Ετικέτες

,

Είμαστε πεπερασμένα όντα. Κι όλα κάποτε τελειώνουν. Κι εμείς τελειώνουμε. Το κακό είναι πως όσοι και όσα θα έπρεπε να διαρκούν περισσότερο, συνήθως τελειώνουν νωρίς -και το αντίθετο: όσοι και όσα δεν θα έπρεπε καν να είχαν υπάρξει, κρατάνε για πολύ. Ή ίσως να μας φαίνεται έτσι, επειδή όλα εκείνα που αξίζουν και που αγαπάμε, δε μας φτάνει όσο κι αν κρατήσουν.

Ο θάνατος είναι ένα αδυσώπητο, δυσθεώρητο, αναπόδραστο και μη-διαχειρίσιμο πράγμα. Όσο όμως κι αν ισχύει αυτό, ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη και σταθερότερη απόδειξη και αλήθεια της ζωής. Θάνατος υπάρχει, επειδή πριν από αυτόν υπήρξε ζωή. Κι αν η ζωή που υπήρξε, ήταν όμορφη και λαμπερή και ουσιαστική κι αγαπημένη, ο θάνατος είναι πολύ σκληρός και λειτουργεί σαν παραμορφωτικός φακός και μεγεθύνει την απώλεια.

Κανείς δεν είναι αναντικατάστατος, λένε. Όντως, είμαστε πεπερασμένα όντα και πάντα κάποιος ή κάτι άλλο έρχεται στη θέση μας. Καταλαμβάνει τη θέση μας και πληροί το κενό που η φύση απεχθάνεται. Ο,τι όμως μας αντικαθιστά, δεν καταφέρνει ποτέ να είναι το ίδιο με αυτό που ήμασταν εμείς. Γιατί καθένας μας και καθετί είναι μοναδικό, μαγικό και, εν τέλει, αναντικατάστατο. Το κενό που αφήνουν αυτοί που φεύγουν κι αγαπάμε κι είναι σπουδαίοι, δεν είναι απλά δυναναπλήρωτο. Δύκολα βρίσκεται κάτι ισάξιο να πάρει τη θέση τους. Κι αν ακόμα βρεθεί, θα μένει πάντα ένα μικρό κομματάκι ακάλυπτο, να μας θυμίζει αυτόν που έφυγε, αυτά που ζήσαμε μαζί του, αυτά που άφησε πίσω του.

Στις κηδείες, είχα γράψει με αφορμή έναν θάνατο, δεν κλαίμε γι’αυτόν που έφυγε. Κλαίμε για μας, για όσα χάνουμε μαζί με τον άνθρωπο που κηδεύουμε. Μερικές φορές, σχεδόν μισούμε αυτόν που φεύγει, για τον πόνο που μας προκαλεί η απουσία του. Οι κηδείες είναι ένα εφεύρημα των ανθρώπων για να οριοθετείται το πένθος, να μπαίνει σε διαστάσεις διαχειρίσιμες ο πόνος της απώλειας. Οι κηδείες είναι άλλη μια απόδειξη πως οι ζωντανοί είναι πολύ εγωιστές.

Ναι, εκτός από πεπερασμένα πλάσματα, είμαστε και εγωιστικά. Αρπάζουμε ευκαιρίες για να δείξουμε την αξία που συχνά δεν πιστεύουμε καν πως διαθέτουμε. Είναι τόσο απωθητικά τα αφιερώματα σε μεγάλους ανθρώπους που έφυγαν, γιατί σε αυτά μιλούν για κείνους άνθρωποι που αξίζουν τόσο πολύ λιγότερο από τους σπουδαίους νεκρούς. Βρίσκουν κι αυτοί, οι μικροί, ευκαιρία να κλέψουν λίγη από τη λάμψη των χαμένων. Μνημόσυνα, μια χυδαία επανάληψη της κηδείας, με αξία μονάχα για τους εγωιστές εναπομείναντες.

Είναι σπουδαίο πράγμα να ξέρεις πότε να σιωπάς. Και να ξέρεις τι να πεις την κάθε στιγμή.

Ο Καίσαρας δεν ήταν φίλος μου. Δεν είχαμε μοιραστεί προσωπικά μας πράγματα, δεν είχαμε ανοίξει τις καρδιές μας ο ένας στον άλλο. Δεν προλαβαμε, ίσως, αν δεν έφευγε τόσο νωρίς, πιθανά να γινόταν κι αυτό κάποια στιγμή. Ο Καίσαρας ήταν για μένα πάνω από όλα σύντροφος, με την ουσιαστική έννοια της λέξης -και συμπότης. Ακόμα, ήταν ο ιδανικός δάσκαλος, σπάνιος δάσκαλος, τέτοιος που μόνο μια φορά είχα την τύχη να έχω στα σχολικά μου χρόνια, τέτοιος που αν όλοι ήταν σαν αυτόν, ο κόσμος μας θα ήταν ένα πολύ καλύτερο μέρος για να ζεις. Ο Καίσαρας ήταν ακόμα radiobubble, με όλη την ψυχή του, γιατί  δούλεψε πολύ και ουσιαστικά γι’αυτό, γιατί ήθελε -όπως όλοι όσοι ήμασταν μπάμπλερς– να δείξει ότι γίνεται να ζούμε και να δημιουργούμε και να προσφέρουμε αλλιώς.

Είμαι ευγνώμων στη ζωή που μου έδωσε την ευκαιρία να έχω πιει δέκα ποτά και να έχω ανταλλάξει δέκα κουβέντες με έναν σπουδαίο άνθρωπο, σύντροφο και δάσκαλο. Απλά αυτό.