Αγαπητέ Βιβλιοθηκάριε,

Η καρτ-ποστάλ που έστειλες στον Silent, είχε κι άλλους αποδέκτες κι ένας από αυτούς ήμουν κι εγώ. Πολλές σκέψεις μου γέννησαν οι δικές σου σκέψεις -ή ίσως να τις είχα ήδη στα σπάργανα μες το κεφάλι μου και η καρτ-ποστάλ σου να τις απελευθέρωσε.

Είσαι τυχερός, Βιβλιοθηκάριε, που είσαι ευτυχισμένος τόσο όσο φαίνεται: λίγοι άνθρωποι έχουν την τύχη σου και για ακόμα λιγότερους αυτό διαρκεί περισσότερο από στιγμές ή μέρες. Σκέφτομαι πως κι εγώ την έχω γευτεί την ευτυχία, αλλά δεν κρατούσε πολύ. Ίσως να είναι καλύτερα έτσι, ίσως όταν κρατά λίγο να την εκτιμάμε περισσότερο.

Ίσως όμως από την άλλη να είμαστε εμείς υπεύθυνοι για την ευτυχία μας: εμείς φτιάχνουμε τις ζωές μας, εμείς έχουμε τις επιλογές, αν όχι για τα πράγματα και τα γεγονότα, πάντως για τη στάση μας απέναντι σε αυτά. Αυτοκριτική είναι αυτό: σκέφτομαι πόσες φορές θα μπορούσα να ήμουν καλά, αλλά δεν ήμουν γιατί έβαζα τον εαυτό μου σε κακό τριπ. Σκέφτομαι πόσα πράγματα θεωρώ δεδομένα ενώ δεν είναι. Σκέφτομαι πόσες πολλές φορές, η ίδια συνέχισα, προκάλεσα ή δεν σταμάτησα αυτά που με έβλαψαν, ενώ θα μπορούσα να το είχα κάνει έγκαιρα.

Ακόμα σκέφτομαι πως η ευτυχία είναι η απελευθέρωση από τους φόβους μας. Οι φόβοι πάντα υπάρχουν, το άγνωστο, το μέλλον, ο θάνατος, αλλά ευτυχισμένος είναι αυτός που διαχειρίζεται αυτούς τους φόβους, που τους βάζει στις πραγματικές τους διαστάσεις, τους κοιτάζει κατάματα και μαθαίνει να ζει μαζί τους.

Δε σκέφτομαι ποτέ το θάνατο: σα να μην υπάρχει. Μάλλον, δε σκέφτομαι ποτέ το δικό μου θάνατο: αντίθετα σκέφτομαι συχνά το θάνατο αγαπημένων ανθρώπων και αυτό, ναι, με τρομάζει. Βλέπεις οι άνθρωποι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου: μαθαίνω από αυτούς, φχαριστιέμαι την παρέα τους, η χαρά μου είναι μισή κι η λύπη μου διπλή αν δεν τις μοιραστώ μαζί τους.

Ξέρω όμως και ανθρώπους που νίκησαν το θάνατο, μέσα από το αναπόδραστό του: ακούγεται αντιφατικό, το ξέρω, αλλά δεν είναι: γιατί το θέμα δεν είναι αν πεθαίνεις, αυτό είναι αναπόφευκτο, το θέμα είναι πώς. Και δε μιλώ για την υστεροφημία, μιλώ για τη διαχείριση και την αντιμετώπιση του ίδιου του γεγονότος.

Σκέφτομαι όμως το φόβο πολύ, είναι ένα πράγμα σύμφυτο με τη ζωή δυστυχώς. Νομίζω πως όλη η ζωή μας είναι μια συνεχής πάλη με τους φόβους μας. δεν πιστεύω αυτούς που λένε πως δεν φοβούνται: δε νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος που δε φοβάται, ο καθένας μας άλλα πράγματα ίσως. Αντίθετα προς αυτό που λέει το κλισέ, ότι γενναίος είναι αυτός που φοβάται αλλά το παραδέχεται, εγώ νομίζω πως γενναίος είναι αυτός που φοβάται αλλά δεν μπλοκάρει τη ζωή του μέσα στους φόβους του. Κι εγώ το παραδέχομαι πως φοβάμαι: αυτό δε με κάνει γενναία.

Δεν είμαι γενναία, φίλε μου Βιβλιοθηκάριε: είμαι δειλή. Γιατί οι φόβοι μου με κυριεύουν συχνά, παραλύουν τη σκέψη και τη διορατικότητά μου. Και τελικά μόνο όποιος καταφέρει να μην τον κυριεύουν οι φόβοι του, μπορεί να είναι ευτυχισμένος.

Βαριά πράματα όλα αυτά, καλοκαιριάτικα, αλλά βλέπεις εγώ είμαι στο Βρυξελλοχώρι που έχει συννεφιά και ψύχρα και μια μίζερη ατμόσφαιρα, οπότε δύσκολο να γράψω πράγματα αλέγρα.

ΥΓ. Οπωσδήποτε να διαβάσεις το «Τι ωραίο πλιάτσικο!», είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά βιβλία που έχω διαβάσει και πιστεύω πως θα σου αρέσει πολύ.