Κοίτα να δείς, Βιβλιοθηκάριε, που με ιντριγκάρισες με την καρτ-ποστάλ σου, καθώς άγγιξες δυο θέματα που πολύ αγαπώ: τη γλώσσα και την πατρίδα. Θυμάμαι ένα στριπάκι της Μαφάλντας που λέει περίπου «Οι Ελβετοί αγαπάνε τη Ελβετία, επειδή γεννήθηκαν εκει; Οι Τούρκοι αγαπάνε την Τουρκία, επειδή γεννήθηκαν εκεί; Αν δεν εκνευριζόταν οι δασκάλα, θα έγραφα μια έκθεση όλο με τέτοιες ερωτήσεις: πατριωτισμός και συνήθεια, ο τίτλος». Δεν το περιγράφω καλά, αλλά είμαι σίγουρη πως το ξέρεις.

Η πατρίδα είναι μια πολύ ιδιόμορφη έννοια, πολύ υποκειμενική νομίζω. Ετυμολογικά μπορεί να προέρχεται από τη λέξη «πατέρας», υποθέτω πως υπό αυτό το πρίσμα «πατρίδα», είναι ο τόπος που γεννήθηκε κάποιος ή ο τόπος του πατέρα του, κάπως έτσι. Όμως πατρίδα τελικά για τον καθένα είναι εκεί που νιώθει οικεία, «home» που λένε κι οι Άγγλοι. Εμένα πατρίδα μου είναι η Αθήνα. Είναι λίγο και το Βρυξελλοχώρι πια.

Πατρίδα είναι και η γλώσσα, γιατί κι εκεί νιώθω οικεία, γιατί είναι το εργαλείο με το οποίο εκφράζομαι κι είναι αδιάσπαστο στοιχείο μας η έκφραση, θαρρώ. Πατρίδα είναι κι η μουσική, άρα πατρίδα σου είναι ίσως κι αυτές οι κασέτες που γράφεις για τις διακοπές σας. Πατρίδα είναι τα τραγούδια που διαλέγεις γι’αυτές τις συλλογές, όσο κι αν δύσκολα συνδυάζονται μεταξύ τους, εσάς είναι ο κοινός σας τόπος και θα είναι πατρίδα των παιδιών σας, σίγουρα, όπως κι εμένα πατρίδα μου είναι ο Λοΐζος κι ο Χατζηδάκις που ακούγαμε στις διακοπές των παιδικών μου χρόνων στο αυτοκίνητο.

Πάνε πολλά χρόνια που δεν έχω γράψει κασέτα, ούτε καν ακούσει. Ούτε και ξέρω πόσα, καμιά δεκαετία σίγουρα. Δεν μπορώ να σου πω αν μου λείπει, νομίζω πως όχι, γιατί πλέον έχω κακή σχέση με τη νοσταλγία, επειδή έχω συμφιλιωθεί με το παρελθόν. Δε νομίζω πως θα μπορούσα να ξανακούσω τις κασέτες των εφηβικών μου χρόνων, αυτές που γράφαμε και χαρίζαμε στους αγαπημένους συμμαθητές μας. Κάπου κάπου ακούγεται τυχαία κάποιο τραγούδι από τότε και σχεδόν ενοχλούμαι.

Ξέρεις, εγώ δεν έχω χωριό, κι έτσι οι διακοπές των παιδικών μου χρόνων, είναι μοιρασμένες σε ένα σωρό ελληνικά μέρη, νησιά ή όχι, κάθε χρονιά και άλλος τόπος. Μου αρέσει αυτό, μου άρεσε τότε, έτσι κι αλλιώς εγώ περνούσα το μεγαλύτερο μέρος των διακοπών μέσα στη θάλασσα: αλλά με άγχωνε και με στεναχωρούσε που κάθε χρόνο έπρεπε να μπω σε μια παρέα, να γίνω μέρος ενός συνόλου που μοιραζόταν κοινές αναμνήσεις από παλιότερα καλοκαίρια, ξέροντας πως το «μπορεί να τα πούμε του χρόνου» της τελευταίας μέρας, δεν επρόκειτο να εκπληρωθεί.

Έτσι βέβαια έχω πολλές πατρίδες, αλλά δέσιμο δεν έχω. Παρά μόνο με την Αθήνα. Τι με βάζεις και θυμάμαι τώρα. Είναι καλοκαίρι, είναι καιρός για χαρά και ξεγνοιασιά. Ακόμα και στο Βρυξελλοχώρι δεν βρέχει σήμερα, κι ας κάνει ψύχρα.

Θέλω να σου ευχηθώ, φέτος στα Πούλιθρα να προσθέσετε όλοι σας μια ακόμα πινελιά στην πατρίδα σας των καλοκαιρινών διακοπών. Και μπόλικες νότες, αλλά αυτό δε χρειάζεται να το ευχηθώ: έχεις ήδη φροντίσει!

Καλή αντάμωση, Βιβλιοθηκάριε!