Ζω μακριά από την Ελλάδα 14 χρόνια (και κάτι ψιλα). Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω το συναίσθημα του «μη ανήκειν» ή καλύτερα του «ανήκειν σε περισσότερα από ένα πλαισια». Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να ανηκουμε κάπου, γτ μόνο μέσα σε πλαίσια μπορούμε να αντιληφθουμε και να κατανοησουμε τον κόσμο γύρω μας. Γι’αυτό εξάλλου χτίζουμε στερεότυπα.

Αν ένα πράγμα μου έδωσε η εκτός Ελλάδας ζωή, είναι το ότι έχω σε μεγάλο βαθμό καταφέρει να σκέφτομαι «έξω από το κουτι» και ότι έχω καταρριψει σταθερές και απολυτες πεποιθήσεις μου πάρα πολλές φορές. Έχω αυτοαναιρεθει και αυτοακυρωθει σε ένα σωρό πράγματα και καταστάσεις.

Αυτό είναι ένα πολύ καλό βήμα προς την αυτογνωσία.

Νόμιζα πχ πως μου ταιριάζει το λατινικό μοντέλο. Γνώρισα το λατινικό μοντέλο και κατάλαβα ότι χωραω καλύτερα στο αγγλοσαξωνικο. Και πάλι βέβαια η χρήση της λέξης «μοντέλο» γίνεται για οικονομία της συζήτησης, η λέξη κατά βάση είναι λάθος. Μάλλον, είναι στερεότυπο.

Ένα άλλο δώρο που μου έκανε η εκτός Ελλάδας ζωή, είναι ακριβώς πως αγάπησα την Ελλάδα, με έναν τρόπο που, όσοι δεν έχετε ζήσει εκτός (και συμπαθατε με για το δασκαλιστικο υφος), μάλλον δεν θα καταφέρετε ποτέ. Δε θεωρώ την Ελλάδα καλύτερη. Ούτε χειρότερη. Έχει απλά μια διαφορετικοτητα την οποία θα κουβαλαω πάντα μέσα μου. Και την οποία έμαθα να αγαπώ, όπως έμαθα να αγαπώ τον εαυτό μου.

Και πέρα από γραφικές εικόνες με θάλασσες, νησιά, βουνά και τσίπουρα (τα οποία διόλου δεν υποτιμω), η ελληνικοτητα είναι μια σπουδαία αξία. Όσο σπουδαίες βέβαια είναι και η γαλλικοτητα, η βελγικότητα ή η ρωσικότητα. Μπορείς να αναγνωριζεις μια από αυτές ως δική σου, καταφερνοντας όμως να εκτιμάς και να απολαμβάνεις – και, έστω κλεφτά και για στιγμές, να οικειοποιεισαι-, και τις άλλες.

Εν τέλει, οι άνθρωποι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, δεν διαφερουμε και τόσο πολύ, όσο θέλουν να μας πείσουν τα σχολεία και οι κοινωνίες μας. Στις πέντε βασικές μας ανάγκες, μάλιστα, για οξυγόνο, στέγη, τροφή, πλήρωση και συναισθηματικη κάλυψη, είμαστε  απόλυτα ίδιοι.

Με έχει απασχολήσει δεκάδες φορές η έννοια «πατρίδα» όλα αυτά τα χρόνια, πράγμα εξαιρετικά λογικό όσο και κοινοτυπο. Μάλλον θα με απασχολεί για παντα. Ακόμα και αν γυρίσω κάποτε στην Ελλάδα, που δεν είμαι σίγουρη αν το θέλω, είμαι απόλυτα βέβαιη ότι θα κουβαλαω πλέον μέσα μου ένα σωρό άλλους τόπους. Αυτούς όπου έζησα, αυτούς που επισκεφτηκα, αυτούς που γνώρισα από ανθρώπους, κι ας μην πήγα εκεί ποτέ.

Νομίζω τελικά πως πατρίδα είναι κατά βάση οι άνθρωποι κι αυτά που ζεις μαζί τους. Έχουμε απίστευτα πολλές δυνατότητες και δυνάμεις μέσα μας, ούτε καν φανταζομαστε πόσες, κι αυτό αναδεικνυεται σε συγκυριες «κρισης» και σε καταστάσεις οριακές. Σε ο, τι με αφορά τουλάχιστον, έχω καταλάβει πως μπορώ να λειτουργησω σχεδόν παντού και σε κάθε πλαίσιο – εφόσον το θέλω και το επιλέξω.

Και πάντως θα είμαι πάντα μια σύνθεση που μονίμως θα πλουτιζεται και που καμια από τις συνιστωσες της δεν είναι αποκλειστικά δική μου.

Και θα έχω μονίμως την ανάγκη, να νιώσω τη χαρά που φουντωνει όταν λέω ευχαριστώ.


Γράφτηκε αρχικά σαν ποστ στο φβ, με αφορμή ένα σημείο από το βιβλίο του Χορχε Μπουκάι «Déjame que te cuente», το τραγουδάκι της Cesaria και τρεις συγκεκριμενους ανθρώπους (ξέρουν αυτοί😉 ).