Χτες συμπλήρωσα 20 χρόνια ζωής εκτός Ελλάδας και είναι σχεδόν η μισή μου ζωή. Σαν χτες πριν από 20 ακριβώς χρόνια, απόγευμα της τελευταίας μέρας του Φλεβάρη, μια πτήση της Ολυμπιακής με έφερε στο Βρυξελλάκι. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά το άγχος μου, έφευγα για πρώτη φορά, όχι απλά από την Αθήνα, αλλά με σκοπό να μείνω πέντε μήνες -νόμιζα τότε η αφελής- σε μια πόλη που δεν γνώριζα. 

Θυμάμαι πολύ καλά αυτή την πτήση: γύρω στις 6 το απόγευμα, το αεροπλάνο χώθηκε μέσα σε μια εναέρια Μόρντορ, πηχτά γκρι σύννεφα και κεραυνοί γύρω μας, δυνατοί άνεμοι το πήγαιναν πέρα δώθε λες και ήταν αερόστατο. Προσγειωθήκαμε με εντελώς βουλωμένα αυτιά και ανακατεμένα στομάχια σε ένα άσχημο αεροδρόμιο κακής 70s αισθητικής, ενώ έπεφτε τρελή βροχή (πού’νά ξερα) και φύσαγε τρελός αέρας (πού να΄ξερα δις).

Μόλις είχε ξεκινήσει η αποκλειστική κυκλοφορία του ευρώ, κι εγώ έψαχνα να βρω σπίτι σε μια άγνωστη πόλη, στην οποία ακόμα ο κόσμος συνεννοούνταν σε βέλγικα φράγκα, ενώ εγώ έπρεπε να κάνω νοερά τη μετατροπή από φράγκα σε ευρώ και από ευρώ σε δραχμές, μπας και βγάλω άκρη. Τλκ νοίκιασα μια σοφίτα τύπου Αμελί Πουλέν, αλλά πανάκριβη και κατάτι λιγότερο ρομαντική: οι κουρτίνες ήταν μισοσκισμένες, οι ταπετσαρίες ψιλοσάπιες και τα βράδια από πάνω από το κεφάλι μου άκουγα κάτι συμπαθή τρωκτικά να παρτάρουν, αλλά νεβερ μάηντ, δεν περνούσα και πολύ χρόνο εκεί μέσα. Παράλληλα, έπρεπε να συνηθίσω σε κάτι γαλλικά που δεν ήταν αυτά που είχα μάθει (άκου nonante!), αλλά και σε μια άλλη γλώσσα που δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι τη μιλούσε τόσος πολύς κόσμος στο Βέλγιο, ώστε όλες οι επιγραφές να είναι δίγλωσσες. 

Τις πρώτες μέρες έμεινα σε ένα ξενοδοχείο που λεγόταν Aristote, κοντά στην πλατεία Στάλινγκραντ (!), σε μια περιοχή που μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν και πολύ καλόφημη (κοντά στο Midi για σας που ξέρετε), και του οποίου οι διάδρομοι με τα δωμάτια είχαν ονόματα εμπνευσμένα από την Κόλαση του Δάντη. Έμενα σε ένα δωμάτιο στο Πουργκατόριο και τα βράδια διάβαζα τα τελευταία κεφάλαια από το Έγκλημα και Τιμωρία. Καθώς αναλογίζομαι τη φάση, αναρωτιέμαι αν περνούσα κατάθλιψη ή αν έχω ξεχάσει τι έπινα. Το ξενοδοχείο πάντως εκεί είναι ακόμα. 

Πέρασα πέντε καταπληκτικούς μήνες, όπου στην πρακτική που έκανα δεν καταλάβαινα χριστό (πλέον μπορώ να το παραδεχτώ χωρίς αμηχανία), αλλά μετά τις 6 που σχολάγαμε και τα ΣΚ ζούσα αυτό που ήταν ο σκοπός μου όταν αποφάσισα να φύγω: την περιπέτεια, την εμπειρία να μη μιλάς ελληνικά, να γνωρίζεις κόσμο από ένα σωρό απίθανες χώρες, να κάνεις βόλτες με το τρένο για πλάκα και να περνάς τα ΣΚ σε άλλες χώρες, χωρίς απαραίτητα να πάρεις αεροπλάνο. Δεν είχα καμία όρεξη να επιστρέψω στην Ελλάδα -όχι μόνο για όσα με καλούσαν σαν σειρήνες εδώ, αλλά και για όσα ήθελα να αποφύγω εκεί. 

Δε θα μπω σε λεπτομέρειες, δύο ακόμα χώρες μετά, επέστρεψα στο Βρυξελλάκι, για να ανακαλύψω ότι η περιπέτεια τελειώνει όταν αρχίζεις να έχεις μια κανονική βαρετή δουλειά. Ότι η προσαρμογή δεν είναι εύκολη όταν εγκαθίστασαι μόνιμα σε μια άλλη χώρα, και ξεκινάς μια κανονική ζωή. Ότι γνκ η ζωή, όταν τελειώσει η φοιτητοκατάσταση, δεν είναι τραλαλά. 

Έφυγα από την Ελλάδα σε μια εποχή που φεύγαμε από επιλογή, για να ζήσουμε την περιπέτεια, και μπορεί να επιστρέφαμε, μπορεί και όχι, αλλά μπροστά μας ανοίγονταν ένα σωρό προοπτικές, ή μάλλον έτσι νομίζαμε οι αδαείς τότε στα χρόνια της φούσκας. 

Κατάλαβα πόσο πολύ μου έλειπε η Ελλάδα το Δεκέμβρη του 08. Μου φαινόταν αδιανόητο ότι μάθαινα τα νέα από το tvxs και το indymedia, κι ότι ο κόσμος γύρω μου δεν καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό που συνέβαινε στην Αθήνα, ότι για να μοιραστώ αυτό που ένιωθα, έπρεπε να καλέσω διεθνή κλήση. 

Αποπειράθηκα μάταια να επιστρέψω στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια αργότερα, τη χειρότερη στιγμή και φσκ πήρα αυτό που καταλαβαίνετε: έψαχνα δουλειά στην Ελλάδα το 12, πιο άκυρο πεθαίνεις. Τότε, συζητώντας και με άλλους “βετεράνους” του εξωτερικού, συνειδητοποίησα ότι στη δεκαετία πάνω κάνεις ταμείο. Κι ότι αν είσαι ακόμα έξω, κάπως το διψήφιο νουμεράκι σε ταρακουνάει, αλλά μάλλον είναι ώρα να αρχίσεις να συνηθίζεις στην ιδέα ότι δεν παίζει να γυρίσεις. 

Μαθαίνεις να ζεις με γέφυρες: τουήτερ, σκάηπ, blogs, ενώ η αναζήτηση στο skyscanner γίνεται χόμπι ή ρουτίνα. 

Νταξ, μεγαλώνοντας, ωριμάζεις (λένε), κατασταλλάζεις (λένε), βγάζεις συμπεράσματα. Μαθαίνεις θα πω εγω. Αν έμαθα κάτι είναι ένα πράγμα που μοιάζει με απερίγραπτο κλισέ, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό: οι άνθρωποι έχουμε πιο πολλά κοινά από διαφορές. Είμαστε περισσότερο κοντά, περισσότερο ίδιοι από όσο νομίζουμε. Έχουμε τις ίδιες ανάγκες, έχουμε συναισθήματα και θέλουμε όλοι να ζούμε καλά. Κι όταν μας φταίει ο καιρός, η δουλειά ή ο διπλανός μας στο μετρό -κάτι άλλο στην πραγματικότητα μας φταίει, και θα συνεχίσει να μας φταίει, ακόμα κι αν μετακομίσουμε στο αντίθετο ημισφαίριο. 

Έχω κάπως την αίσθηση πως δεν έχει σημασία πού ζεις. Σημασία έχει πώς ζεις. Σημασία έχει ποιους ανθρώπους επιλέγεις να έχεις γύρω σου. Πατρίδα τλκ (ή μάλλον home που είναι λιγότερο σεξιστικό και πιο ακριβές) είναι οι άνθρωποι, όχι τα κτήρια. Έτσι κι αλλιώς, το τι διαβατήριο έχεις είναι τυχαίο γεγονός. Τολμώ να πω ότι πλέον θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε δεν είναι εμπόλεμη ζώνη και δεν έχει ξερωγώ κάποια major καταστροφή. Ποιος ξέρει, θα δείξει. 

Είκοσι χρόνια – πέρασαν σα μια ανάσα, είναι περίεργο, είναι και λίγο συγκινητικό. 

Είκοσι χρόνια, λοιπόν, Βρυξελλάκι καρδούλα.