Αθήνα, Οκτώβρης του '44 - Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση

Αθήνα, Οκτώβρης του ’44 – Οι Αθηναίοι πανηγυρίζουν την απελευθέρωση

Εφτά χρόνια μετά και η ερώτηση ακόμα δεν έχει απαντηθεί. Μπορεί να μεσολαβήσουν πολλές εφτάδες χρόνων ακόμα ή και καμία. Μου έρχεται στο μυαλό ο παππούς αυτού του Δεκέμβρη που’χει κιόλας συμπληρώσει 71 χρόνια -να το πάλι το 7, αλλά βέβαια σε αυτές τις λεπτομέρειες δίνεις αξία μονάχα όταν θέλεις πολύ να φτιάξεις σύμβολα.

Είναι σπουδαίο πράγμα τα σύμβολα και πέρα από τα οικουμενικά και πανανθρώπινα, μάλλον ο καθένας μας έχει τα δικά του. Για λόγους που δεν έχει σημασία να αναφερθούν εδώ, το δικό μου ανυπέρβλητο προσωπικό σύμβολο είναι το Πολυτεχνείο. Έχω ακόμα εικόνες από την πρώτη φορά που πάτησα το πόδι μου εκεί μέσα, ήταν 16 Νοέμβρη του 81 και ήμουν μόλις τεσσάρων χρονών και η όψη του καλυμμένου από γαρύφαλλα Σβορώνου εκείνης της πρώτης φοράς μπλέκεται φυσικά με τις δεκάδες φορές που αργότερα ξαναβρέθηκα μπροστά του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, και που από μια ηλικία και μετά, βρισκόμουν στο Πολυτεχνείο υπερβολικά συχνά, κάθε φορά, μα κάθε φορά που πέρναγα τα κάγκελα της Στουρνάρη, είχα το ίδιο ακριβώς σφίξιμο στο στομάχι. Και ένιωθα μια ανεξήγητη περήφανεια, που προφανώς δεν ήταν καθόλου δική μου. Είναι απλά εντυπωσιακός ο συναισθηματικός ρόλος των συμβόλων.

Αθήνα, Δεκέμβρης του '44

Αθήνα, Δεκέμβρης του ’44

Πολλά και κουραστικά έχουν ειπωθεί για το συμβολισμό αυτό, για την οικειοποίηση, την αλλοίωση, την προσβολή και την τιμή του νοήματος του Πολυτεχνείου, αλλά στην τελική καθένας μας μέσα του βαθειά ξέρει καλά τι σημαίνει όλο αυτό για τον ίδιο, πόσο το προσέβαλε ή το τίμησε ο ίδιος και πόσο τελικά αναμετριέται με αυτό και βγαίνει χαμένος ή όχι.

Είναι όμως Δεκέμβρης και όχι Νοέμβρης, τό’πα κι αλλού, είναι ο πιο ματωμένος μήνας του χρόνου. Κι όλοι λένε για το ερώτημα που τέθηκε πριν από εφτά χρόνια και κατά πόσο αυτό παραμένει αναπάντητο και πού πήγε το νήμα κι αν χάθηκε και τόνοι μελάνι και πίξελς καταναλώνονται, κι ο καθένας λέει όσα θέλει και νιώθει. Η ουσία μάλλον βρίσκεται στο γεγονός ότι του ερώτημα του ’08 δεν διατυπώθηκε τότε για πρώτη φορά. Γιατι αν άλλα παρόμοια ερωτήματα είχαν απαντηθεί το ’44, το ’46, το ’49, το ’65, το ’73, το ’91, το ’95 αν θες, γιατί όχι, κι άλλες τόσες χρονιές που ίσως ξεχνάω, δεν θα είχε χρειαστεί όλη αυτή η απελπισμένη αγριοσύνη που ξεχύθηκε παντού στους δρόμους και μέσα μας εφτά χρόνια πριν, και δεν εξαντλήθηκε ακόμα.

Αθήνα, Ιούλιος του '65

Αθήνα, Ιούλιος του ’65

Δεν τον έζησα το Δεκέμβρη, ήμουν στην Πολωνία και ξαφνικά έλαβα ένα μήνυμα από τη Μ., ήμουν μέσα σε ένα τραίνο και απλά δεν καταλάβαινα τι διάολο διάβαζα «Σκότωσαν ένα παιδί», λέξεις εντελώς αταίριαστες δίπλα δίπλα στην ίδια πρόταση. Και μετά οι γνωστές σε όλους όσους δεν ζούμε στην Ελλάδα, οι γνωστές ατέλειωτες ώρες μπροστά σε μια οθόνη, νύχτες στο σπίτι, μέρες στη δουλειά, με το δάχτυλο κολλημένο στο F5 και δεκαοχτώ ταμπς ανοιχτά και τα τηλέφωνα και τα μηνύματα και τα «είσαι καλά;» και «ο τάδε πού είναι;» και «με το δείνα μίλησες;» και «να προσέχεις», γιατί ναι, εκείνες τις ώρες πριν από οτιδήποτε άλλο ρωτάς να μάθεις για τους ανθρώπους σου, γιατί ξέρεις καλά πού είναι και φοβάσαι πού μπορεί και να είναι. Και το ίδιο έργο να επαναλαμβάνεται το Μάη του ’10 και τον Ιούνη του ’11 και το Φλεβάρη του ’12. Και οι καβγάδες και οι διαφωνίες και οι αναλύσεις και τα λάθη, τα λάθη που κλωθογυρίζουμε για ατέλειωτες ώρες και άκρη μάλλον δεν βγάζουμε.

Και είναι λοιπόν Δεκέμβρης του ’15 και προσπαθώ, πιέζω τον εαυτό μου να νιώσει ενθουσιασμό, αλλά τελικά επιμένει αυτό το γνώριμο συναίσθημα της απελπισμένης έκστασης και αυτό το πολύ γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι με λίγη από δανεική -μάλλον κλεμμένη- περηφάνεια. Αλλά, ξέρεις, τελικά το μόνο που γεμίζει το κεφάλι μου είναι το πάρα πολύ αίμα που έχει χυθεί και όλοι αυτοί οι νεκροί, που τους λέμε δικούς μας -αλλά το κακό διαβολάκι στο κεφάλι μου επιμένει να ζητά να ορίσω ποιοι είναι οι δικοί μας και ποιοι είναι οι «άλλοι».

Αθήνα, Νοέμβρης του '73 - Πολυτεχνείο

Αθήνα, Νοέμβρης του ’73 – Πολυτεχνείο

Αν είσαι κάπου μεταξύ 30 και 40, θα έχεις μάλλον διαβάσει κάποια στιγμή τους Νικητές της Ζωρζ Σαρρή. Τότε, σε κείνη την Αθήνα, ήταν πολύ σαφές και συγκεκριμένο ποιοι ήταν οι άλλοι, το πεδίο ήταν σαφές και καθαρό και το μίσος ήξερες εύκολα πού να το κατευθύνεις. Σήμερα, είναι κάπως διαφορετικά. Και αν το πας στην πολιτική ανάλυση, θα μιλήσεις για ταξικούς συσχετισμούς και για την εξέλιξη του καπιταλισμού και τη θέση της Ελλάδας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα και την επίδραση βάσης και εποικοδομήματος και όλα αυτά τα πολύ σημαντικά που περνάμε ώρες, μέρες, χρόνια να διαφωνούμε και να συμφωνούμε.

Αθήνα, Δεκέμβρης του '08

Αθήνα, Δεκέμβρης του ’08

Αλλά το κεντρικό ερώτημα που μένει αναπάντητο και τροφοδοτείται με νεκρούς και αίμα είναι το μόνιμο αίτημα για δικαιοσύνη, για να ζουν οι άνθρωποι καλά, να δημιουργούν και να απολαμβάνουν. Και φυσικά πρέπει να εξετάζεις τα λάθη και τα σωστά, να αναλύεις την συγκυρία και να επανέρχεσαι πάντα στα σωστά εργαλεία που χρείαζεσαι για να διαβάζεις την πραγματικότητα. Και δε γίνεται να μη σκέφτεσαι πως πέντε χρόνια μετά που ο μπάτσος σκότωσε ένα παιδί, πέντε χρόνια μετά οι φασίστες σκότωσαν ένα άλλο παιδί. Αυτά τα δυο παιδιά, όπως και τόσοι άλλοι νεκροί, εξακολουθούν να μην δικαιώνονται κι ο θάνατός τους στέκεται σαν τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας, απαιτώντας τη δικαίωση, απαιτώντας την κοινωνική δικαιοσύνη και την απελευθέρωση. Απαιτώντας από εμάς σαφείς και συγκεκριμένες πράξεις.

Κάθε αρχές του Δεκέμβρη με πιάνει μελαγχολία. Τους κουβαλάμε μέσα μας τους νεκρούς μας. Κι αναμετριώμαστε με το δικό τους μπόι. Έχουμε πολλά ακόμα να κάνουμε.