μεγάλο λιμάνι. Aρχαιολογικά ευρήματα, όπως ένα ναυάγιο του 9ου αιώνα, δείχνουν πως η Σιγκαπούρη ήταν σταθμός στον εμπορικό δρόμο που συνέδεε την Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία με τη Μέση Ανατολή. Βρετανοί και Ολλανδοί την χρησιμοποίησαν αργότερα, στην εποχή της αποικιοκρατίας, με τον ίδιο τρόπο, ενώ και σήμερα συνιστά ένα από τα πιο δραστήρια εμπορικά, χρηματοπιστωτικά και τεχνολογικά κέντρα.

Gardens by the bay

Gardens by the bay

Αυτή η πολυσχιδής δραστηριότητα αποτυπώνεται στην πολεοδομία, την αρχιτεκτονική και τον τρόπο ζωής. Μoντέρνα αρχιτεκτονήματα και ουρανοξύστες συνυπάρχουν με βουδιστικούς ναούς και τζαμιά, δαιδαλώδη δρομάκια της Chinatown, πολυχρωμα μαγαζιά της Little India και μυρωδάτα φαγάδικα της Arab street, ενώ έντονο είναι και το κολονιάλ στοιχείο. Η ντόπια κουζίνα είναι ένα αμάλγμαμα κινέζικης, μαλαισιανής και ινδικής, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει ασιατική (και όχι μόνο) κουζίνα που να μην εκπροσωπείται.

Clarke Quay

Clarke Quay

Από την άλλη βέβαια, η ευμάρεια που αποτελεί την πρώτη επιφανειακή εντύπωση δεν αφορά την πλειονότητα του πληθυσμού. Τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που απαρτίζονται κυρίως από Ινδούς, Μαλαισιανούς, Πακιστανούς μετανάστες, αλλά φυσικά και πάρα πολλούς ντόπιους, αναγκάζονται να κάνουν δυο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα στην πανάκριβη Σιγκαπούρη. Ταυτόχρονα η ατσαλάκωτη εικόνα που συντίθεται από την ελβετικού τύπου καθαριότητα και τάξη και τη μηδενική σχεδόν εγκληματικότητα, συντηρείται με τη σιδηρά πυγμή ενός αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο διαδέχτηκε τους αποικιοκράτες και βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα.

Arab street

Arab street

Αυτά δεν μπορείς να τα παραβλέψεις. Αλλά όντας επισκέπτης, όσο κι αν σε καταπονούν υψηλές θερμοκρασίες και η δυσφορία της υγρασίας, δε μπορείς να μην απολαύσεις μια βόλτα στους Gardens by the bay, στην Chinatown και στο Clarke Quay. Αναμφίβολα πάντως, η ομορφότερη γειτονιά (από όσες είδαμε εμείς τουλάχιστον) είναι η Arab street, τα χαμηλά κτίσματα της οποίας αντιστέκονται στους ουρανοξύστες που τα περιτριγυρίζουν, και φιλοξενούν μπαρ και εστιατόρια που τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από τα ευρωπαϊκά -εκτός ίσως από τις τιμές.

Arab street

Arab street

Στα highlights μπαίνουν οπωσδήποτε μια βόλτα στο Clarke, το βιετναμέζικο εστιατόριο Mrs Pho στην Arab street, το Μουσείο Ασιατικών πολιτισμών και το bar Divine στο Parkside. Α, και το Barstories στην Arab street. Και σίγουρα πολλά άλλα που ξεχνάω ή που δεν πρόλαβα να δω και θα τα ανακαλύψω την επόμενη φορά.

η θέα προς Marina Bay Sands από Gardens by the bay

η θέα προς Marina Bay Sands από Gardens by the bay

η θέα από Beach road

η θέα από Beach road

***

Φτάνοντας στην Kuala Lumpur, είναι αδύνατο να μην εντυπωσιαστείς από το τεράστιο, ολοκαίνουργιο, υπερσύγχρονο αεροδρόμιο. Αν πας στην πρωτεύουσα της Μαλαισίας, πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσεις το ντόπιο φαγητό. Να μην παραξενευτείς που γύρω σου κυκλοφορούν πολλοί Κινέζοι: ο πληθυσμός της πόλης αποτελείται από Μαλαισιανούς, Κινέζους, Ινδούς και διάφορους άλλους ασιάτες και μη, με αποτέλεσμα η κοινή γλώσσα να είναι τα αγγλικά. Μη μπεις στον κόπο (και το έξοδο) να ανέβεις στους δίδυμους Petrona Towers, μια βόλτα απ’εξω αρκεί. Το λένε και οι ντόπιοι, εξάλλου είναι απλά άλλο ένα shopping mall. Αλλά να πας στην Chinatown, να πας στην πλατεία Merdeka, όπου ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της χώρας και κυμάτισε για πρώτη φορά η σημαία της το 1957. Να μη διστάσεις να δοκιμάσεις street food, αρωματικά νοστιμότατα φρούτα που πουλιούνται σε όλες τις αγορές, να πάρεις ινδοκάρυδο από πλανόδιο και να πιεις το χυμό του με καλαμάκι μέσα από το  φρούτο και να πιασεις κουβέντα με οποιονδήποτε ντόπιο ή ξένο.

Petrona Towers

Petrona Towers

Αξίζει ακόμα και μια επίσκεψη στο Μουσείο Ισλαμικής τέχνης. Το μουσείο καλύπτει γεωγραφικά και χρονολογικά μια μεγάλη περίοδο της ισλαμικής ιστορίας και τέχνης, διαθέτει μια πολύ πλούσια συλλογή από χειρόγραφα, είδη ένδυσης, μικροέπιπλα, κεραμεικά, κοσμήματα και όπλα, καθώς και μια συλλογή από μακέτες των πιο σπουδιαών τζαμιών του κόσμου. Επίσης, είναι το ίδιο ένα πολύ ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό κτίσμα και βρίσκεται απέναντι από ένα μεγάλο τζαμί, που είναι επισκέψιμο (εκτός φυσικά των ωρών προσευχής).

Chinatown

Οι Μαλαισιανοί είναι κατά το πλείστον μουσουλμάνοι, και μάλιστα αρκετά συντηρητικοί. Οι ενδυματολογικές επιλογές των τουριστών είναι μεν ανεκτές, αλλά καλύτερα να αποφύγεις τα πολύ προκλητικά ρούχα αν είσαι γυναίκα (παρά τη ζέστη), γιατί είναι πιθανό να εισπράξεις επιπληκτικά βλέμματα. Η χώρα είναι θεωρητικά δημοκρατία -τελοσπάντων- αλλά μαστίζεται από μεγάλη διαθφορά και πολιτική κρίση, όπως συνήθως συμβαίνει στις πρώην αποικίες. Εδώ οι οικονομικές αντιθέσεις και η φτώχεια είναι πιο έκδηλες, καθότι απουσιάζει η υπερβολική χλιδή της Σιγκαπούρης και αρκετά σημεία της πόλης είναι παραμελημένα και σε εμφανώς κακή κατάσταση. Αν μάλιστα βρεθείς στις γειτονιές όπου ζουν οι ευρωπαίοι, θα δεις τις αντιθέσεις να ξετυλίγονται ακόμα πιο έντονα: πολυόροφα συγκροτήματα (condominium) που φυλάσσονται από ιδιωτική αστυνομία και περιλαμβάνουν πισίνες, night shop, playrooms, κομμωτήρια και γυμναστήρια στο εσωτερικό τους. Οι Ολλανδοί άποικοι μπορεί να έχουν φύγει εδώ και 60 χρόνια, αλλά οι δυτικοί εξακολουθούν να ανήκουν στην ανώτερη τάξη, η οποία απέχει έτη φωτός από τις κατώτερες.

κοντά στο Islamic Arts museum

κοντά στο Islamic Arts museum

Παρ’όλα αυτά, όπως και στη Σιγκαπούρη, οι άνθρωποι είναι ευγενέστατοι, χαμογελαστοί και προσιτοί -ειδικά οι Κινέζοι. Και, αν δεν έγινε σαφές ως τώρα, η σπουδαιότερη ατραξιόν της KL είναι το φαγητό: οι Μαλαισιανοί είναι πολύ περήφανοι για την κουλτούρα φαγητού που έχουν και καλά κάνουν, γιατί οι γεύσεις και τα αρώματα της κουζίνας τους είναι σχεδόν εθιστικά. Εξαιρετικό είναι επίσης και το ντόπιο κρύο τσάι με το οποίο συνοδεύουν συνήθως το φαγητό τους.

Chinatown

Chinatown

trying Thai food in Malaysia :)

trying Thai food in Malaysia 🙂

yummy!

yummy!

yummier :)

yummier 🙂

η θέα από Kiala

η θέα από Kiala

KLCC

KLCC

***

Αν τα προηγούμενα μέρη με είχαν πείσει πως θα ξαναπάω στην περιοχή, η τελευταία μας στάση ήταν αυτή που με έκανε να δεσμευτώ. Το Μπαλί είναι πραγματικά ένας παράδεισος. Το νησί είναι λίγο μικρότερο από την Κρήτη, έχει 4 εκατομμύρια μόνιμους κατοίκους και δέχεται 12 εκατομμύρια τουρίστες το χρόνο. Όπως κάθε ηφαιστειογενής τόπος, διαθέτει πολύ γόνιμο έδαφος και εντυπωσιακή φυσική ομορφιά.

Seminyak

Seminyak

Seminyak

Seminyak

Το νησί ανήκει στη μουσουλμανική κατά το πλείστον Ινδονησία, αλλά οι δικοί του κάτοικοι είναι Ινδουιστές. Οι Ινδουιστές, εκτός από τα κλασικά τεμένη στα οποία λατρεύουν τις θεότητές τους και τελούν τις λειτουργίες τους, έχουν βωμό και στα σπίτια και τους χώρους εργασίας (ακόμα και στα αυτοκίνητα), στον οποίο κάθε πρωί εναποθέτουν καλαθάκια με προσφορές: λουλούδια, φρούτα και άλλα φαγώσιμα, ακόμα και αρωματικά στικ. Αυτά τα μικρά καλαθάκια τα βλέπεις παντού, στους δρόμους, στις παραλίες, στα πεζοδρόμια.

13219784_276982939307647_1120356093_n

καλλιέργεια καφέ και τσαγιού στο Ubud

καλλιέργεια καφέ και τσαγιού στο Ubud

Οι άνθρωποι είναι αναμφίβολα ο πιο πολύτιμος και ελκυστικός παράγοντας στο νησί. Χαμογελαστοί, ευγενικοί, καλόκαρδοι, φιλικοί και πολύ φιλόξενοι, με τους αργούς ρυθμούς τους και τη ζεστή τους συμπεριφορά λειτουργούν αγχολυτικά! Οι Μπαλινέζοι στη μακρόχρονη ιστορία τους, έχουν αναπτύξει πάρα πολύ τις τέχνες: υφαντουργία, αργυροχοϊα, ζωγραφική, αλλά και χορό και μουσική που είναι συνδεδεμένα (όπως πάντα και παντού) και με τις θρησκευτικές τελετές. Οι ναοί τους είναι ανοιχτοί και αποπνέουν σεβασμό, αλλά όχι φόβο. Ακόμα και τα τερατόμορφα αγάλματα μοιάζουν να χαμογελάνε.

Ubud

Ubud

Ubud

Ubud

Πριν ανανπτυχθεί ο τουρισμός (στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα), οι άνθρωποι ζούσαν κυρίως από τις αγροτικές εργασίες. Σε ένα μέρος τόσο εύφορο, καλλιεργούσαν πάντα άφθονο ρύζι, αλλά και φρούτα και λαχανικά, καφέ, τσάι και σοκολάτα. Όλα αυτά βέβαια είναι η πρώτη ύλη για την απίθανα εύγευστη κουζίνα τους, μια πανδαισία γευσεων και αρωμάτων. Και δυστυχώς, είναι αρκετά φανερό το γεγονός ότι η εντατική ανάπτυξη του τουρισμού έχει επιβαρύνει τη φύση. Σε γενικές γραμμές το νησί είναι καθαρό και αρκετά φροντισμένο, αλλά η υπερβολική κατανάλωση νερου έχει επιβαρύνει την καλλιεργεια του ρυζιού -που ήταν η βάση της αγροτικής οικονομίας:έτσι, στο βόρειο και λιγότερο τουριστικό μέρος του νησιού, πολλοί πλέον αναγκάζονται να καλλιεργούν καλαμπόκι αντί για ρύζι -το οποίο καλαμπόκι και άσχετο με την ντόπια βιοποικιλότητα είναι και λιγότερο επικερδές-, επειδή το νερό χρησιμοποιείται για να ποτίζει τα golf courts του τουριστικού νότου. Είναι ακόμα φανερό πως τα έθιμα και οι τοπικές συνήθειες αντιστέκονται όσο μπορούν στον τουριστικό τυφώνα, αλλά αυτό είναι βέβαια δύσκολο, καθώς η φτώχεια είναι πανταχού παρούσα και η ενασχόληση με τον τουρισμό αποτελεί τη βασική διέξοδο από αυτήν.

Monkey forest, Ubud

Monkey forest, Ubud

13177211_276984309307510_6466522960380004540_n

Παρ’όλα αυτά, το Μπαλί παραμένει πανέμορφο. Οι τεράστιες αμμουδιές, η τυρκουάζ θάλασσα, η εντυπωσιακή ζούγκλα που ξεχειλίζει από παντού, οι εξωπραγματικής ομορφιάς ορυζώνες, οι φοίνικες, οι μπανανιές και κάθε είδους φυτά είναι παντού και αφήνουν τον επισκέπτη ενεό.

Ορυζώνες, Ubud

Ορυζώνες, Ubud

Από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά μέρη που είδαμε είναι το Τάνα Λοτ, ένα ινδουιαστικό τέμενος δίπλα στη θάλασσα, γνωστό ως και «ναός στον Ωκεανό» -σα να λέμε το Σούνιο, αφού είναι επίσης διάσημο και για το ηλιοβασίλεμά του. Ο ναός, ή μάλλον το σύμπλεγμα των ναών, εκτείνεται κατά μήκος της θάλασσας, αλλά και σε βάθος στην ξηρά, καταλαμβάνει βράχους και σχεδόν μπαίνει μέσα στη θάλασσα.

Ορυζώνες, Ubud

Ορυζώνες, Ubud

13224346_278664292472845_684995653_o

Ομοίως εντυπωσιακό, ειδικά για κάποιον όχι εξοικειωμένο με την τροπική φύση, είναι το δάσος των πιθήκων, που είναι και αυτό ιερός τόπος: ένας ναός χτισμένος μέσα στο δάσος, που κατακλύζεται από πιθηκάκια που αράζουν, κοιμούνται, τσακώνονται, κλέβουν φαγητά από τους επισκέπτες και σκαρφαλώνουν στις πλάτες τους και στα δέντρα.

Ορυζώνες, Ubud

Ορυζώνες, Ubud

Αν έπρεπε να διαλέξω δυο πράγματα από το Μπαλί, το ένα θα ήταν σίγουρα το τοπίο στους ορυζώνες. Οι δεκάδες αποχρώσεις του πρασίνου που απλώνονται στις πλαγές με τις αναβαθμίδες, σκεπασμένες από το γαλανό ουρανό.
Το δεύτερο θα ήταν οι Μπαλινέζοι, που στάζουν γλυκύτητα, ευγένεια, καλοσύνη, αλλά και μια βουβή περηφάνεια. Οι Μπαλινέζοι δεν ταξιδεύουν, προφανώς γιατί δεν έχουν τα χρήματα για να το κάνουν. Αλλά είναι και περήφανοι για τον τόπο τους, καθώς άλλωστε, όπως γράφει και ο οδηγός μου «αν όλος αυτός ο κόσμος έρχεται στο νησί τους, κάποιος καλός λόγος υπάρχει». 🙂

Monkey forest

Monkey forest

το κλεφτρόνι <3

το κλεφτρόνι ❤

Οι οικονομικές συνθήκες είναι σκληρές σε βαθμό που δεν φανταζόμαστε, ούτε καν στην Ελλάδα: δεκαετίες αποικιοκρατίας, πολέμων και κατακτήσεων, τις οποίες διαδέχτηκε η κουτσουρεμένη ανεξαρτησία, έχουν αφήσει έκδηλο το στίγμα τους στις ζωές των ανθρώπων. Η μακροχρόνια χούντα του Σουχάρτο, χάρη στην οποία η Ινδονησία έγινε μάλλον η Χιλή της Νοτιοανατολικής Ασίας, έκανε τα πράγματα σίγουρα χειρότερα. Δεν υπάρχουν κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν υπάρχει σύνταξη, δεν υπάρχουν ωράρια (στο Σεμινιάκ τα ινστιντούτα ομορφιάς και σπα είναι ανοιχτά μέχρι τις 11 το βράδυ και δέχονται πελάτες χωρίς ραντεβού), δεν υπάρχουν δικαιώματα.
Όμως οι Μπαλινέζοι χαμογελούν και καλοδέχονται τους ξένους, και τους μεταδίδουν λίγη από τη γαλήνη και τη φιλοσοφημένη στάση ζωής τους. Πριν να βρεθώ στην Ασία, αυτό ακριβώς το στοιχείο, που για μένα ήταν έλλειψη μαχητικότητας και διεκδίκησης, ήταν αυτό που με απωθούσε: επί τόπου κατάλαβα πως μάλλον αυτή είναι η άμυνά τους, ο τρόπος τους να επιβιώνουν. Και δεν νιώθω ικανή να τους κρίνω, δεν έχω ζήσει αυτό που έχουν ζήσει αυτοί.
Οπωσδήποτε η επαφή μας μαζί τους ήταν παροδική και επιφανειακή. Λίγη όμως από την προσηνή τους συμπεριφορά και τη γλυκύτητά τους, την πήραμε μαζί μας. Αυτήν και τις υπέροχες εικόνες της φύσης και του τόπου τους, που αγαπούν και σέβονται με τρόπο γνήσιο.

Tanah Lot

Tanah Lot

Γιατί τελικά η ομορφιά κάθε τόπου επισφραγίζεται από τους ανθρώπους του. Κρατώ αυτά τα χαμόγελα, τη γεύση του ρυζιού τους, το άρωμα του καφέ τους και την αγνότητά τους.

Και νιώθω ευγνωμοσύνη για το ταξείδι αυτό που έκανε με τρόπο καταλυτικό αυτό που πρέπει να κάνουν τα ταξείδια: κατέρριψε απόλυτες θέσεις και στεγανά και άνοιξε ορίζοντες. Χαίρομαι κι ευχαριστώ όλους τους υπέροχους ανθρώπους που γνώρισα και υπόσχομαι «καλή αντάμωση».

13199289_277576039248337_1011271145_o

Tanah Lok

Tanah Lot

Tanah Lot

Tanah Lot

Seminyak

Seminyak

δεν υπάρχει ουδετερότητα

Ετικέτες

, ,

Albert EinsteinΟ Αλμπερτ Αϊνστάιν «έφυγε» στις 18 Απριλίου 1955. Η προσφορά του στην ανθρωπότητα, δεν είναι «μόνο» η αλματώδης ώθηση που έδωσε στην περιπέτεια της επιστημονικής ερμηνείας του άμεσου περιβάλλοντός μας και του σύμπαντος. Η προσφορά του, κυρίως προς τις νέες γενιές επιστημόνων, έγκειται και στην πεποίθησή του, πως κάθε επιστημονική κατάκτηση αποκτά πραγματικό και ουσιαστικό νόημα, μόνο αν αφορά στο σύνολο της κοινωνίας. Μόνο αν απαντά στις ανάγκες, τα ερωτήματα και τα προβλήματα εκείνων, των πολλών, που παράγουν τον πλούτο και όχι εκείνων, των ελάχιστων, που τον κλέβουν.

Ο Αϊνστάιν δεν αποκάλυψε, «μόνο», τον «μηχανισμό» που συνδέει τον χώρο, τον χρόνο και την βαρύτητα. Απέδειξε, επίσης, το γιατί ο επιστήμονας οφείλει να παίρνει θέση στα ζητήματα και τα αιτήματα της εποχής του. Οτι δεν υπάρχει «ουδετερότητα» και πως, όποιος την επικαλείται, ανεξάρτητα από προθέσεις, παίρνει το μέρος των ελάχιστων που κλέβουν τον κοινωνικά παραγώμενο πλούτο.

Στο πρώτο τεύχος της γνωστής αριστερής επιθεώρησης «Monthly Review» τον Μάη του 1949, έγινε ακόμη πιο σαφής:

«(…) Η παραγωγή γίνεται για το κέρδος, όχι για τη χρήση της. (…) Το κίνητρο του κέρδους, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, ευθύνεται για την αστάθεια στη συσσώρευση και στη χρήση του κεφαλαίου, που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές υφέσεις. Ο απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας, καθώς και στον ακρωτηριασμό της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων, που ανάφερα προηγουμένως.

Είναι αυτός ο ακρωτηριασμός των ατόμων που θεωρώ ως το χειρότερο κακό του καπιταλισμού. Ολάκερο το εκπαιδευτικό μας σύστημα υποφέρει από αυτό το κακό. Εμφυσούν στον σπουδαστή την υπερβολικά ανταγωνιστική συμπεριφορά, προπονώντας τον στη λατρεία της επίκτητης επιτυχίας ως προετοιμασίας για τη μελλοντική του καριέρα.

Είμαι πεπεισμένος ότι υπάρχει μόνον ένας τρόπος για να εξαλειφθούν αυτά τα σοβαρά κακά, καθαρά και ξάστερα μέσα από την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, που θα συνοδεύεται από ένα εκπαιδευτικό σύστημα προσανατολισμένο προς κοινωνικούς στόχους (…)».

via Το Περιοδικό
oλόκληρο το άρθρο στα αγγλικά εδώ

Ζώντας με τον φόβο

Ετικέτες

, , , , , ,

198590-1458666498758732

Δεν ένιωσα καμία έκπληξη σήμερα το πρωί, όταν ξύπνησα και έμαθα για τις επιθέσεις στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών. Μετά το Charlie Hebdo, το χτύπημα στο Παρίσι το Νοέμβριο, το lock-down, το κυνηγητό, και τελικά την σύλληψη του Αμπντεσλάμ, αυτό ήταν το αναμενόμενο. Ετοιμαζόμουν για να πάω στη δουλειά, όταν έσκασε και η τρίτη βόμβα στο μετρό. Εκείνη τη στιγμή, για έναν καθαρά συμβολικό λόγο, ένιωσα πως ναι, αυτό το πράγμα με αφορά, αφορά την καθημερινότητά μου.

Σχεδόν αμέσως άρχισαν τα τηλεφωνήματα και τα μηνύματα, να μάθουμε αν είναι όλοι καλά και ασφαλείς. Σύντομα η κινητή τηλεφωνία μας πρόδωσε, οι σειρήνες των περιπολικών και των ασθενοφόρων έγιναν η σταθερή μουσική υπόκρουση, οι πληροφορίες έφταναν συγκεχυμένες, πόσοι νεκροί, πόσοι τραυματίες, η τάδε φίλη που ξέρουμε πως παίρνει αυτό το μετρό τέτοια ώρα περίπου καθημερινά -ευτυχώς δεν είναι στις Βρυξέλλες αυτές τις μέρες.

Ακολούθησαν οι οδηγίες από το κράτος: μην κυκλοφορείτε, μη στέκεστε κοντά στα παράθυρα, κρατείστε τα κλειστά, μην πάτε στη δουλειά, οι γονείς να πάρουν τα παιδιά από τα σχολεία, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια κλείνουν, επίπεδο συναγερμού 4. Και το διάγγελμα του πρωθυπουργού που «δεν έχει καμία απόδειξη πως οι επιθέσεις συνδέονται με την πρόσφατη σύλληψη του Αμπντελσλάμ» -μόνο που λίγες ώρες μετά, ανέλαβε την ευθύνη για τις επιθέσεις ο ISIS, διαψεύδοντας τους ενδοιασμούς του..

Στην αρχή, το σκηνικό μου θύμισε το σεισμό του ’99 στην Αθήνα: τα δεκάδες τηλεφωνήματα, οι γραμμές που έπεφταν, ο πανικός και οι σειρήνες. Μόνο που ο σεισμός ήταν μια φυσική καταστροφή. Τούτη εδώ ήταν προαναγγελθείσα και μόνο οι στρουθοκάμηλοι θα μπορούσαν να εκπλαγούν. Εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο, στις Βρυξέλλες ζούμε σε καθεστώς συναγερμού. Σχεδόν συνηθίσαμε την παρουσία των φαντάρων με τα αυτόματα και των στρατιωτικών οχημάτων στους δρόμους. Κι όμως, η στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητάς μας δεν απέτρεψε το χτύπημα.

Γιατί καμία δύναμη και κανένας στρατός στον κόσμο δεν μπορεί να αποτρέψει αυτόν που έχει αποφασίσει να πεθάνει και να πάρει όσους περισσότερους μπορεί μαζί του. Γιατί όποιος σπέρνει βόμβες, θερίζει τρομοκρατικά χτυπήματα. Τα σημερινά χτυπήματα στη βελγική πρωτεύουσα, είναι μια ακόμα χάντρα στο κομπολόι που ξεκινά από τις έμμεσες ή άμεσες και συνήθως αιματηρές παρεμβάσεις της Δύσης στις αραβικές χώρες, περνάει από τις βάρκες των θαλασσοδαρμένων προσφύγων στο Αιγαίο, συνεχίζεται στις υποβαθμισμένες συνοικίες των μεταναστών στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και καταλήγει ακριβώς το αιματοκύλισμά τους.

Λίγη ώρα πριν τα χτυπήματα, ένα άρθρο στη βελγική Soir, ενημέρωνε πως η κυβέρνηση σχεδιάζει να θεσμοθετήσει την αυτόματη προσαγωγή και έλεγχο ανθρώπων που επιστρέφουν στο Βέλγιο από τη Συρία.

Λίγο μετά τα χτυπήματα, και ενώ ακόμα η πληροφόρηση ήταν ασαφής, εκπρόσωπος της μουσουλμανικής κοινότητας στις Βρυξέλλες έκανε έκκληση στους μουσουλμάνους να σταθούν δίπλα στα θύματα και τους συγγενείς τους, και στους Ευρωπαίους να μην στιγματίσουν τους μουσουλμάνους. Λίγες μέρες νωρίτερα, βέβαια, το γαϊτανάκι του στιγματισμού των προσφύγων έφτανε σε κρεσέντο, με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, που έλαβε χώρα στην ίδια πόλη που σήμερα το πρωί δεχόταν το τρομοκρατικό πλήγμα.

Στις Βρυξέλλες σήμερα όλοι και όλα μοιάζουν να έχουν παγώσει. Από αύριο και ενώ η πόλη θα μαζεύει τα κομμάτια της, το πιθανότερο είναι πως ο κύκλος του τρόμου θα κλιμακωθεί κι άλλο. Και ενώ οι Ευρωπαίοι θα εκπαιδεύονται στο φόβο, οι πρόσφυγες θα συνεχίζουν να βιώνουν την απόγνωση πίσω από συρματοπλέγματα και φράχτες.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Σμύρνη όπως Χαλέπι

Ετικέτες

, ,

1922 1

Σε εβδομήντα χρόνια από τώρα, όταν πιθανότητα κι εσύ και εγώ θα έχουμε φύγει από το μάταιο τούτο κόσμο, κάποιοι απόγονοί μας, με την ευρύτερη έννοια του όρου, θα γράφουν και θα διαβάζουν στα βιβλία ιστορίας για ένα από τα μαζικότερα κύματα μετακίνησης πληθυσμών, ή μετανάστευσης, ή πρόσφυγιάς (ο όρος που θα προτιμάται, εξαρτάται από τον εκάστοτε γράφοντα). Τα κείμενα αυτά θα μιλούν σίγουρα για τον πολύχρονο, αιματηρό και τρομακτικό πόλεμο στη Συρία, που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στον ξεριζωμό, ενώ χιλιάδες άλλους τους θέρισε, τους άφησε ανάπηρους ή τραυματίες και σίγουρα όλους τους σημάδεψε βαθιά στις ψυχές τους.

smyrna

Τα κείμενα θα μιλούν ακόμα για την ιστορικής σημασίας απόφασης της Συνόδου κορυφής της ΕΕ με την Τουρκία. Για τις πέντε σελίδες των συμπερασμάτων της συνάντησης, που διέγραψαν μονοκοντυλιά συνθήκες, διεθνείς νομοθεσίες και κανόνες, που είχαν θεσπιστεί την επαύριο μιας άλλης παλαιότερης τραγωδίας, του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Τις πέντε σελίδες συμπερασμάτων, τις εξαιρετικά προσεκτικά γραμμένες: migrants, όχι refugees, Syrians αλλά όχι Iraqis, παράτυποι αλλά όχι παράνομοι. Οι λέξεις ασκούν πολιτική και κρατούν ευαίσθητες όσο και επικίνδυνες ισορροπίες. Οι λέξεις προστατεύουν συμφέροντα, μεταφέρουν χρηματικά ποσά από τον ευρωκορβανά στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Οι λέξεις δεν προμηθεύουν γάλα και ψωμί. Οι λέξεις δεν προστατεύουν ανθρώπους. Οι λέξεις δεν αγαπάνε τους κατατρεγμένους. Χαριεντίζονται μόνο με τους ισχυρούς.

The arrival of Hungarian Jews in Auschwitz-Birkenau, in German-occupied Poland, June 1944. Between May 2nd and July 9th, more than 430,000 Hungarian Jews were deported to Auschwitz. (Photo by Galerie Bilderwelt/Getty Images)

The arrival of Hungarian Jews in Auschwitz-Birkenau,
in German-occupied Poland, June 1944.
Between May 2nd and July 9th, more than 430,000 Hungarian
Jews were deported to Auschwitz.
(Photo by Galerie Bilderwelt/Getty Images)

Τα κείμενα θα μιλούν ακόμα για κέντρα καταγραφής μεταναστών και κέντρα κράτησης, αλλά δεν θα τα αποκαλούν φυλακές. Θα αποσιωπούν τα συρματοπλέγματα ενδεχομένως, αλλά μάλλον θα αδυνατούν να κρύψουν τους φράχτες και τα πολεμικά πλοία που σουλατσάρουν στο Αιγαίο. Θα μιλούν για ανταλλαγές Συρίων και επιστροφές (ή επαναπροωθήσεις;) άλλων εθνικοτήτων.

Children behind a barbed wire fence at the Nazi concentration camp at Auschwitz in southern Poland.   (Photo by Keystone/Getty Images)

Children behind a barbed wire fence at the Nazi
concentration camp at Auschwitz in southern Poland.
(Photo by Keystone/Getty Images)

Τα κείμενα είναι πάντα παγωμένα, ψυχρά, ισοσταθμισμένα. Τα ιστορικά κείμενα που διάβασα μιλούσαν για Μικρασιατικό πόλεμο (και όχι καταστροφή: σαφής η πολιτική απόχρωση, όσο σαφές είναι και πως κάθε πόλεμος είναι καταστροφή). Μιλούσαν για στρατόπεδα συγκέντρωσης. Για ανταλλαγές πληθυσμών. Για καταγραφή Εβραίων, ομοφυλοφίλων, αναπήρων. Για στρατόπεδα εργασίας και συγκέντρωσης. Για θαλάμους αερίων, για κίτρινα άστρα, ροζ τρίγωνα και τατουάζ με αριθμούς. Τατουάζ με αριθμούς στο Εσκί Σεχίρ. Τατουάζ με αριθμούς στο Μαουτχάουζεν. Σκελετοί ζωντανοί και νεκροί το 1941. Σκελετοί ζωντανοί και νεκροί το 1922. Τουρκοκρητικοί, Αρμένηδες, Πομάκοι, Εβραίοι, Έλληνες, Πόντιοι, κομμουνιστές, τσιγγάνοι. Διέλεξε χρονιές κι άλλαξε εθνικότητες, ιδιότητες, ονόματα και τοποθεσίες.

12779071_10206848416101369_4011564706574563510_o

Αυτό που δεν αλλάζει είναι η δυστυχία, η πείνα, η καταστροφή, ο θάνατος, το κλάμα των παιδιών, ο θρήνος των μανάδων, ο πόνος των γερόντων. Ο ξεριζωμός, η νοσταλγία, ο φόβος. Η προσφυγιά, το αίμα και οι ταπεινώσεις. Αυτές οι λέξεις είναι ίδιες σε όλες τις γλώσσες, είναι βαριές σαν ενοχές, και δεν περιλαμβάνονται συνήθως σε νομικά κείμενα, σε συμπεράσματα συνόδων κορυφής ούτε σε ιστορικές διατριβές.

12513687_10206848439461953_6523322588326069177_o

Αυτό που δεν διάβασα στα ιστορικά κείμενα, αλλά το έμαθα από τους ανθρώπους, ήταν το κλάμα των τουρκοκρητικών στη Σμύρνη όταν συνάντησαν μια κρητικιά εξ Ελλάδος, το κλάμα τους για μια πατρίδα που δε γνώρισαν, αλλά τη γλώσσα της τη μιλούσαν. Αυτό που κρύβουμε επιμελώς είναι που λέγαν τις προσφυγοπούλες παστρικιές και πουτάνες στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη, τότε στη δεκαετία του ’30. Και που ούτε οι πολιτικοί τους θέλανε τους πρόσφυγες, γιατί αλλοίωναν λέει τα εκλογικά αποτελέσματα (γιατί άραγε να ήταν οι πρόσφυγες αριστεροί κατά το πλείστον;), αλλά ούτε κι ο ντόπιος πληθυσμός, που έβαζε φωτιά στους καταυλισμούς και στα παραπήγματα κι έσπαγε μαγαζιά προσφύγων αργότερα.

12377811_10206848585985616_4458346961027119410_o

Κατηγορούμε και σωστά τους Γερμανούς του μεσοπολέμου που έκαναν πως δεν καταλάβαιναν τι σήμαιναν οι καπνοί που έβγαιναν από τα Άουσβιτς και τα Νταχάου, που δούλευαν στην πολεμική βιομηχανία του Χίτλερ για ένα ξεροκόμματο, αλλά έκαναν τα στραβά μάτια στις ταμπέλες «Kein Zutritt für Jüden» και στα σπασμένα μαγαζιά και στις νύχτες των κρυστάλλων.

Σε εβδομήντα χρόνια από τώρα, αναρωτιέμαι τι θα λένε οι αναγνώστες των βιβλίων ιστορίας για όλους εκείνους που έκαναν πως δεν έβλεπαν τα Καλαί και τις Αμυγδαλέζες, τις Ειδομένες και τις Μόριες, για όλους τους Ευρωπαίους που ψήφισαν Όρμπαν και Λεπέν, που συνέχισαν τη ζωούλα τους την ώρα που χτίζονταν στρατόπεδα, την ώρα που άνθρωποι μαντρώνονταν σαν τα πρόβατα πίσω από συρματοπλέγματα, τιμωρημένοι γιατί έκαναν το λάθος να ζουν σε μια χώρα εμπόλεμη, την ώρα που παιδιά και γέροντες στέλνονταν πίσω σε «ασφαλείς τρίτες χώρες».

12473546_10206848457902414_6213273648037779466_o

Σμύρνη όπως Χαλέπι, Μαουτχάουζεν όπως Αμυγδαλέζα, ανταλλαγές πληθυσμών όπως «ένας Σύριος για έναν Σύριο». Εβδομήντα και εκατό χρόνια μετά. Διαφορά απολύτως καμία. Κι αν ο ιμπεριαλισμός σου μοιάζει ξύλινη λέξη, πές μου εσύ πώς ονομάζεις αυτή τη βαρβαρότητα. Ή μάλλον όχι: ονόμασέ την όπως θες, αλλά να συμφωνήσουμε πως πρέπει να τελειώνουμε μαζί της.

τα όχι που δεν λέμε

 

Τα όχι που δεν λέμε είνα βαρίδια στα πόδια μας και τόνοι στις πλάτες μας που τις λυγίζουν. Κάποιοι από εμάς είναι πιο δυνατοί και αντέχουν κάπως παραπάνω, άλλοι υποκύπτουν ευκολότερα, πάντως όλων οι ώμοι είναι σκυφτοί. Από κεκτημένη ταχύτητα είμαστε συχνά έτοιμοι να πούμε ναι (ή όχι) που δεν θέλουμε, να κάνουμε υπομονή, να αντέξουμε λίγο ακόμα, να υπομείνουμε κι άλλο και τελικά ξεχνάμε να ζούμε.

Είμαστε οι επιλογές και οι αντιφάσεις μας και μια ζωή παλεύουμε να συμφιλιωθούμε με τις πρώτες και να επιλύσουμε τις δεύτερες και μοιάζουμε λίγο με το Σίσυφο.  Κάποιοι καταφέρνουν να κάνουν ρήξεις και τομές και να αφήσουν την πέτρα που χωρίς λόγο κουβαλάνε, ακριβώς γιατί καποια στιγμή έρχεται η επιφοίτηση και τους φανερώνει πως αυτή η ανηφόρα δεν έχει πια νόημα. Είναι αυτοί που έχουν ανοιχτά αυτιά και μάτια να ακούσουν και να δουν την απλή κοινή λογική που τους φανερώθηκε με επιφοίτηση.

Όλοι ερχόμαστε τουλάχστον μία φορά στη ζωή μας αντιμέτωποι με ένα όχι που πρέπει να ειπωθεί, με ένα ναι που μοιάζει δύσκολο όσο και αυτονόητο. Που πρέπει να αποφασίσουμε με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε.

Αλλά πάντα η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία.

η απαραίτητη ελαφρότητα

Υπάρχει στη Μαφάλντα ένα σκιτσάκι, όπου αυτή η καταπληκτική πιτσιρίκα σχολιάζει κάτι σχετικά με τις κοινωνικές αλλαγές και αναφέρεται στις «παλιές δομές που αντιστέκονται». Δεν το θυμάμαι καλά για να το αναπαράγω σωστά και είναι λίγο δύσκολο να το βρω τώρα. Πάντως είναι τόσο αστείο, όσο και αληθινό. Ό,τι και να κάνεις, όσο και σωστά να εντοπίζεις τα επίδικα και τα καίρια σημεία παρέμβασης, όσο συντονισμένος κι αν είναι ο σχεδιασμός σου και όσο καλή η εκτίμησή σου, οι παλιές δομές πάντα θα αντιστέκονται σθεναρά. Χρειάζεται τρομερή δύναμη και αποφασιστικότητα για να σπάσουν.

Πριν από λίγες ώρες συζητούσα με μια καινούρια καλή φίλη για τη διαφορά μεταξύ hear και listen. Δεν επρόκειτο για γλωσσολογικές ανησυχίες τριτοδεσμιτισσών, αλλά για φιλοσοφικο-κοινωνική συζήτηση. Δεν έχει σημασία εδώ ποιο ήταν το θέμα ή η αφορμή της κουβέντας, σημασία έχει πως αυτά τα δύο ρήματα διακρίνει σημαντική εννοιολογική διαφορά, την οποία δεν κάνουμε στα ελληνικά, ενώ κάνουν οι περισσότερες λατινογενείς και αγγλοσαξονικές γλώσσες. Πολιτισμικές διαφορές. Πάντως οι άνθρωποι συνήθως hear, αλλά για να listen απαιτούνται σοβαρές και βασικές προϋποθέσεις, που δεν υφίστανται παρά σπάνια. Τα αυτιά του μυαλού δεν είναι πάντα ανοιχτά, όταν ακούγονται αλήθειες που δυσκολεύουν, είναι μάλλον ανοιχτά μόνο όταν ο ενδιαφερόμενος είναι έτοιμος, και αυτό πρέπει να γίνεται σεβαστό (note to self).

Σχετικά με αυτό ακριβώς το θέμα, πριν από λίγες μέρες, σε μια άλλη συζήτηση περί ανθρωπίνων σχέσεων, μια άλλη καινούρια φίλη διατύπωσε το προφανές πως, αν σε μια σχέση δε νιώθεις άνετα και δε μπορείς να είσαι όλες τις στιγμές ο εαυτός σου, η σχέση δεν έχει νόημα. Η φίλη αναφερόταν σε ερωτικές σχέσεις, αλλά ο κανόνας ισχύει για όλες. Ήταν μια στιγμή αποκάλυψης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είχα ξανακούσει κάτι παρεμφερές. Αλλά προφανώς, όλα αυτά τα χρόνια, I was hearing but not listening.

Προχτές, η αγαπημένη Ζακού μού έκανε ένα σχόλιο θανατηφόρο και το συνόδευσε από μια κλασική της ατάκα: ότι γενικά στη ζωή είναι απαραίτητη η ελαφρότητα, είναι απαραίτητο να παίρνεις τα πράγματα χαλαρά και τον εαυτό σου όχι και πολύ στα σοβαρά, αλλιώς δεν την παλεύεις μία. Και αυτό είναι κάτι που είχα heard πολλές φορές, αλλά ήταν η πρώτη φορά που το listened.
Πέραν του ότι αυτός είναι ο συντομότερος τρόπος για να κατακτήσεις την ψυχική ηρεμία και μια καλή ζωή σε προσωπικό επίπεδο, επεκτείνοντας τη σκέψη της, είναι συνετό να συνειδητοποιείς πως αν τοποθετήσεις τον εαυτό σου στις πραγματικές του διαστάσεις, δεν είσαι παρά μια κουκκίδα στον πλανήτη, μια στιγμή στο παγκόσμιο ιστορικό και κοινωνικό πρότζεκτ. Οπότε γενικά ο πλανήτης και η ανθρωπότητα δεν ασχολούνται και πολύ με την πάρτη σου, κι αν αυτό το καταλάβεις, θα ζήσεις καλύτερα. Επίσης, θα παίρνεις σημαντικές αποφάσεις πιο εύκολα, θα διορθώνεις λάθη πιο γρήγορα, θα ζεις καλύτερα και θα είσαι χρησιμότερος στην κοινωνία.

Ο χρόνος που πέρασε ήταν εξαιρετικά σημαντικός σε προσωπικό επίπεδο -εκτός από το δημόσιο και πολιτικό δηλαδή. Συνέβησαν πολλά, κυρίως όμως πήρα σημαντικές αποφάσεις, έκλεισα κύκλους, άνοιξα κεφάλαια, επανόρθωσα μπλοκαρισμένες καταστάσεις. Ο χρόνος που έρχεται σε λίγο είναι δίσεκτος, αλλά εγώ δεν είμαι προληπτική.

Στις αποφάσεις που θα παρθούν, λοιπόν, στα καλύτερα που έρχονται είτε το θέλουν είτε όχι, στην ελαφρότητα που θα καταφέρω και στις παλιές δομές που θα πάψουν να αντιστέκονται. Καλή και όμορφη και δημιουργική χρονιά νά’χουμε.

ο πιο ματωμένος μήνας του χρόνου

Αθήνα, Οκτώβρης του '44 - Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση

Αθήνα, Οκτώβρης του ’44 – Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση

Εφτά χρόνια μετά και η ερώτηση ακόμα δεν έχει απαντηθεί. Μπορεί να μεσολαβήσουν πολλές εφτάδες χρόνων ακόμα ή και καμία. Μου έρχεται στο μυαλό ο παππούς αυτού του Δεκέμβρη που’χει κιόλας συμπληρώσει 71 χρόνια -να το πάλι το 7, αλλά βέβαια σε αυτές τις λεπτομέρειες δίνεις αξία μονάχα όταν θέλεις πολύ να φτιάξεις σύμβολα.

Είναι σπουδαίο πράγμα τα σύμβολα και πέρα από τα οικουμενικά και πανανθρώπινα, μάλλον ο καθένας μας έχει τα δικά του. Για λόγους που δεν έχει σημασία να αναφερθούν εδώ, το δικό μου ανυπέρβλητο προσωπικό σύμβολο είναι το Πολυτεχνείο. Έχω ακόμα εικόνες από την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου εκεί μέσα, ήταν 16 Νοέμβρη του 81 και ήμουν μόλις τεσσάρων χρονών και η όψη του καλυμμένου από γαρύφαλλα Σβορώνου εκείνης της πρώτης φοράς μπλέκεται φυσικά με τις δεκάδες φορές που αργότερα ξαναβρέθηκα μπροστά του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, και που από μια ηλικία και μετά, βρισκόμουν στο Πολυτεχνείο υπερβολικά συχνά, κάθε φορά, μα κάθε φορά που πέρναγα τα κάγκελα της Στουρνάρη, είχα το ίδιο ακριβώς σφίξιμο στο στομάχι. Και ένιωθα μια ανεξήγητη περήφανεια, που προφανώς δεν ήταν καθόλου δική μου. Είναι απλά εντυπωσιακός ο συναισθηματικός ρόλος των συμβόλων.

Αθήνα, Δεκέμβρης του '44

Αθήνα, Δεκέμβρης του ’44

Πολλά και κουραστικά έχουν ειπωθεί για το συμβολισμό αυτό, για την οικειοποίηση, την αλλοίωση, την προσβολή και την τιμή του νοήματος του Πολυτεχνείου, αλλά στην τελική καθένας μας μέσα του βαθειά ξέρει καλά τι σημαίνει όλο αυτό για τον ίδιο, πόσο το προσέβαλε ή το τίμησε ο ίδιος και πόσο τελικά αναμετριέται με αυτό και βγαίνει χαμένος ή όχι.

Είναι όμως Δεκέμβρης και όχι Νοέμβρης, τό’πα κι αλλού, είναι ο πιο ματωμένος μήνας του χρόνου. Κι όλοι λένε για το ερώτημα που τέθηκε πριν από εφτά χρόνια και κατά πόσο αυτό παραμένει αναπάντητο και πού πήγε το νήμα κι αν χάθηκε και τόνοι μελάνι και πίξελς καταναλώνονται, κι ο καθένας λέει όσα θέλει και νιώθει. Η ουσία μάλλον βρίσκεται στο γεγονός ότι του ερώτημα του ’08 δεν διατυπώθηκε τότε για πρώτη φορά. Γιατι αν άλλα παρόμοια ερωτήματα είχαν απαντηθεί το ’44, το ’46, το ’49, το ’65, το ’73, το ’91, το ’95 αν θες, γιατί όχι, κι άλλες τόσες χρονιές που ίσως ξεχνάω, δεν θα είχε χρειαστεί όλη αυτή η απελπισμένη αγριοσύνη που ξεχύθηκε παντού στους δρόμους και μέσα μας εφτά χρόνια πριν, και δεν εξαντλήθηκε ακόμα.

Αθήνα, Ιούλιος του '65

Αθήνα, Ιούλιος του ’65

Δεν τον έζησα το Δεκέμβρη, ήμουν στην Πολωνία και ξαφνικά έλαβα ένα μήνυμα από τη Μ., ήμουν μέσα σε ένα τραίνο και απλά δεν καταλάβαινα τι διάολο διάβαζα «Σκότωσαν ένα παιδί», λέξεις εντελώς αταίριαστες δίπλα δίπλα στην ίδια πρόταση. Και μετά οι γνωστές σε όλους όσους δεν ζούμε στην Ελλάδα, οι γνωστές ατέλειωτες ώρες μπροστά σε μια οθόνη, νύχτες στο σπίτι, μέρες στη δουλειά, με το δάχτυλο κολλημένο στο F5 και δεκαοχτώ ταμπς ανοιχτά και τα τηλέφωνα και τα μηνύματα και τα «είσαι καλά;» και «ο τάδε πού είναι;» και «με το δείνα μίλησες;» και «να προσέχεις», γιατί ναι, εκείνες τις ώρες πριν από οτιδήποτε άλλο ρωτάς να μάθεις για τους ανθρώπους σου, γιατί ξέρεις καλά πού είναι και φοβάσαι πού μπορεί και να είναι. Και το ίδιο έργο να επαναλαμβάνεται το Μάη του ’10 και τον Ιούνη του ’11 και το Φλεβάρη του ’12. Και οι καβγάδες και οι διαφωνίες και οι αναλύσεις και τα λάθη, τα λάθη που κλωθογυρίζουμε για ατέλειωτες ώρες και άκρη μάλλον δεν βγάζουμε.

Και είναι λοιπόν Δεκέμβρης του ’15 και προσπαθώ, πιέζω τον εαυτό μου να νιώσει ενθουσιασμό, αλλά τελικά επιμένει αυτό το γνώριμο συναίσθημα της απελπισμένης έκστασης και αυτό το πολύ γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι με λίγη από δανεική -μάλλον κλεμμένη- περηφάνεια. Αλλά, ξέρεις, τελικά το μόνο που γεμίζει το κεφάλι μου είναι το πάρα πολύ αίμα που έχει χυθεί και όλοι αυτοί οι νεκροί, που τους λέμε δικούς μας -αλλά το κακό διαβολάκι στο κεφάλι μου επιμένει να ζητά να ορίσω ποιοι είναι οι δικοί μας και ποιοι είναι οι «άλλοι».

Αθήνα, Νοέμβρης του '73 - Πολυτεχνείο

Αθήνα, Νοέμβρης του ’73 – Πολυτεχνείο

Αν είσαι κάπου μεταξύ 30 και 40, θα έχεις μάλλον διαβάσει κάποια στιγμή τους Νικητές της Ζωρζ Σαρρή. Τότε, σε κείνη την Αθήνα, ήταν πολύ σαφές και συγκεκριμένο ποιοι ήταν οι άλλοι, το πεδίο ήταν σαφές και καθαρό και το μίσος ήξερες εύκολα πού να το κατευθύνεις. Σήμερα, είναι κάπως διαφορετικά. Και αν το πας στην πολιτική ανάλυση, θα μιλήσεις για ταξικούς συσχετισμούς και για την εξέλιξη του καπιταλισμού και τη θέση της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και την επίδραση βάσης και εποικοδομήματος και όλα αυτά τα πολύ σημαντικά που περνάμε ώρες, μέρες, χρόνια να διαφωνούμε και να συμφωνούμε.

Αθήνα, Δεκέμβρης του '08

Αθήνα, Δεκέμβρης του ’08

Αλλά το κεντρικό ερώτημα που μένει αναπάντητο και τροφοδοτείται με νεκρούς και αίμα είναι το μόνιμο αίτημα για δικαιοσύνη, για να ζουν οι άνθρωποι καλά, να δημιουργούν και να απολαμβάνουν. Και φυσικά πρέπει να εξετάζεις τα λάθη και τα σωστά, να αναλύεις την συγκυρία και να επανέρχεσαι πάντα στα σωστά εργαλεία που χρείαζεσαι για να διαβάζεις την πραγματικότητα. Και δε γίνεται να μη σκέφτεσαι πως πέντε χρόνια μετά που ο μπάτσος σκότωσε ένα παιδί, πέντε χρόνια μετά οι φασίστες σκότωσαν ένα άλλο παιδί. Αυτά τα δυο παιδιά, όπως και τόσοι άλλοι νεκροί, εξακολουθούν να μην δικαιώνονται κι ο θάνατός τους στέκεται σαν τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας, απαιτώντας τη δικαίωση, απαιτώντας την κοινωνική δικαιοσύνη και την απελευθέρωση. Απαιτώντας από εμάς σαφείς και συγκεκριμένες πράξεις.

Κάθε αρχές του Δεκέμβρη με πιάνει μελαγχολία. Τους κουβαλάμε μέσα μας τους νεκρούς μας. Κι αναμετριώμαστε με το δικό τους μπόι. Έχουμε πολλά ακόμα να κάνουμε.

λοιπόν που λες δεν φοβάμαι

Βρυξέλλες, Grand place, 22 Νοέμβρη 2015

Υπό κανονικές συνθήκες, θα καθόμουν να γράψω για τη Βερόνα, όπου περασα 2 μέρες πριν από περίπου 2 βδομάδες. Τέλοσπάντων, θα γίνει κι αυτό ίσως κάποια στιγμή, αλλά σε αυτή τη φάση θα ήταν μάλλον ακυρίλα.

Αυτό που συμβαίνει είναι απλό, τόσο απλό, όσο περίπλοκη κάνει την καθημερινότητά μας. Δεν είμαι από κείνους που κλείστηκαν σπίτι τους εξαιτίας της τρομοκρατικής απειλής και της κατάστασης συναγερμού. Είμαι γενικά ένας άνθρωπος που αρνείται να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων και πιέσεων, εκτός κι αν πρόκειται για το να βάλω παλτό επειδή κάνει κρύο.

Η γενικότερη αίσθηση που επικρατεί είναι πως περάσαμε περίπου ένα τετραήμερο μέσα στον πανικό για το επικείμενο χτυπημα που ποτέ δεν έγινε. Το κράτος προέβη σε καμιά εικοσαριά προσαγωγές, για να αφήσει ελεύθερους τους περισσότερους από αυτούς 24 ώρες μετά (όπως ορίζει ο νόμος) και δυο μέρες αργότερα αρχίσαμε ήδη να επανερχόμαστε σε μια κανονικότητα.

Είναι όμως έτσι; Και τελικά όλο αυτός αυτός ο κουρνιαχτός, για ποιο λόγο; Τόσα λεφτά, τόσο στρές και τόσες κραυγές από τα μήντια, γιατί;

Καταρχάς η εικόνα πανικού που επελέγη να προωθηθεί, είναι μάλλον λάθος και οπωσδήποτε σκέτη υπερβολή. Δεν πήγα παντού στην πόλη, αλλά η αίσθησή μου είναι πως γενικά ο κόσμος υπάκουσε στις οδηγίες (υπέρ το δέον κιόλας σε ορισμένες περιπτώσεις), αλλά δεν έπαθε πανικό. Ναι, το κέντρο της πόλης ήταν έρημο για δυο μέρες: και δηλαδή να έβγαινε ο κόσμος μέσα στο κρύο και τη βροχή, για να πάει πού, αφού όλα ήταν κλειστά, κατόπιν διαταγής της αστυνομίας;

Προσωπικά, με εξαίρεση το προηγούμενο Σάββατο που βασανιζόμουν από ένα αδυσώπητο χανγκ όβερ, δεν έχει περάσει μέρα που να μη βγω. Χρησιμοποιώ μέσα μαζικής μεταφοράς, πάω σε μπαρ, καφενεία και μαγαζιά και ζω κανονικά, όπως πάντα. Και σκέφτομαι να πάω και μια βόλτα στο Μόλενμπεκ επίσης.

Προφανώς: κανείς δε με έχει πείσει πως πρέπει να φοβάμαι και δεν δέχομαι να υποταχθώ σε μια αόρατη και ασαφή απειλή. Ο φόβος είναι αποτελεσματικός και παραλυτικός, όσο πιο ασαφής και θολή είναι η πηγή που τον προκαλεί. Και αυτό, το κράτος το γνωρίζει καλά και το αξιοποιεί χωρίς καμία συστολή. Κατά συνέπεια, φοβάμαι μήπως βρέξει και βρεθώ έξω χωρίς ομπρέλα -αυτός είναι ένας σαφής και συγκεκριμένος κίνδυνος, ακόμα περισσότερο επειδή δεν έχω ομπρέλα. Αλλά δε γίνεται να φοβάμαι μήπως μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, μήπως εξαπολυθούν στους δρόμους τα τέρατα της κολάσεως ή μήπως ένας βλαμμένος αρχίσει να πυροβολεί σαν τον Αλ Πατσίνο στο Scarface βρισκόμενος σε κατάσταση αμόκ. Οκ, αυτό είναι μια πιθανότητα. Μια άλλη πιθανότητα είναι να με πατήσει αυτοκίνητο. Ή να πάθω πνευμονία. Ή να στραβοκαταπιώ και να μείνω στον τόπο. Ε και;

Η ουσία σε αυτή τη φάση είναι να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι είναι αυτό όλο και για ποιο λόγο συμβαίνει. Βαρεθήκαμε λίγο να αναμασάμε τη μπούρδα περί της σύγκρουσης των πολιτισμών, λησμονώντας τεχνηέντως να σημειώσουμε πως οι βλαμμένοι του ΙΚ πουλάνε πετρέλαιο στις μισές ευρωπαϊκές χώρες, από τις οποίες μάλιστα αγοράζουν όπλα. Τα οποία όπλα λογικό είναι να χρησιμοποιήσουν. Κι αν για κάποιο λόγο ο έμπορος που τους τα πούλησε δεν είναι εντάξει τυπάκι και παίξει μαλακία, ε, θα τα χρησιμοποιήσουν και εναντίον του: έτσι δουλεύει και η μαφία, δεν έχεις δει το Νονό; Πού ακριβώς είναι το στοιχείο της έκπληξης;
Οι πολιτικές διαστάσεις της υπόθεσης είναι περίπλοκες και φτάνουν πολύ μακριά (surprise surprise! μέχρι την εποχή της αποικιοκρατίας μη σου πω), το ζήτημα είναι πως αυτές όλες οι απειλές αφορούν κυρίως τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα, αυτούς δηλαδή που πάντα καλούνται να ξηλωθούν για να πληρώσουν τη λυπητερή: ενίοτε και με την ίδια τους τη ζωή. Αν πχ γίνει πόλεμος. Ή αν ο πόλεμος έρθει και τους χτυπήσει την πόρτα του γηπέδου όπου βλέπουν το ματς. Λέμε τώρα.

Γενικά, σε περιόδους που οι από πάνω (πες το κεφάλαιο, πες το αστική τάξη, πες το πλούσιοι, πες το οι κακοί, δε θα τα χαλάσουμε για την ορολογία) νιώθουν ισχυροί, έχουν το συσχετισμό με το μέρος τους και γενικά έχουν το πάνω χέρι, συνήθως αποθρασσύνονται ακόμα περισσότερο και εξαπολύουν όλο και μεγαλύτερη επίθεση. Λογικό: νιώθω ισχυρός, τό’χω και ορμάω βουρ. Αν επί πλέον, παίζει και οικονομική κρίση (να την πούμε υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου; ε, ας την πούμε), άρα χρειάζεται να γεμίσουν τα μπαούλα τους καταληστεύοντας φυσικά αυτούς που καταληστεύουν πάντα (βλ. πέντε γραμμές πιο πάνω), προκειμένου να επιβάλουν και να επιβεβαιώσουν την πρωτοκαθεδρία τους και να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, εκεί χρειάζεται να πατήσουν πόδι. Να επιβάλουν μέτρα. Να καταστρέψουν ένα μέρος του κοινωνικού συνόλου. Για να έρθει μετά η ανάπτυξη.

Τους είναι απαραίτητο να φοβόμαστε, γιατί οι φοβισμένοι λαοί υπακούουν ευκολότερα, παραλύουν, δεν έχουν αντιστάσεις, άρα θα έχουν τα σωστά και χρήσιμα αντανακλαστικά. Με αυτό τον τρόπο θα θεωρούμε λογικό, φυσικό και καλό για μας, να μας ψάχνουν τις τσάντες στρατιώτες πριν μπουμε στη δουλειά μας, να κάνουμε βόλτα σε μια πλατεία και γύρω μας να βρίσκονται στρατιωτικά οχύματα. Θα θεωρούμε δεδομένο part of the scenery τους μπάτσους με τα fullface και τα αυτόματα στο χέρι. Θα ακυρώσουμε μια προγραμματισμένη πορεία ή μια απεργία, όπως έγινε εδώ στο Βέλγιο, από σεβασμό προς το πένθος, γιατί προέχει να αντιμετωπιστεί ο «εθνικός κίνδυνος», η «απειλή που δέχεται η πατρίδα μας». Σας θυμίζει κάτι;

Είναι μάλλον περιττό να αναφερθεί ότι αυτός ο εθνικός κίνδυνος, αυτή η απειλή προς την πατρίδα, είναι μια μούφα, μια μπανανόφλουδα που συχνά πατάνε οι λαοί και πείθονται ξερωγώ πως ο μπαρμπα-Μήτσος που πουλάει λάχανα στη λαϊκή ή το Μαρικάκι που δουλεύει ταμίας στο σουπερ-μάρκετ κινδυνεύουν το ίδιο με τον τάδε έμπορο όπλων, με το δείνα βιομήχανο ή με τον Χ πολιτικό παράγοντα.

Είδαμε λοιπόν εδώ στο Βέλγιο, κατά τ’αλλα αριστερό κόσμο (βάλε τα εισαγωγικά όπου θες) να μιλάει για «επίθεση ενάντια στην πρωτεύουσα της χώρας» και να παρακινεί «να γίνει κάτι για να αντιμετωπιστούν οι εξτρεμιστές τζιχαντιστές».  Να την χαίρεστε αυτή την αριστερά, εγώ λέω να κάνω μια επανάληψη στο «Τι να κάνουμε;», γιατί θεωρώ πολύ σημαντικό, όταν χρησιμοποιείς το ρήμα «κάνω», «πράττω», «δραστηριοποιούμαι», να βάζεις σαφές και συγκεκριμένο υποκείμενο: ποιος κάνει τι για ποιο λόγο και με ποιο σκόπο. Μόνο έτσι μπορούμε να συνεννοηθούμε.

Σου λέω λοιπόν, φίλε, συγγενή και αγαπημένο πρόσωπο, που είσαι στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού και ανησυχείς για μένα που μένω στο όμορφο λατρεμένο Βρυξελλοχώρι, πως δεν φοβάμαι, πως αυτή η απειλή δεν με αφορά και προτιμώ να συνεχίσω να διαβάζω τον κόσμο με τα εργαλεία που πάντα χρησιμοποιούσα και που ποτέ δεν με απογοήτευσαν. Οι βλαμμένοι με τα καλάσνικοφ δεν είναι λιγότερο εικίνδυνοι από τους γραβατωμένους υπουργούς του N-VA ή όποιου άλλου. Ο κίνδυνος που παρουσιάζουν είναι πιο ωμός και πιο σπλάτερ. Εκεί σταματάνε οι διαφορές όμως.

Απόψε λοιπόν θα πάω για ποτάκια, σε δυο βδομάδες θα πάω σε μια γαμάτη συναυλία, σε τρεις βδομάδες θα πάρω αεροπλάνο και ούτω καθ’εξής. Και δε θα βγάλω από το οπτικό μου πεδίο τον πραγματικό εχθρό, αυτόν που είναι φονιάς των λαών, όπως έχει αποδείξει κατ’επανάληψη.