Αστυπάλαια, 13 Αυγούστου 2016, φώτο της Κίκας

Αστυπάλαια, 13 Αυγούστου 2016, φώτο της Κίκας

Ο φίλος μου ο Silent πήγε στην Κοπεγχάγη και στο Όσλο και ανέβασε φωτογραφίες συνοδεία Χατζηδάκι και Κούντερα.

Σήμερα το πρωί άκουγα αυτό -πόσο σύμπτωση μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο Silent κι εγώ πάθαμε κόλλημα με το λιμάνι της Κοπεγχάγης κι ότι σκεφτόμασταν Χατζηδάκι την ίδια μέρα;

Η φίλη μου η Θεωρέμα πριν από λίγες μέρες έγραψε αυτό κι εγώ ένιωσα να φουσκώνω από συγκίνηση, τρυφερότητα και ταύτιση. Ένιωσα κάτι γνώριμο από παλιά.

Γιατί όλα αυτά αναβίωσαν για λίγο τη μαγεία της εποχής εκείνης που θα αποκαλούσα «τα χρόνια της αθωότητας του ίντερνετ«, τότε που παθαίναμε ενθουσιασμό, εντυπωσιασμό και μεγάλη χαρά, ανακαλύπτοντας ο ένας τον άλλο και νιώθαμε πως είμαστε αδερφές ψυχές παρά τα χιλιόμετρα που μας χώριζαν, τότε που τα πίξελ εξαφάνιζαν τις αποστάσεις και λειτουργούσαν σαν διαβιβαστές συναισθημάτων, ντοπαμίνης και ωκυτοκίνης.

Τα χρόνια της αθωότητας μπορεί να τέλειωσαν, αλλά μας έμειναν οι φίλοι, η τρυφερότητα, τα πιο σπάνια [αλλά πιο ουσιαστικά] μηνύματα, σε μπουκάλι ή σε πι εμ, ντι εμ, γουοτέβερ εμ και τα ανταμώματα.

Μας έμεινε επίσης αυτό που κάθεται και παραμένει, καθώς διαλύεται ο κουρνιαχτός. Κι η χαρά να ανακατεύουμε τους φίλους από το ίντερνετ με τους φίλους από το real life, τους φίλους από την Αθήνα ή την Κρήτη με τους φίλους από το Βρυξελλάκι  <3 (όπως πλέον ξαναβαφτίστηκε το Βρυξελλοχώρι) και να βγαίνει μια σαλάτα σχεδόν εφάμιλλη σε γεύση με τη χωριάτικη (για την οποία κάποτε θα γράψω μια ωδή, τό’χω υποσχεθεί στον εαυτό μου).

Μας έμεινε η δημιουργικότητα και τα μάτια που λάμπουν στο άκουσμα μιας νέας ιδέας, μιας βόλτας, ενός ταξιδιού, μιας συναυλίας. Μπορεί να κάναμε μια μικρή στάση, μια ανάπαυλα στο πιτ στοπ ίσως, αλλά κάτι μέσα μου μού λέει καθαρά πως δεν είμαστε καν στα μισά της διαδρομής. Μας περιμένουν ακόμα πολλά ντάηνερς, βενζινάδικα, λίμνες και χιόνια να διαβούμε. Πολλές πορείες να περπατήσουμε.

Εμείς που κλείνουμε εισιτήρια για πλάκα, άσχετα αν υπάρχουν φράγκα, για να’ρθουν οι φίλοι να μας δουν. Εμείς που παίρνουμε χαρά απλά και μόνο ξεφυλλίζοντας το skyscanner και το lonely planet. Που τελικά η ουσία της ζωής για μας είναι η χαρά της ανακάλυψης, καθετί καινούριο, θες τραγούδι, θες εικόνα, θες σκέψη, θες συναίσθημα, θες πιώμα.

Εμείς, μλκ, που γελάμε στις κηδείες. Γελάμε κλαίγοντας. Βασικά γελάμε και δεν κρατάμε κακίες. Απλά, όταν χρειάζεται, κάνουμε ένα ωραίο ξεκαθάρισμα -και πάλι φίλοι όμως και καλή καρδιά.

Δέκα χρόνια κιόλας. Άκου να δεις Silent, τις προάλλες ρε συ είδα το Δύτη στο Βρυξελλοχώρι, πόσο γαμάτο ε; Και με πιάσανε τα γέλια όταν είδα το μέηλ του, γιατί μου πήρε περίπου τριάντα δευτερόλεπτα να θυμηθώ πώς τον λένε στην πραγματικότητα (και για το επίθετο δεν είμαι σίγουρη, αλλά ποιος νοιάζεται), αλλά δεν ξεχνώ εκείνη τη βόλτα στη θάλασσα έξω από τα Χανιά (πάνε τρία χρόνια; τέσσερα; ίσως πέντε) που μετά το φαγητό και τις ρακές, εσύ κι αυτός φτιάχνατε καστράκια και ζωγραφίζατε σχέδια στην άμμο, όσο πιο μακριά από το κύμα γινόταν. Ήταν σούρουπο. Παίζει να ήμασταν κοντά στη Σούδα. Ήταν ωραία. Είχαμε γελάσει, είχαμε σίγουρα μιλήσει πολιτικά, κι είχαμε επίσης κουτσομπολέψει. Ούτε και θυμάμαι τι, θυμάμαι όμως τη γλυκιά αίσθηση του σούρουπου και τα κάστρα στην άμμο.

Μου βγαίνουν κι άλλα τέτοια συναισθηματικά, όπως να σου πω Silent, ότι είσαι ένας βασικός λόγος που αγάπησα την Κρήτη -εσύ και κάνας δυο άλλοι που θα τους το πω από κοντά κάποια στιγμή σύντομα. Σκέφτομαι το φίλο μας το Βιβλιοθηκάριο που στεναχωριέται που αργοπεθαίνουν τα blogs (πες πέθαναν ήδη καλύτερα). Είναι που τα blogs είναι μικρομάγαζα, και ξέρεις στην εποχή της κρίσης που ζούμε, τα μικρομάγαζα πεθαίνουν, τα παίρνουν αμπάριζα τα malls, δηλαδή το fb και κάτι άλλοι τέτοιοι κολοσσοί. Ο κόσμος προτιμάει σούπερ μάρκετ, γρήγορη, εύκολη και πλαστική κατανάλωση, τα πάντα όλα σ’ενα σκρολ ντάουν, τα μικρομάγαζα του πέφτουνε βαριά του κόσμου, πού να κάθεσαι να σκέφτεσαι τώρα; Και πέφτουμε κι εμείς οι ίδιοι στη λούμπα.

Έπαθα κι εγώ γκρίνια Βιβλιοθηκάριου, μαλακία λέω, είμαι γω γκρινιάρα; (μη γελάς, σε βλέπω). Σκέφτομαι αλλιώς εγώ, πως αν κάτι πεθαίνει, καλώς πεθαίνει, μάλλον δεν έχει άλλο να δώσει, οπότε καλώς έδωσε όσα έδωσε και μπάστα κι η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία. Ας μεγαλουργήσει για λίγο το σούπερ μάρκετ, δεν πειράζει, ας κάνει την αρπαχτή του. Μετά, όταν η φούσκα θα σκάσει, θα μείνουν μόνο αυτά τα λίγα που αξίζουν, που αντέχουν στο χρόνο. Αυτός εδώ ο φανταστικός τύπος πχ.

Κοιτάζω μπροστά και βλέπω δρόμους να φεύγουν, καράβια και ράγες τρένων να πηγαίνουν μακριά, λευκά πανιά στον ορίζοντα, και κύματα, πολλά κύματα. Βλέπω μουσικές στη διαπασών μέσα σε ένα παλιό αμάξι που με το ζόρι πιανει τα 60. Βλέπω κι ένα νοικιασμένο που τραγουδάει φάλτσα «μενεξέδες και ζουμπούλια και θαλασσινά πουλιά».

Αυτά τα θαλασσινά πουλιά που δεν στέκονται, που κυλούν σε γαλάζιους ουρανούς και σύννεφα, αυτά τα ερωτεύτηκα αθεράπευτα και για πάντα. Με αυτά τα θαλασσινά πουλιά θέλω να πιω κονιάκ ένα κρύο βράδυ στο Archiduc στο Βρυξελλάκι <3, να φάω βρώμικο μαζί τους σε ένα ντάηνερ κάπου στο Ιλλινόις, να προσπαθώ μαζί τους να καταλάβω τι γράφει μια πινακίδα με κυριλλικούς χαρακτήρες στο Νοβοσιμπίρσκ.

Τους χρωστάω ευγνωμοσύνη, εγώ προσωπικά, για μέρες σαν τη σημερινή που έχω όρεξη να κάνω πλάνα και που όλα βγάζουν νόημα. Μαζί μπορούμε να ξύσουμε την επιφάνεια και βάλουμε περιεχόμενο σε λέξεις όπως μοναξιά, απόγνωση, θλίψη. Να αποκτήσουν οι λέξεις πραγματικές διαστάσεις. Και μόλις ολοκληρώσουμε το έργο της απόδοσης περιεχομένου, να τις κατεδαφίσουμε, κι αυτές και το περιεχόμενό τους. Και με τα συντρίμια να φτιάξουμε εισιτήρια, τρένα και καράβια, να μπούμε μέσα και να γίνουμε Πήτερ Παν και Τίνκερμπελ. Να χαθούμε στον ορίζοντα χορεύοντας Clash και Pulp -ενώ στο μυαλό μας θα γυρίζουν τελικά για πάντα τα 9/8 κάποιου Μάρκου.