Σε διάβασα, λοιπόν, σαν ανοιχτό βιβλίο, που το’χα μπροστά μου κι αρνιόμουν να κοιτάξω πέρα από το εξώφυλλο πεισματικά. Μα δε μπορείς για πάντα να κάνεις πως δεν βλέπεις τα αυτονόητα, τα εντελώς πρόδηλα. Λένε πως την πληροφορία τελικά την μαθαίνει πάντα τελευταίος ο πιο άμεσα ενδιαφερόμενος και μπορώ με πολλή πικρία να πω πως ισχύει, έτσι είναι τις περισσότερες φορές. Γιατί ο άμεσα ενδιαφερόμενος και εμπλεκόμενος, δεν θέλει να μάθει, γιατί είναι βολικές οι ψευδαισθήσεις, ξες.

Σε αυτό το τεράστιο ακατανόητο και μυστηριώδες σύμπαν που είναι ο κόσμος και η ψυχή μας, η μικρή σου κουκκίδα στο χάρτη είναι εντελώς ασήμαντη και κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον δεν παρουσιάζει αυτό που δεν λες. Όλα τοις μετρητοίς, πίστωση και επιταγές χρόνου τέλος. Έχεις και δίνεις, κι ίσως και να λάβεις, αν δεν έχεις κρίμα φίλε. Όμως για όλους εκείνους που η ζωή είναι ένα μεροκάματο στην Πατησίων, κι αυτό μόνο αν είναι τυχεροί, η κουκίδα τους είναι βράχος και την κουβαλάνε σαν τιμωρία.

Έρχεται Πάσχα και «θα σταυρώσουνε και πάλι τον Άγγελο και το Ληστή», αλλά ποιος ζει ακόμα στις αυταπάτες, μόνον οι άγγελοι σταυρώνονται πλέον, οι ληστές σουλατσάρουν ανενόχλητοι με ένα μαρτίνι στο χέρι και πράσινη ελιά στην οδοντογλυφίδα και το παίζουν ειδήμονες και σαν εκλεπτισμένοι συνδαιτημόνες μοιράζουν μεγαλόψυχα σχόλια για τη διακόσμηση του δωματίου ή για το τελευταίο δημοσίευμα του συνομιλητή τους, Με χαμόγελο καρχαρία, αλλά οπωσδήποτε με την τέλεια οδοντοστοιχία.  Την ίδια ώρα Σταχτοπούτες και Τομ Σώγιερ μαζεύουν τα κομμάτια και τις στάχτες τους, τα στοιβάζουν σε καφάσια και τα στέλνουν στη Λαχαναγορά έναντι ευτελούς αντιτίμου, όλο και συχνότερα πασπαλισμένου με αίμα και δάκρυ. Οι ζωές τους ατέρμονα πάνω κάτω στις Πατησίων αυτού του κόσμου που όλο και πιο γκρίζες γίνονται, όλο και πιο γκρίζες ζώνες θολές και δυσανάγνωστες, μέσα από το πλάγιο κίτρινο φως.

Οι ζωές μας που μπλέκονται άθελά μας, για να μας μπερδέψουν και να μας αφήσουν με χιλιάδες απορίες. Ερωτηματικά χωρίς καμία τελεία για ζευγάρωμα. Ερωτηματικά βλέμματα και αποσιωπητικά της δυστοπίας. Έρωτες και ερωτήσεις -κοινή ρίζα. Κι αποκρίσεις πουθενά, από – κρίσεις όμως πολλές.

Κι είναι κι εκείνα τα παιδιά που δε θα μεγαλώσουν ποτέ, τα βέλτιστα απεργαζόμενα με σπρέυ και πινέλα, εκείνα τα παιδιά που πάντα σ’όλες τις εποχές γίνονται ολοκάυτωμα όχι από ηρωισμό ή ψώνιο, μάλλον όμως γιατί αλλιώς δεν γίνεται, παρά να παίρνουν τα σπρέυ και τα πινέλα και να πασπαλίζουν με αλληλοεπικαλυπτώμενες δυσδιάκριτες αποχρώσεις τις ασφάλτους των Πατησίων αυτού του κόσμου και τα χωμάτινα μονοπάτια των αρχαίων δασών που καταστρέφονται για να αναγεννηθούν. Μέχρι που καταλήγουν σε μπουντρούμια και σπηλιές που δεν υπάρχουν σε κανένα χάρτη και σίγουρα σε κανένα δελτίο τύπου, υπάρχουν όμως σε κάτι απεγνωσμένες κραυγές που διατρέχουν τα καλώδια μεταμεσονύχτιων τηλεφωνημάτων σαν ερωτήματα και σαν αποκρίσεις, αμείλικτα οπωσδήποτε, όσο και δυο σταγόνες αίμα στη λεπίδα ενός στιλέτου. Κραυγές στις πλατείες του Μάη, χαμηλά ντεσιμπέλ στους δρόμους του κάθε σκληρού Απρίλη, παιδιά γενημένα με μια νομοτέλεια στον αστρικό τους χάρτη, που δεν τους δόθηκε ποτέ η δυνατότητα της επιλογής, που κι αν τους δόθηκε την αρνήθηκαν, αφιερωμένα στους Δεκέμβρηδες όλων των αιώνων.

Σε διάβασα και δε σε κατάλαβα ούτε καν αργά. Ούτε καν τώρα που δε θα σου ξαναμιλήσω, χωρίς να καταλαβαίνω, ξέροντας όμως πως αξία δεν έχει να καταλαβαίνω, αξία έχει αυτό που συμβαίνει, πες το κάτι, πες το και τίποτα ακόμα. Αλλά ακόμα κι αν – τίποτα – , η εικόνα της μεταμεσονύχτιας κραυγής, το αποτύπωμα σαν ξημέρωμα Παρασκευής, σαν υπόσχεση που είπε ψέματα, και σαν συχώρεση που δεν θα έρθει.
Κι όταν οι τελευταίοι πρώτοι θα γινούν κι οι ταπεινοί θα υψωθούν, θα’σαι εκεί μαζί με τα άλλα παιδιά της νομοτέλειας, όμορφος σαν την απελπισμένη σου κραυγή.

by ~TheUnforgiving από το deviantart