Το παρακάτω είχε γραφτεί πριν από ακριβώς ένα χρόνο, ως έχει. Ένα χρόνο μετά, κι ας έχουν συμβεί τόσα πολλά, που ούτε καν θα φανταζόμουν, είμαστε περίπου στα ίδια και ήρθε η ώρα του να βγάλει το σκοτάδι του στο φως. Just for the record and then archived.  

Έχω μέσα μου ένα τεράστιο άντε και γαμήσου το οποίο απευθύνεται αποκλειστικά και μόνο σε μένα. Ένα κόμπο στο ύψος του φάρυγγα που μου προκαλεί ακατάσχετο βήχα, γιατί αυτό το άντε και γαμήσου δε λέει να βγει επιτέλους, να πάψει να μου κόβει την αναπνοή. Αν βγω απόψε έξω στο κρύο με το κοντομάνικο, θα με νομίσουν για σαλεμένη, αλλά απλά εγώ θα πέσω μέσα στις χιονιφάδες σαν κομμάτι μαρέγγα μες τη σαντιγύ και αυτό θα είναι ένας κάποιος εξαγνισμός. Από όλα εκείνα τα ανεξέλεγκτα που τους κάνουν να νομίζουν πως τό’χω γενικά. Δε θέλω να τό’χω γενικά, θέλω μια στέρεη βάση και μερικά συγκεκριμένα θέλω, πέντε σταθερές ας πούμε, νά’χουμε να πορευόμαστε.

Αποδοχή, τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να μάθεις να (απο)δέχεσαι κι από το να κάνεις αποδεκτές τις ιδιαιτερότητες που οι άλλοι θαρρούν για ιδιοτροπίες. Ναι, ντάξει, ιδιότροπη και κακομαθημένη, κανένα θέμα, θες να μη μου τα πρήζεις όμως; Πήρα το δρόμο μου, έφαγα τα μούτρα μου, οκ, μου το τρίβεις στη μούρη, κανένα θέμα, το ήξερα, κατέβασε όμως αυτό το δάχτυλο να χαρείς γιατί ξές, παίζει να υψώσω κι εγώ το μεσαίο και να τα μπλέξουμε λίγο τα δάχτυλά μας, κι όχι μόνον αυτά.

Αυτός ο αντιπαθητικός εαυτός που δεν ελεγχέται, που λειτουργεί με τον αυτόματο πιλότο, και μετά τον κακολογείς και λες τι θέλει και δε βυθίζεται σε χειμερία να κάνουμε όλοι τα κουμάντα μας και να μην αγχωνόμαστε ότι μπορεί και να του καπνίσει να κάνει το στραβοπάτημα;

Απόψε σου πρότεινα τσάι με γεύση μήλο ή έστω βανίλια και μου είπες όχι. Όλοι όχι μου λένε ξέρεις, απλά τα όχι των άλλων δε με αγγίζουν καν, περνάνε ξυστά από το πλάι μου και φεύγουν. Πέντε δεύτερα μετά είναι σα να μην έγιναν ποτέ. Με κατηγόρησες σε ανύποπτο χρόνο πως δε σε ήθελα, ενώ, το ξέρεις πολύ καλά, πως ήταν à cöté de la plaque το σχόλιο, πως το θέμα δεν ήταν εκεί. Το ξέρουμε κι οι δυο πως μάλλον δεν είμαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά αυτό δεν ήταν δίκαιο να μου το προσάψεις.

Το θέμα δεν είναι ούτε εκεί. Το θέμα είναι πως έρχεται μια στιγμή που καταλαβαίνεις πως λέμε τα λάθος όχι και τα λάθος ναι. Είμαστε απλά ψεύτες για να αρέσουμε και τελικά δεν αρέσουμε σε κανέναν και σίγουρα όχι στον εαυτό μας που είναι κι αυτός που μετράει περισσότερο. Θέλω επιτέλους να γίνω αντικοινωνική, στριμμένη και αντιπαθητικιά, να λέω τα λάθος πράγματα και να εκνευρίζω όλον τον κόσμο, να ξεκαυλώσει επιτέλους το δεκατετράχρονο που προσπαθώ να θάψω, γιατί μόνον τότε, μόνον τότε, θα είναι φανερή η αλήθεια.

Το θέμα είναι πως θέλω να γράψω ένα κείμενο γεμάτο χριστοπαναγίες από την αρχή ως το τέλος, όσο χυδαίο μπορεί να είναι ένα κείμενο, όσο χυδαίος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Ν’αφήσω τον κυνισμό μου ελεύθερο να γυροβολήσει, να ρίξει τις βόλτες του, να μπορέσω ανερυθρίαστα και χωρίς καμία τύψη να πω δυνατά πως τους θεωρώ όλους ηλίθιους και πως κανένας, κανένας δεν ξέρει τι του γίνεται και πως όλα είναι ένα τεράστιο, υπέρτατο λάθος. Να σπάσω και να ξεσπάσω και να μη με νοιάζει απλά. Να μη με νοιάζει που χτυπάει το τηλέφωνο και δεν το απαντώ γιατί απλά εκείνη την στιγμή δε γουστάρω ρε φίλε. Άντε και γαμήσου δηλαδή, κανονικά, άντε και γαμήσου.

Στην τελική τελική, καλύτερα έτσι, παρά αυτό το αίσθημα ματάιωσης και θλίψης. Όχι άλλη θλίψη, όχι άλλη μιζέρια, πόσο καλύτερος είναι κυνισμός εν τέλει.