Island breezes, and your travel-shop teases,
And all you want is a raise, yeah,
For all of the sunshine,
Better make you be mine,
Forever and no more,
All you do is play guitar and the melody for me, melody, melodies…

You’re .. My .. Life.

And you don’t even boast of your extra-fine life or your flash ship upholstery,
All I can recollect – ‘You better wear your best white dress’

Your .. Whole .. Life ..

Χτες κατέβηκα τις κυλιόμενες του μετρό σαν να έμπαινα σε μια καταπακτή. Στα αυτιά μου έπαιζε αυτο. Χτύπησα εισιτήριο στο σημείο your whole life και κατέβηκα μερικές κυλιόμενες ακόμα και μπήκα σε ένα βαγόνι και κάθησα και άρχισα να περιεργάζομαι τους ανθρώπους γύρω μου, τραγουδώντας τους στίχους από μέσα μου, αν και συνήθως τραγουδώ κανονικά. Και μετά έπαιξε αυτό, αλλά για πρώτη φορά δε με έφτιαξε. Κι απέναντί μου, δυο στάσεις μετά ήρθε και κάθισε ένα παιδί, λιγνό με κοντά κατσαρά μαλλιά και κάτι φλούο πορτοκαλί ψείρες στα αυτιά που κατέληγαν σε μία από τις τσέπες του γαλάζιου αντιανεμικού μπουφάν του. Το τζην του είχε κάτι λεκέδες, σαν από γράσσο και στα χέρια του σχηματίζονταν έντονες κάτι γαλάζιες φλέβες. Τις κοίταζα και νόμιζα πως άκουγα το σφυγμό του. Καθόταν σκυφτός κι είχε το πιο θλιμμένο βλέμμα του κόσμου. Ξαφνικά, έσκυψε ακόμα περισσότερο το κατσαρό κεφάλι και το έχωσε μέσα στις παλάμες, αυτές με τις έντονα διαγραφόμενες φλέβες. Έμεινε έτσι για λίγο, σε μια θανατερη ακινησία, μετά ξανασήκωσε το κεφάλι και κοίταζε το κενό και δεν ήταν υγρά τα μάτια του κι αυτό μου φάνηκε να μην κολλάει καθόλου με τη φάση. Και ξανά το κεφάλι μέσα στις παλάμες, δυο και τρεις φορές, και τότε παρατήρησα πως στη μία παλάμη έσφιγγε νευρικά ένα χαρτομάντηλο και τότε κατάλαβα πως όντως έκλαιγε, αλλά εγώ δεν το είχα αντιληφθεί, μάλλον γιατί και το δικό μου βλέμμα ήταν θολό, μάλλον γιατί ήμουν κι εγώ χαμένη μέσα στο δικό μου τριπ, αυτό της Rapunzel με το νησιώτικο αεράκι και το λευκό φόρεμα, αυτό της καταπακτής.

Μια στάση πριν να κατέβω, ήθελα να σηκωθώ από τη θέση μου, να πάω να καθίσω δίπλα του, να τον αγκαλιάσω και να του χαϊδέψω τα κατσαρά και να του πω πως ό,τι κι αν είναι δεν αξίζει, να του πω «κοίτα γύρω, κι εγώ και όλοι εδώ μέσα έχουμε κάτι νησιώτικα αεράκια να μας βασανίζουν, αλλά μην κλαις, ή έστω κλάψε αν το θες, αλλά δεν είσαι μόνος», όλο μαλακίες, δεν ξέρω, να έβρισκα να του πω δυο κουβέντες, για να τις ακούσω κι εγώ, απλά μια αγκαλιά ας πούμε ξερωγώτι.

Όμως έφτασε το τρένο στη στάση μου. Και κατέβηκα από το βαγόνι, και στα αυτιά μου ζουζούνισε αυτό. Και δεν πρόλαβα να του πω τίποτα, και δεν πρόλαβα να του δώσω αυτή τη γαμημένη αγκαλιά, και μια μέρα μετά σκέφτομαι πως αυτές οι καταρραμένες αντιστάσεις μας πρέπει να καούν και να μην ξαναϋπάρξει το δεν πρόλαβα να σε αγκαλιάσω γιατί έφτασα στον προορισμό μου και πως τέλοσπάντων, αν έχεις έναν άνθρωπο με το κατσαρό του κεφάλι μέσα στις παλάμες απέναντί σου, ποιος γαμημένος προοορισμός είναι σημαντικότερος τελικά;