Έχω μια δυσκολία να γράψω το οτιδήποτε χωρίς έναυσμα εξωτερικό. Μαλακία είπα. Πάντα με έναυσμα γράφουμε. Αυτό που εννοώ είναι πως οτιδήποτε γράψω, προκύπτει σαν αποτέλεσμα από κάτι που είπε ή έγραψε κάποιος άλλος. Κι ακόμα, όπως πάντα, δεν μπορώ να γράψω κατά παραγγελία. Αλλά δε μπορώ και το ελεύθερο θέμα. Μήπως απλώς έχω μουδιάσει όπως μάλλον μας έχει συμβεί σε όλους μας;

Η Αθήνα των 90s ήταν αυτή η πηχτή αηδία του αχταρμά, στον οποίο όλα μπλέχτηκαν, οι διαχωριστικές γραμμές έμοιαζαν να ξεθωριάζουν, ήμασταν όλοι μια ωραία ατμόσφαιρα ήμασταν, άλλο που μερικοί από μας τότε φάγαμε τα πρώτα μας δακρυγόνα, που ήταν σαν αποσμητικό εσωτερικού χώρου, σε σχέση με τα σημερινά τα σούπερ εξελιγμένα, αυτό το θαύμα της τεχνολογίας, το απαγορευμένο από διεθνείς συνθήκες. Η Αθήνα των ’00s, από την άλλη, ήταν αυτή που στην αρχή έπιασε λίμιτ απ’ στον αχταρμά της προηγούμενης, για να σκάσει σαν φούσκα κάπου στα μισά, ξεχύνοντας από μέσα της πύον, δηλητήριο, απογοήτευση και αδιέξοδα. Μια κακοφορμισμένη πληγή που είχαμε δέσει με πολύχρωμο χαρτί περιτυλίγματος, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να σκεπάσει τη μπόχα των «κλικ»αδόρων.

Κι έρχεται τώρα ο φίλος μου ο silent, να πει πως η Αθήνα πια θυμιζει ’70s. Όλα κάτι μας θυμίζουν, όλο αναγωγές στο παρελθόν κάνουμε. Πώς είναι δυνατόν να μας «θυμίζει» ’70s, αφού τότε όλοι εμείς στην καλύτερη απλά μπουσουλάγαμε. Μάλλον μας θυμίζει αυτό που ακούσαμε από τους παλιότερους ή που βλέπαμε στο «ελληνικό» τα σαββατόβραδα, όταν ήμασταν παιδιά. Τελοσπάντων, σημασία μάλλον έχει το γεγονός ότι όλο αναγωγές στο παρελθόν κάνουμε, αντί να κάνουμε προβολές στο μέλλον, ή ακόμα καλύτερα πρόβες για το μέλλον. Γιατί, πόσες φορές να το ξαναπούμε, πως τα’χουμε λίγο χαμένα, γιατί μας αναγκάζουν να μεγαλώσουμε βίαια, ούτε καν, να γεράσουμε, όχι με την έννοια της αναπόφευκτης φυσικής φθοράς, αλλά με την έννοια μάλλον της παραίτησης, της μιζέριας και της εξαθλίωσης του νου, που τουλάχιστον είναι εξίσου κακή με την εξαθλίωση του σώματος. Να ζεις ένα πράγμα που σου θυμιζει αυτό που σου έλεγαν οι γονείς σου, οι οποίοι οραματίστηκαν ένα πράγμα που τελικά κατέληξε στην αχταρμαδοειδή χλαπάτσα της εποχής της εφηβείας σου, να νομίζεις πως η κορωνίδα της επιτυχίας είναι η τελετή λήξης αυτής της συμπούρμπουλης μαζικής παράκρουσης του 2004 και τώρα να σου φταίει…. χα! τι σου φταίει αλήθεια;

Κατά μία ευτυχέστατη όσο και σατανική συγκυρία, διάβασα το παραπάνω λινκαρισμένο πόστ, την ώρα που ο Antidrasex στο radiobubble έπαιζε το «Τίποτα δεν πάει χαμένο», σε μια ζωντανή εκτέλεση, στο τέλος της οποίας ακούγεται ο κόσμος να φωνάζει «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία-Η Χούντα δεν τελείωσε το ’73» και βίωσα την τρομακτική αντίφαση να θέλω να έχω ζήσει στα ’70s, να θέλω να ζήσω την Αθήνα την τωρινή που θυμίζει -λένε- ’70s και να αναρωτιέμαι αν τελικά τι; αναπολούμε κάτι που δεν ζήσαμε, θέλουμε πίσω καφενέδες με πρέφα και ουζάκι στο πεζοδρόμιο, κι όλα αυτα τα πολύ όμορφα και ρομαντικά, που έχουν εξωαραϊστεί, γιατί εμείς δεν έχουμε να θυμόμαστε και τον φόβο, τη φτώχεια και μιζέρια που πήγαινε μαζί.

Θα μου πεις νταξ, και τώρα έχει φόβο, φτώχεια και μιζέρια. Άλλου είδους όμως. Αλλιώτικη. Μάλλον η ειδοποιός διαφορά είναι πως τότε, υπήρχε και μια διάχυτη ελπίδα που την κατέστειλε ο εκδημοκρατισμός των ’80s και ο αχταρμάς των ’90s. Και τώρα δεν έχεις να ελπίζεις λένε. Κάτσε κι αποδέξου κι επιβίωσε λένε. Κι έχει και φασίστες να αλωνίζουν λένε, στην ανάγκη. Για να μη σου πω δλδ, πως, ακόμα χειρότερα, έχει και Σώτη που δουλεύει υπερωρίες να κλωσσάει το αυγό του φιοδιού.

Μπόρεί. Έχει όμως και Ταχρίρ και Ταξίμ και Σκουριές. Κι όλοι αυτοί οι θλιβεροί παπαγάλοι στα καθ’ημάς και πιγκουϊνοι στη γείτονα, ποιον πείθουν πλέον εκτός από τον ίδιο τους τον εαυτό; Αυτοί μπορεί να μην πείθουν, αλλά κι εμείς ξέρωγω αν πείθουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς;

Μα πόσο λάθος κάνουμε. Πόσο λάθος να υπεραναλύουμε τα δεδομένα και να μην βλέπουμε το απλό. Αυτοί πουλάνε κι αγοράζουν ακόμα και τα πτώματά μας. Και σου λέω γω πως σε καμιά τριανταριά χρόνια μπορεί να φοράμε μπλουζάκια με το Γρηγορόπουλο made in China (ή whatever China will be then). Πουλάνε κι αγοράζουν τη ζωή μας, μα υπάρχουν κι εκείνοι που δεν χαρίζουν το τομάρι τους τόσο εύκολα, δεν το πουλάνε και τόσο φτηνά.

Καθόμαστε και σχολιάζουμε τι μα θυμίζει η Τουρκία, με το ζόρι να το φέρουμε στα καθ’ημάς, στα μέτρα μας, θες πες το Δεκέμβρη, θες πες το Σύνταγμα, δεν ξέρω.  Δεν είναι καλύτερα να το δεις σαν κάιτ νέο, σαν ένα μήνυμα από το μέλλον που κι εσύ επιδιώκεις ίσως, πάρε και παράδειγμα ίσως, τι θες και το φέρνεις στα μέτρα σου;

imagesizer Υπάρχουν κορίτσια και αγόρια που φιλιούνται στα οδοφράγματα. Κι ούτε θυμίζουν, ούτε συγκρίνονται με τίποτα.