εικόνα κλεμμένη από τον @zero_iv

Στις συχνές επισκέψεις μου πλέον στην Αθήνα, ασυναίσθητα πλέον κάνω μια ανατομία της πόλης, των ανθρώπων και των τρόπων με τους οποίους όλα αυτά λειτουργούν. Ζώντας σχεδόν με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί, αναπόφευκτη είναι η καθημερινή επαφή με το “εκεί”, όσο κι αν η ματιά είναι έντονα φιλτραρισμένη από το “εδώ”.

Κινούμαι σε πολύ συγκεκριμένα περιβάλλοντα και εξ ανάγκης τα συμπεράσματά μου είναι προφανώς επηρρεασμένα από αυτά. Έχω βρεθεί σε άπειρες κουβέντες σχετικές με την “κοινωνική κατάσταση”, την “οικονομία”, το “κίνημα”, το “χώρο” [ό,τι και αν πιθανά μπορεί να σημαίνει αυτό, ό,τι κι αν πιθανά μπορεί να σημαίνει το γεγονός ότι μιλάμε για “χώρο μας” και “χώρο σας”: μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω πόσο κοστίζουν τα διόδια].

Μια πρώτη εντύπωση είναι πως εξακολουθούμε όλοι μας, μα όλοι μας να λειτουργούμε με αταλάντευτες βεβαιότητες. Όλοι μας, μα όλοι μας, είμαστε σπουδαίοι οικονομολόγοι, ειδικοί κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι, κι ακόμα γιατροί, μηχανικοί, νομικοί επιστήμονες και απ’όλα. Όλοι τα ξέρουν όλα, όλοι έχουν μια αποψάρα να διατυπώσουν με περισσή εμπάθεια, σταθερή φωνή και χωρίς αμφιβολίες.

Πώς διάολο συμβαίνει κι εγώ νιώθω μονίμως άσχετη; Πώς διάολο συμβαίνει και βάζω πάντα ένα “νομίζω” στην αρχή της φράσης μου ή ένα “πιθανά” στο τέλος της; Να φταίει άραγε που εγώ δε νιώθω καν ικανή να κουλαντρίσω τον εαυτό μου, πολλώ δε μάλλον να εξάγω συμπεράσματα και να διατυπώσω συνταγές για το μέλλον της χώρας, της οικονομίας, του κινήματος, την άλλη κοινωνία κι όλα αυτά που μονοπωλούν τις συζητήσεις μας;
Να φταίει άραγε που κοιτάω λίγο γύρω μου και βλέπω τόσο πολύ κόσμο να κινείται μεταξύ χάους και προσωπικής κοσμάρας;
Να φταίει που γενικά είμαι πολύ πιο επιεικής από όσο δείχνω;
Μπορεί να φταίει και το μάλλον χαμηλό μου IQ, ας είναι.

Όπως και νά’χει, εγώ γύρω μου βλέπω μια ρευστότητα, γεγονός που με οδηγεί στο να θέτω εν αμφιβόλωι όλες μου τις βεβαιότητες, να τις ξαναπερνάω από το μικροσκόπιο και να εντοπίζω σημεία που πιθανά μπάζουν, θέλουν κι άλλη επεξεργασία ή ακόμα και αναθεωρήσεις.
Επίσης, κάνω και λάθη.
Κι όπως και νά’χει τρέφω πολύ μεγάλη δυσπιστία προς όλους εκείνους που προσέρχονται στις κουβέντες με ατσαλωμένες σιγουριές, με ύφος επαϊοντα και προτάσεις ειδικού.

Ζούμε ένα πρωτόγνωρο πράγμα. Κρατώ το παρελθόν σαν πυξίδα φυσικά, αλλά σε καμία περίπτωση σαν καρμπόν.

Με τρομάζουν όλες αυτές οι βεβαιότητες, όλες αυτές οι σταθερές στεντόρειες φωνές, αυτή η κεκτημένη ταχυτητα του εκείνων που τα ξέρουν όλα. Βλέπω τις ήττες να έρχονται κατά πάνω μας κι εμείς να αντιδρούμε λες και είναι πυγολαμπίδες.

Είναι σαφές πως οι καιροί ου μενετοί, πως υπάρχουν τα επείγοντα που πρέπει να αντιμετωπιστούν χτες, πως οι εξελίξεις τρέχουν κι όλες αυτά τα δημοσιογραφικού τύπου κενολογίες.

Μήπως όμως ξεχνάμε τα σημαντικά;
Μήπως απλά ξεχνάμε το κεφαλαιώδες;
Και το κεφαλαιώδες, στο φτωχό μου μυαλό που πολλά δεν ξέρει, και για ακόμα λιγότερο κατέχει βεβαιότητες, είναι το εξής: οκ, αυτή την κοινωνία δεν την θέλουμε, την απορρίπτουμε, δεν μας κάνει
Και ποια είναι η κοινωνία που θέλουμε;
Και είμαστε όλοι μας βέβαιοι πως όλοι μας θέλουμε την ίδιου τύπου κοινωνία;
Και, αλήθεια, η κοινωνία που οραματιζόμαστε, χωράει όντως όλους εμάς;

Δυστυχώς πολύ αμφιβάλλω. Και δε σταματάει να με εκπλήσσει το γεγονός ότι καθόλου μα καθόλου δε θέλω την ίδια κοινωνία με ανθρώπους που πίστευα πως ιδεολογικά, θεωρητικά, σε επίπεδο φιλοσοφικών αναφορών, αν θέλεις, είμαι κοντά. Για να μην σου πω κιόλας πως συχνά με βλέπω να δουλεύω για μιαν “άλλη κοινωνία” με ανθρώπους που μάλλον είναι κάπως πιο μακριά από μένα ιδεολογικά [πέρα από τα διόδια που λέγαμε πιο πάνω].

Αυτό που μπορώ να σου πω είναι πως η δικιά μου ουτοπία τους χωράει όλους, με κάθε πιθανή ιδιαιτερότητα, στραβοκεφαλιά, ιδιομορφία που ενδεχομένως κουβαλάνε. Δε με ενδιαφέρει μια κοινωνία φτιαγμένη από μας και τους δέκα φίλους μας, για μας και τους δέκα φίλους μας.

Αυτό που ακόμα μπορώ να σου πω, είναι πως υποθέτω ότι η ουτοπία ορισμένων κατά πάσα πιθανότητα δεν χωράει εμένα. Και πάντως δεν με χωράει μια «ουτοπία» κατασκευασμένη από απόλυτες αλήθειες, μια «ουτοπία» που δεν αμφισβητεί τον εαυτό της κάθε στιγμή, που δεν ψάχνεται, που δεν αποτελεί αντικείμενο ελέγχου σε κάθε της βήμα. Δε με ενδιαφέρει μια «ουτοπία», στην οποία όσοι θέτουν ερωτήματα και αμφισβητούν απόλυτες αξίες και αλήθειες, τίθενται αυτομάτως απέναντι. Το’χουμε ξαναδεί το εργάκι.

Είναι μάλλον η καταλληλότερη στιγμή για να μιλήσουμε για την ουτοπία. Ας ξεκινήσουμε από την αμφισβήτηση της δικής μας. Υποθέτω πως είναι ο πιο ασφαλής δρόμος.