[Το κείμενο αυτό γράφτηκε πριν από 11 μήνες περίπου στο καπνιστήριο του αεροδρομίου της Ζυρίχης, σε ένα ακόμα τράνζιτ. Ξεθάφτηκε και ήρθε η κατάλληλη ώρα γι’αυτό.]

Σε πόσα ακόμη γαμημένα αεροδρόμια, θα ψάχνεις απεγνωσμένα ένα καπνιστήριο, χαρμανιασμέμη μετά από την πτήση; Πόσες ακόμα πτήσεις θα πάρεις για να νομίζεις πως φεύγεις από κει που δεν έφυγες ποτέ; Πόσες ακόμα νύχτες θα παραμένουν λευκές με ένα βασικό πόνο στο κέντρο της ύπαρξης και στο στομάχι; Πόσες ακόμα νύχτες θα βγάλεις τα σωθικά σου προσπαθώντας  να ξεφορτωθείς αυτά που δεν σου ανήκουν; Πόσα ακόμα όνειρα θα παραμένουν φωτεινά και ανεκπλήρωτα, γιατί δεν έτυχε, γιατί δεν πέτυχε, γιατί απλά δεν ελέγχεις τα πάντα;

Πότε επιτέλους θα το πάρεις απόφαση πως είσαι απλά άλλη μια ψηφίδα στο παζλ των δισεκατομμυρίων ψυχών που οδεύουν σιωπηλά και χωρίς χάρτη προς το χάος της ανυπαρξίας; Και πότε θα πάψεις να ρωτάς;

Μέσα στον κυκεώνα των απαντήσεων που δεν δίνεις, γιατί τις ξέρεις κατά βάθος. Χαμένη και απορημένη παραπατάς ανάμεσα σε δυο καλούπια, κάνεις μια διπλή ζωή και δεν χαίρεσαι καν τις στιγμές που τόσο πολύ θέλησες, γιατί φοβάσαι πως σύντομα θα τελειώσουν. Και μετά οι παλμοί επιταχύνονται, οι χείμαρροι απλά ξεχύνονται και πάντα μα πάντα αναζητάς τη θάλασσα να χωθείς μέσα της όπως σε αμνιακό υγρό. Θα μετανιώνεις που δεν είπες και δεν έκανες αυτά που δεν ξέρεις καν αν ήθελες, αλλά σου υπαγορεύτηκαν από δασκάλους που δεν διάλεξες. Σαν καλή μαθήτρια έγραψες και πήρες άριστα στην ορθογραφία, αλλά κατά βάθος την αμφισβητείς την ορθογραφία, αμφισβητείς τον κανόνα, αμφισβητείς την αυθεντία και αναζητάς εκείνο το λίγο παραπάνω, εκείνο το διαφορετικό που τελικά φοβάσαι πως δεν θα κατακτήσεις και φοβάσαι πως αυτό είσαι ήδη.

Και κολλάς πάντα και κάθε φορά στο ίδιο πάτερν και θες να αλλάξεις τον ψυχαναγκασμό που σε κάνει να επαναλαμβάνεις διαδικασίες και εθιμοτυπικά ανούσια. Και δεν έμαθες ακόμα να λες όχι. Αναλαμβάνεις χιλιάδες υποχρεώσεις, γεμίζεις τα κενά, ξεγελάς με καταπληκτική επιτυχία τους πάντες που νομίζουν πως τα έκανες όλα ολόσωστα, μπράβο, άριστα 10, ενώ ξέρεις πως για άλλη μια φορά απλά έκανες ένα πασάλειμμα, όπως τότε και πάντα για το διαγώνισμα της φυσικής ή της χημείας. Μισή ωρίτσα πασάλειμμα κι έξω απ’την πόρτα, play στο κασετόφωνο και στο ρηπήτ το αγαπημένο τραγούδι για οκτώ συνεχόμενες ώρες. Κι όμως, τελικά το πασάλειμμα πέτυχε και δεν τα πήγες κι άσχημα στο διαγώνισμα. Κι αν καμιά φορά, έκανες κι ένα λαθάκι, οι δικαιολογίες πάντα έτοιμες για σένα, δεν πειράζει, εσύ τα κατάφερες καλά, τη σκαπουλάρισες και πάλι με χαμόγελα απ’έξω και εκατομμύρια τύψεις για τις οκτώ συναπτές ώρες του τραγουδιού στο ρηπήτ, για τις οκτώ συναπτές ώρες απόλαυσης γεμάτης ενοχές.

Ιδεοληψίες. Τελειότητα. Μερικές φορές συνενοχή, τι καλά, είναι κι άλλοι σαν εσένα, τι καλά, δεν είσαι μόνη για λίγο, τι καλά, σε καταλαβαίνουν και σ’εκτιμούν και σου λένε μπράβο. Μωρέ λες και να σ’αγαπάνε; Μπα, αποκλείεται. Σιγά να μην. Μπα αποκλείεται, αφού ουτ’εσύ αγαπάς αρκετά, ουτ’εσύ κάνεις όλα όσα περιμένουν από σένα, ακόμα κι όταν τους ξεγελάς και νομίζουν πως τα κάνεις, εσύ κατά βάθος ξέρεις πως δεν τα έκανες. Κι αντιδράς ανόητα σε ένα ταγέρ, σε ένα μάθημα οδήγησης, εγώ δεν οδηγώ, είμαι συνοδηγός από πεποίθηση, κατά βάθος προτιμώ να με οδηγούν. Να με καθοδηγούν. Να μου υποδεικνύουν.

Αναζητώντας την ουτοπία της ελευθερίας, αναζητώντας την ουτοπία της πληρότητας, από μαθηματικά νάδα, αλλά το θεώρημα της μη πληρότητας το θυμάσαι, το’χες πετύχει σ’ενα βιβλίο και σε είχε τόσο εντυπωσιάσει το όνομά του. Μη πληρότητα. Όχι γεμάτο. Όχι συμπληρωμένο. Μισό; Κάτι παραπάνω; Απλά ατελές. Ατέλειες και αδυναμίες. Μισές δουλειές τελικά. Κι όλα μισιακά. Όλα ατελείωτα, ανολοκλήρωτα, ατελέσφορα τελικά. Και το τέλος ούτε με κυάλια.

Δε βγάζεις νόημα. Δεν βγάζει νόημα αυτός ο κόσμος, Χ πτυχία μετά κι είναι σα να είσαι πρώτη μέρα στην πρώτη δημοτικού. Μου άρεσαν πάντα οι εξισώσεις, μοιάζαν με αναζήτηση της τέλειας ισορροπίας και πάντα μου τα χάλαγε ο άγνωστος Χ, μερικες φορές κι ένας δεύτερος άγνωστο Ψ, όσο πιο πολλοί οι άγνωστοι, τόσο μεγαλύτερη η πρόκληση, κι όσο μεγαλύτερη η πρόκληση, τόσο περισσότερη η αδημονία να τα καταφέρεις και πάλι να λύσεις την εξίσωση και να βρεις πως τελικά ναι, το αποτέλεσμα στην αριστερή πλευρά του ίσον, ισούται με το αποτέλεσμα στην δεξιά πλευρά του ίσον. Ικανοποίηση προς στιγμήν και μετά ξανά μη πληρότητα, μέχρι την επόμενη λυμένη εξίσωση, μέχρι το επόμενο λυμένο άγνωστο θέμα στα αρχαία, μέχρι την επόμενη σχεδόν τέλεια μετάφραση. Ένα ατέρμονο σπιράλ προς το τέλος, μια γενική θολούρα, όπως όταν δε φοράς τα γυαλιά σου, το άγχος όταν δεν βλέπεις.

Για να σ’αφήσουν στην ησυχία σου, αυτό που επαναλαμβάνεις σαν μάντρα από μέσα σου νυχθημερόν, πρέπει να σε αφήσεις εσύ στην ησυχία σου. Ένα άπιαστο go with the flow, ένα αιώνιο ζητούμενο η γαλήνη και η ισορροπία. Πειρασμός να ανοίξεις την ατζέντα και να καταγράψεις υποχρεώσεις, να πάω σούπερ μάρκετ, να βάλω πλυντήριο,  να πληρώσω λογαριασμούς, να περάσω από την τράπεζα, να τελειώσω μια αναφορά, μια μετάφραση, τι βραχνάς οι γεμάτες σελίδες στην ατζέντα, τι βραχνάς το βλέμμα της κι η σπασμένη φωνή της, το νοιάξιμο που τόσο σε πονάει γιατί δεν μπορείς να το επιστρέψεις στο ακέραιο, κι ας μην έχεις μάθει στις αποτυχίες, η μεγαλύτερη αποτυχία στους ώμους σου οι λέξεις που δεν είπες ποτέ, και που βαραίνουν ακόμα πιότερο όσο δεν τις λες. Η θηλειά που στενεύει, τα περάσματα που στενεύουν, οι κασέτες που έγραφες στα 15 και χάριζες, οι λατρεμένες μουσικές, τα στιχάκια που έγραφες στα περιθώρια του βιβλίου των θρησκευτικών ειδικά τα πιο βλάσφημα, η μόνιμη αντίδραση, η στείρα άρνηση (χα, τι μάντρα κι αυτό), πόσο ειρωνικό να νιώθεις εντελώς ακυβέρνητη μες το καθεστώς της ακυβερνησίας, ναι μαλάκα, κάνε την ξύπνια τώρα με τα χαριτωμένα τσιτάτα που πετάς και με το απαράμιλλο αξιοθαύματο χιούμορ, πφφφ, την είπες πάλι την εξυπνάδα σου. Γαμώ.