3 Αυγούστου 1995. Δέκα τέσσερις ώρες μέχρι την Αμοργό με κάποια Δημητρουλα. Τότε που νομίζεις πως γίνεται να συμβαίνουν τα πάντα. Εποχές γλυκές σαν ηλικίες που νιώθεις παντοδυναμος επειδή έχεις ένα σάκο στην πλάτη, φίλους καλούς και θάλασσες να σε περιμένουν. Και την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος όλος σου ανήκει.

3 Αυγούστου 2016. Στο καράβι για την Αμοργό, τελευταίο κατάστρωμα, ήλιος κι αέρας, το Αιγαίο στα καλύτερα κέφια του.

Τώρα πια το ταξίδι είναι μόλις 8 ώρες. Πάλι με ένα σάκο στην πλάτη, φίλους καλούς και θάλασσες να περιμένουν.

Τώρα όμως, ο κόσμος όντως σου ανήκει. Τώρα όντως συμβαίνουν τα πάντα. Τώρα έχεις αληθινή δύναμη. Τη δύναμη που πηγάζει από το γεγονός ότι ξέρεις πώς να ρουφηξεις τη ζωή. Γιατί ξέρεις πια τα τερτιπια της και τις δικές σου αδυναμίες, ξέρεις πια πώς να τη χειριστεις, πώς να δεχτείς όσα σου δίνει, να τα κάνεις πιο όμορφα και να τα επιστρεφεις.

Να μην προσδοκας τίποτα, να δέχεσαι αυτό που σου προσφέρεται, να έχεις συνείδηση ότι η ζωή είναι πράξεις, απλά να κάνεις αυτό που σου’ρχεται, να λες αυτό που θες, να εκφραζεις αυτό που νιώθεις.

Να παίρνεις το πλοίο για ένα νησί και μετά για ένα άλλο, ενώ παράλληλα κάνεις καθημερινά το πιο σπουδαίο ταξίδι, την περιπλάνηση στον πλανήτη της ψυχής σου και την εξερεύνηση στους πλανήτες των ανθρώπων που νοιάζεσαι.
Ανάμεσα σε δύο Αυγουστους, μεσολαβησαν δεκάδες μήνες, μισή ζωή πες. Αυτό που μένει είναι οι άνθρωποι και η αγάπη. Κι όλα όσα έδωσες που ήρθαν πίσω πολλαπλασια.

Κι η ευγνωμοσυνη, αυτό το ακριβό συναίσθημα που ξεχειλιζει σαν χειμαρος, σε γεμίζει με σταγόνες χαράς σε ενεσιμη μορφή.

Νιώθουμε μια ταύτιση με τα νησιά, γιατί είμαστε κι εμείς νησιά που μας ενώνει μια κόκκινη θάλασσα φτιαγμένη από τις πράξεις που μας δένουν.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γέμισαν τις μέρες μου, τα νησιά που κουβαλαω μέσα μου.

Καλούς Αυγουστους να’χουμε.