Ετικέτες

Λασπουριά και ποτάμια τρέχουν στην Ιπποκράτους. Στην Πατησίων μετά την Καλλιφρονά, στο οπτικό πεδίο προβάλλει ο Παρθενώνας και ένας δειλός χειμωνιάτικος ήλιος. Κοντά στην Αιόλου, στα στενά γύρω από τη Βαρβάκειο και λίγα μέτρα πιο κάτω από το παράταιρα αυτοκρατορικό Δημαρχείο, ξετυλίγονται κάτι εικόνες χαμογελαστές, κι ας ξέρεις πως, χωρίς το κίτρινο φως του ασθενικού ήλιου, θα στάζανε δάκρυ και πόνο. Ούτε μισό εκατοστό τοίχου αζωγράφιστο στην Κυψέλη και στα Πατήσια και πλέον κάθε φορά που βλέπω ζωγραφισμένους και μουτζουρωμένους τοίχους, θυμάμαι τους Βέλγους φίλους που είχαν εκστασιαστεί μπροστά στους πολύχρωμους τοίχους των αιθουσών και των διαδρόμων του Πολυτεχνείου.

Ο ήλιος της Αθήνας, τελοσπάντων του Νότου μάλλον, είναι κίτρινος. Ακόμα κι όταν την πιάνουν τα νεύρα της την πόλη αυτή και βρέχει σιχαμένα, το φως του ήλιου πριν τη βροχή, μετά τη βροχή, το φως του ήλιου είναι κίτρινο. Στο Βορρά το φως του ήλιου είναι πιο άσπρο, στο χρώμα του πάγου, αν δεν το έχεις δει -όχι, λάθος, δε φτάνει να το δεις: αν δεν το έχεις ζήσει, δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά. Με πιάσαν πάλι οι νοσταλγίες μου, οι άχρηστες συγκρίσεις, είναι μάλλον που σε δυο μέρες φεύγω και που στο ξανάπα φέτος: έχω βαρεθεί τους αποχωρισμούς και με ενοχλεί που έχουν καταντήσει ρουτίνα.

Φέτος λέει, οι απόλυτοι αριθμοί της μεταναστευτικής ροής από την Ελλάδα προς τις χώρες της Δύσης, αγγίζουν τελικά τα επίπεδα του 1961 ή 1962. Μια από αυτές τις δυο χρονιές ήταν αυτή στην οποία σημειώθηκε μεγαλύτερη μεταναστευτική ροή. Ωραίες λέξεις, ορολογίες επιστημονικές, «μεταναστευτική ροή», «επίπεδα του 1962» και τέτοια. Διαβάζω την πληροφορία και σκέφτομαι ξανά την αθέμιτη σύγκριση του κίτρινου φωτός στο Νότο με το λευκό φως του Βορρά. Είμαι άδικη με το Βορρά ίσως, αλλά δε μπορώ να μη σκεφτώ πως Χ χιλιάδες άνθρωποι μεταξύ 25 και 40 ετών (έτσι λέει, κυρίως αυτές οι ηλικίες απαρτίζουν τη «μεταναστευτική ροή»), θα μάθουν να ζουν με το λευκό αυτό φως.

Η Ιπποκράτους έγινε ποτάμι. Ας πούμε πως ο Ποδονίφτης αναβίωσε στην Ιπποκράτους, ή το ρέμα της Καλλιρόης ξέρωγω, κάποιο από τα μπαζωμένα ρέματα της Αττικής μεταρσιώθηκε στην Ιπποκράτους. Μέσα κάνει αφόρητη ζέστη, έξω κάνει βρόχα και υγρασία, κάτι δεν αντέχω, κάτι σκέφτομαι και λέω τώρα θα ουρλιάξω, τελικά όχι, δεν ουρλιάζω, για δες αυτοσυγκράτηση. Τελικά χορεύουμε σα να μην υπάρχει αύριο, αγκαλιαζόμαστε, λέμε ο ένας στον άλλο πόσο αγαπιώμαστε, πόσο αγαπιώμαστε, πόσο αγαπιώμαστε και είναι αυτά τα σ’αγαπώ σαν σανίδες σωτήριας, τα λες και μελώνεις, δε μπορεί, αφού αγαπιώμαστε, δε γίνεται να πάνε στραβά τα πράματα.

Ρωτάω τα νέα του τάδε. Καλά είναι, λέει, αλλά κοίταξε να δεις, στην Ελλάδα αυτό τον καιρό κανένας δεν είναι καλά. Και πώς σκατά γίνεται να γελάμε και να κάνουμε αστεία σα να μη συμβαίνει τίποτα; Μα είναι Χριστούγεννα – Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα, είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες, η γέννηση του Θεανθρώπου (χαχα) μια συλλογική ηθελημένη απάτη – μα το ξέρω, αλλά δε γίνεται να μη σου πω  «χρόνια πολλά» -γιατί; – γιατί έτσι έμαθα εγώ να κάνω, έμαθα να λέω χρόνια πολλά και τέτοιες ευχές, όχι επειδή έτσι πρέπει, επειδή τάχαμου είθισται για νάμαστε κόμ-ιλ-φο, αλλά γιατί συνειδητά σου εύχομαι αυτό που λέει η ευχή: να ζήσεις πολλά χρόνια.

Μα, στην Ελλάδα κανένας δεν είναι καλά αυτό τον καιρό. – Ναι, λες και είναι καλά αλλού, τι να σου λέω τώρα. – Είναι χειρότερα στην Ελλάδα. – Να τις βάλουμε στη ζυγαριά τις δυστυχίες να δούμε ποια βαραίνει παραπάνω. Σημασία έχει: να σου πω «χρόνια πολλά», να στα ευχηθώ αν είναι να τα ζήσεις έτσι «κανέναςδενείναικαλαεδώ»; Μπας και μου θυμώσεις έτσι και σπάσει ο διάολος το ποδάρι του κι όντως το καταφέρεις να ζήσεις πολλά τέτοια χρόνια. Ε, ας μη πούμε «χρόνια πολλά», ας μη πούμε «καλά χριστούγεννα» φέτος, και τι να λέει, πέρασαν και δεν ακούμπησαν, εξάλλου δεν τον θέμε αυτό τον «συλλογικό καταναγκασμό της επιβεβλημένης συλλογικής ιλαρότητας«, είμαστε κυνικοί εμείς, είμαστε πραγματιστές. Όχι σου λέω, εγώ θα συνεχίσω να ονειρεύομαι που να σκάσουν, θα συνεχίσω να πιστεύω πως θα τ’αλλάξουμε όλα, δε θα μου χαλάσουν την ονειροπόλησή μου.

Ψάχνω να δω τι κρατάω από τη χρονιά που πέρασε. Κάνα δυο βόλτες. Ένα ταξίδι σίγουρα, ίσως κι άλλο ένα. Τις πόλεις που αγάπησα -πάντα. Μια περιπέτεια που ξεκίνησε κι ανάθεμα κι αν ξέρω πού θα πάει, αλλά δε με νοιάζει, τη γουστάρω. Όλα είναι ένα ψέμα. Τη 12/2 -από μακριά. Την 7/11 -από μακριά κι αυτήν. Τα Χανιά την άνοιξη -με βροχή. Αυτούς τους υπέροχους τρελούς. Cut/παύση/ανάσα: έλεγα σε μιαν άλλη ωραία τρελή πως δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται και πάω και μπλέκω μονίμως με βλαμμένους, τρελούς, ανισόρροπους. Πώς σκατά γίνεται κι έλκομαι από κείνα τα τυπάκια που έχουν πετριά.  «Μα αυτοί είναι οι πιο ωραίοι τύποι. Οι καταθλιπτικοί, οι τρελοί, οι βλαμμένοι, αυτοί έχουν ενδιαφέρον». Ναι. Ισχύει. Βοήθειά μας.

Τι άλλο κρατάω. Ανάκατα. Ένα ξεκαθάρισμα. Οριστικό και αμετάκλητο, μετά από μια συνάντηση τυχαία και μετά από μια αργοπορημένη συνάντηση ηθελημένη [Αντίο]. Δεν κατάλαβες. Δεν πειράζει. Άλλοι κυοφορούν παιδιά. Εγώ κυοφορώ λέξεις κι εγκυμονώ κινδύνους. Ανάκατα. Τους φίλους μου που ερωτεύτηκαν -κι ήμουν εκεί και το είδα να γίνεται κι αν δεν έχεις δει τον έρωτα να γεννιέται, δεν έχεις δει τίποτα. Την Κανελλόριζα στα ακουστικά και την Κανελλόριζα στο γάμο. Το Μπαχάρ του σεβντά της Λένας. Τα Δεκεμβριανά του Καίσαρα. Ανάκατα σου λέω. Τη Σούγια οπωσδήποτε.

Μόνο που κρατάω και τα πράσινα καλτσάκια ενός παιδιού σε μια θάλασσα μικρή. Και σκέφτομαι πως είναι ευλογία να’χεις ανθρώπους να σου εύχονται χρόνια πολλά και να το εννοούν, να επιθμούν βαθειά να ζήσεις «πολλά χρόνια». Μα είναι ευλογία ακόμα καλύτερα αυτοί οι άνθρωποι να σου εύχονται ειλικρινά και να επιθυμούν βαθειά να ζήσεις «πολλά καλά χρόνια». Κι ακόμα, είναι να ξέρεις πως αυτοί οι άνθρωποι, αυτοί που στα εύχονται και το εννοούν, είναι μάλλον κι η μόνη λύση, ο μονόδρομος, αυτοί που είναι ικανοί να ζήσουν έτσι, ώστε όντως τα πολλά χρόνια που σου εύχονται, να είναι καλά.

Μπαίνω στον πειρασμό να τους ονοματίσω αυτούς τους δικούς μου ανθρώπους, τους το χρωστάω. Αλλά ξές κάτι; Εγώ δεν είμαι σαν την Αμίρα ή τον Ουαλίντ ή δε ξέρω ποιον άλλο ξεχνάω: είμαι τυχερή γιατί έχω πολλούς τέτοιους ανθρώπους. Κι αν κακοκαρδιστήκαμε, κι αν στεναχωρηθήκαμε, κι αν τσακωθήκαμε ακόμα (ξέρετε σεις😉 ), κακά ψυχρά, καλή καρδιά αδερφέ. Γιατί ξες, εμείς αγαπιώμαστε, αγαπιώμαστε, αγαπιώμαστε, με ένα φως στα μάτια, λευκό ή κίτρινο τι να λέει, και ξέρουμε να θυμώνουμε και μετά να χορεύουμε αγκαλιασμένοι τόσο που να γίνεται η ζέστη αφόρητη κι οι κακομούτσουνες οι φάτσες να εξαϋλώνονται ως διά μαγείας, εμείς αγαπιώμαστε και δε θα μας το χαλάσει αυτό ούτε το «κανέναςδενείναικαλαεδώ», ούτε οι θυμοί-οι μιζέριες-οι ξενέρες, ούτε καν ο θάνατος, και ξέρεις τι εννοώ.

Πολλά καλά χρόνια σου εύχομαι. Καλή Χρονιά. Και αγάπη.