Βρυξέλλες, Grand place, 22 Νοέμβρη 2015

Υπό κανονικές συνθήκες, θα καθόμουν να γράψω για τη Βερόνα, όπου περασα 2 μέρες πριν από περίπου 2 βδομάδες. Τέλοσπάντων, θα γίνει κι αυτό ίσως κάποια στιγμή, αλλά σε αυτή τη φάση θα ήταν μάλλον ακυρίλα.

Αυτό που συμβαίνει είναι απλό, τόσο απλό, όσο περίπλοκη κάνει την καθημερινότητά μας. Δεν είμαι από κείνους που κλείστηκαν σπίτι τους εξαιτίας της τρομοκρατικής απειλής και της κατάστασης συναγερμού. Είμαι γενικά ένας άνθρωπος που αρνείται να αλλάξει τον τρόπο ζωής του, εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων και πιέσεων, εκτός κι αν πρόκειται για το να βάλω παλτό επειδή κάνει κρύο.

Η γενικότερη αίσθηση που επικρατεί είναι πως περάσαμε περίπου ένα τετραήμερο μέσα στον πανικό για το επικείμενο χτυπημα που ποτέ δεν έγινε. Το κράτος προέβη σε καμιά εικοσαριά προσαγωγές, για να αφήσει ελεύθερους τους περισσότερους από αυτούς 24 ώρες μετά (όπως ορίζει ο νόμος) και δυο μέρες αργότερα αρχίσαμε ήδη να επανερχόμαστε σε μια κανονικότητα.

Είναι όμως έτσι; Και τελικά όλο αυτός αυτός ο κουρνιαχτός, για ποιο λόγο; Τόσα λεφτά, τόσο στρές και τόσες κραυγές από τα μήντια, γιατί;

Καταρχάς η εικόνα πανικού που επελέγη να προωθηθεί, είναι μάλλον λάθος και οπωσδήποτε σκέτη υπερβολή. Δεν πήγα παντού στην πόλη, αλλά η αίσθησή μου είναι πως γενικά ο κόσμος υπάκουσε στις οδηγίες (υπέρ το δέον κιόλας σε ορισμένες περιπτώσεις), αλλά δεν έπαθε πανικό. Ναι, το κέντρο της πόλης ήταν έρημο για δυο μέρες: και δηλαδή να έβγαινε ο κόσμος μέσα στο κρύο και τη βροχή, για να πάει πού, αφού όλα ήταν κλειστά, κατόπιν διαταγής της αστυνομίας;

Προσωπικά, με εξαίρεση το προηγούμενο Σάββατο που βασανιζόμουν από ένα αδυσώπητο χανγκ όβερ, δεν έχει περάσει μέρα που να μη βγω. Χρησιμοποιώ μέσα μαζικής μεταφοράς, πάω σε μπαρ, καφενεία και μαγαζιά και ζω κανονικά, όπως πάντα. Και σκέφτομαι να πάω και μια βόλτα στο Μόλενμπεκ επίσης.

Προφανώς: κανείς δε με έχει πείσει πως πρέπει να φοβάμαι και δεν δέχομαι να υποταχθώ σε μια αόρατη και ασαφή απειλή. Ο φόβος είναι αποτελεσματικός και παραλυτικός, όσο πιο ασαφής και θολή είναι η πηγή που τον προκαλεί. Και αυτό, το κράτος το γνωρίζει καλά και το αξιοποιεί χωρίς καμία συστολή. Κατά συνέπεια, φοβάμαι μήπως βρέξει και βρεθώ έξω χωρίς ομπρέλα -αυτός είναι ένας σαφής και συγκεκριμένος κίνδυνος, ακόμα περισσότερο επειδή δεν έχω ομπρέλα. Αλλά δε γίνεται να φοβάμαι μήπως μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, μήπως εξαπολυθούν στους δρόμους τα τέρατα της κολάσεως ή μήπως ένας βλαμμένος αρχίσει να πυροβολεί σαν τον Αλ Πατσίνο στο Scarface βρισκόμενος σε κατάσταση αμόκ. Οκ, αυτό είναι μια πιθανότητα. Μια άλλη πιθανότητα είναι να με πατήσει αυτοκίνητο. Ή να πάθω πνευμονία. Ή να στραβοκαταπιώ και να μείνω στον τόπο. Ε και;

Η ουσία σε αυτή τη φάση είναι να προσπαθήσεις να καταλάβεις τι είναι αυτό όλο και για ποιο λόγο συμβαίνει. Βαρεθήκαμε λίγο να αναμασάμε τη μπούρδα περί της σύγκρουσης των πολιτισμών, λησμονώντας τεχνηέντως να σημειώσουμε πως οι βλαμμένοι του ΙΚ πουλάνε πετρέλαιο στις μισές ευρωπαϊκές χώρες, από τις οποίες μάλιστα αγοράζουν όπλα. Τα οποία όπλα λογικό είναι να χρησιμοποιήσουν. Κι αν για κάποιο λόγο ο έμπορος που τους τα πούλησε δεν είναι εντάξει τυπάκι και παίξει μαλακία, ε, θα τα χρησιμοποιήσουν και εναντίον του: έτσι δουλεύει και η μαφία, δεν έχεις δει το Νονό; Πού ακριβώς είναι το στοιχείο της έκπληξης;
Οι πολιτικές διαστάσεις της υπόθεσης είναι περίπλοκες και φτάνουν πολύ μακριά (surprise surprise! μέχρι την εποχή της αποικιοκρατίας μη σου πω), το ζήτημα είναι πως αυτές όλες οι απειλές αφορούν κυρίως τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα, αυτούς δηλαδή που πάντα καλούνται να ξηλωθούν για να πληρώσουν τη λυπητερή: ενίοτε και με την ίδια τους τη ζωή. Αν πχ γίνει πόλεμος. Ή αν ο πόλεμος έρθει και τους χτυπήσει την πόρτα του γηπέδου όπου βλέπουν το ματς. Λέμε τώρα.

Γενικά, σε περιόδους που οι από πάνω (πες το κεφάλαιο, πες το αστική τάξη, πες το πλούσιοι, πες το οι κακοί, δε θα τα χαλάσουμε για την ορολογία) νιώθουν ισχυροί, έχουν το συσχετισμό με το μέρος τους και γενικά έχουν το πάνω χέρι, συνήθως αποθρασσύνονται ακόμα περισσότερο και εξαπολύουν όλο και μεγαλύτερη επίθεση. Λογικό: νιώθω ισχυρός, τό’χω και ορμάω βουρ. Αν επί πλέον, παίζει και οικονομική κρίση (να την πούμε υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου; ε, ας την πούμε), άρα χρειάζεται να γεμίσουν τα μπαούλα τους καταληστεύοντας φυσικά αυτούς που καταληστεύουν πάντα (βλ. πέντε γραμμές πιο πάνω), προκειμένου να επιβάλουν και να επιβεβαιώσουν την πρωτοκαθεδρία τους και να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, εκεί χρειάζεται να πατήσουν πόδι. Να επιβάλουν μέτρα. Να καταστρέψουν ένα μέρος του κοινωνικού συνόλου. Για να έρθει μετά η ανάπτυξη.

Τους είναι απαραίτητο να φοβόμαστε, γιατί οι φοβισμένοι λαοί υπακούουν ευκολότερα, παραλύουν, δεν έχουν αντιστάσεις, άρα θα έχουν τα σωστά και χρήσιμα αντανακλαστικά. Με αυτό τον τρόπο θα θεωρούμε λογικό, φυσικό και καλό για μας, να μας ψάχνουν τις τσάντες στρατιώτες πριν μπουμε στη δουλειά μας, να κάνουμε βόλτα σε μια πλατεία και γύρω μας να βρίσκονται στρατιωτικά οχύματα. Θα θεωρούμε δεδομένο part of the scenery τους μπάτσους με τα fullface και τα αυτόματα στο χέρι. Θα ακυρώσουμε μια προγραμματισμένη πορεία ή μια απεργία, όπως έγινε εδώ στο Βέλγιο, από σεβασμό προς το πένθος, γιατί προέχει να αντιμετωπιστεί ο «εθνικός κίνδυνος», η «απειλή που δέχεται η πατρίδα μας». Σας θυμίζει κάτι;

Είναι μάλλον περιττό να αναφερθεί ότι αυτός ο εθνικός κίνδυνος, αυτή η απειλή προς την πατρίδα, είναι μια μούφα, μια μπανανόφλουδα που συχνά πατάνε οι λαοί και πείθονται ξερωγώ πως ο μπαρμπα-Μήτσος που πουλάει λάχανα στη λαϊκή ή το Μαρικάκι που δουλεύει ταμίας στο σουπερ-μάρκετ κινδυνεύουν το ίδιο με τον τάδε έμπορο όπλων, με το δείνα βιομήχανο ή με τον Χ πολιτικό παράγοντα.

Είδαμε λοιπόν εδώ στο Βέλγιο, κατά τ’αλλα αριστερό κόσμο (βάλε τα εισαγωγικά όπου θες) να μιλάει για «επίθεση ενάντια στην πρωτεύουσα της χώρας» και να παρακινεί «να γίνει κάτι για να αντιμετωπιστούν οι εξτρεμιστές τζιχαντιστές».  Να την χαίρεστε αυτή την αριστερά, εγώ λέω να κάνω μια επανάληψη στο «Τι να κάνουμε;», γιατί θεωρώ πολύ σημαντικό, όταν χρησιμοποιείς το ρήμα «κάνω», «πράττω», «δραστηριοποιούμαι», να βάζεις σαφές και συγκεκριμένο υποκείμενο: ποιος κάνει τι για ποιο λόγο και με ποιο σκόπο. Μόνο έτσι μπορούμε να συνεννοηθούμε.

Σου λέω λοιπόν, φίλε, συγγενή και αγαπημένο πρόσωπο, που είσαι στην Ελλάδα ή οπουδήποτε αλλού και ανησυχείς για μένα που μένω στο όμορφο λατρεμένο Βρυξελλοχώρι, πως δεν φοβάμαι, πως αυτή η απειλή δεν με αφορά και προτιμώ να συνεχίσω να διαβάζω τον κόσμο με τα εργαλεία που πάντα χρησιμοποιούσα και που ποτέ δεν με απογοήτευσαν. Οι βλαμμένοι με τα καλάσνικοφ δεν είναι λιγότερο εικίνδυνοι από τους γραβατωμένους υπουργούς του N-VA ή όποιου άλλου. Ο κίνδυνος που παρουσιάζουν είναι πιο ωμός και πιο σπλάτερ. Εκεί σταματάνε οι διαφορές όμως.

Απόψε λοιπόν θα πάω για ποτάκια, σε δυο βδομάδες θα πάω σε μια γαμάτη συναυλία, σε τρεις βδομάδες θα πάρω αεροπλάνο και ούτω καθ’εξής. Και δε θα βγάλω από το οπτικό μου πεδίο τον πραγματικό εχθρό, αυτόν που είναι φονιάς των λαών, όπως έχει αποδείξει κατ’επανάληψη.