Ετικέτες

, , ,

Σε αυτό εδώ το ποστ, αλλά και στο άρθρο The model democratic society of the modern economy στο Unfollow αυτού του μήνα, o Old Boy διατυπώνει κάποιες σκέψεις, τις οποίες διαβάζοντάς, χαμογέλασα πικρά. O Old Boy δεν είναι αφελής και σίγουρα είναι πάρα πολύ έξυπνος. Όμως εν προκειμένω, οι σκέψεις που διατυπώνει, στα δικά μου τα μάτια μοιάζουν σχεδόν απλοϊκές και σε μεγάλο βαθμό αφελείς. Εκπλήσσεται που οι άνθρωποι φοβούνται να αποταθούν στην αστυνομία για να τους «προστατεύσει» από φασίστες που τους ξυλοκοπούν. Θεωρεί ορόσημο μιας μεγάλης αλλαγής, ανατροπής ίσως, το γεγονός ότι η αστυνομία ανοιχτά διατηρεί δεσμούς με το νεο-ναζιστικό κόμμα που κοσμεί πλέον και το αστικό Κοινοβούλο. Πιστεύει μάλλον πως η αστυνομία, τι; «υπάρχει για να προστατεύει τον πολίτη»;

Για να μην φανεί πως προσπαθώ να ερμηνεύσω τις σκέψεις του ΟΒ. παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από τα σχόλιο κάτω από το ανωτέρω αναφερθέν ποστ:

όταν φτάνουμε να βλέπει την αστυνομία σαν εχθρό του όχι ο άνθρωπος που ρίχνει πέτρες στο δρόμο, αλλά ο άνθρωπος που πήγε να δει μια παράσταση στο θέατρο και τον λυντσάρουν οι χρυσαυγίτες, κάτι έχει πλέον αλλάξει στην καρδιά του πολιτεύματος.

Σε καμία περίπτωση δεν σκοπεύω φυσικά να αντιδικήσω ή να την πω στον ΟΒ. Όμως θεωρώ πως αυτή η κουβέντα είναι πάρα πολύ χρήσιμη και έτσι παραθέτω κάποιες σκέψεις.

Καταρχάς, αποδεχόμαστε για λόγους οικονομίας της συζήτησης πως η «δημοκρατία αποκαταστάθηκε το 1974». Οπότε δεν θα κάνω καμία αναφορά ούτε στον εμφύλιο, ούτε στο μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς, ούτε στη Χούντα. Από την αρχή όμως της μεταπολίτευσης και μετά, και ασχέτως του ποιο κόμμα κατείχε την εξουσία, θέλω να θυμίσω πως μετράμε τουλάχιστον τέσσερις νεκρούς από αυτή την αστυνομία (είναι πολύ περισσότεροι, αλλά αναφέρομαι στις σημαντικότερες και πιο «διάσημες» περιπτώσεις: Κουμής-Κανελλοπούλου το 1980, Καλτεζάς το 1985, Γρηγορόπουλος το 2008 και Τόντι το 2009), και τουλάχιστον έναν από το παρακράτος (Τεμπονέρας το 1991). Δε θα μπω στον κόπο να αναφερθώ στα δεκάδες περιστατικά αστυνομικής βίας και καταστολής που γνωρίσαμε όλα αυτα τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και δεν αναφέρομαι στον αναρχικό χώρο, που προφανώς έχει υπάρξει στοχοποιημένος, αναφέρομαι σε διαδηλώσεις εργαζομένων και φοιτητών (συνταξιούχοι, εξεταστικά κέντρα ΑΣΕΠ το 1998, επίσκεψη Κλίντον, καταλήψεις ΄90-΄91, Κάπα Μαρούσης, Πρυτανεία Πολυτεχνείου και τόσα πολλά άλλα, ων ουκ έστι αριθμός). Για όσους συμμετείχαν σε τέτοιες εκδηλώσεις ή είχαν έστω μια ελάχιστη επαφή με τα κοινωνικά και κινηματικά τεκταινόμενα, η αστυνομική καταστολή ήταν κάτι δεδομένο και αναμφισβήτητο.

Θα θυμίσω ακόμα πως εν έτει 1992, ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, απευθυνόμενος στους αστυνομικούς, είχε πει «Εσείς είστε το κράτος». Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το σχετικό κοινωνικό πλαίσιο, ήταν οι διαμαρτυρίες για την ιδιωτικοποίηση των αστικών λεωφορείων.

Είχε δίκιο ο Μητσοτάκης, όπως και σε πολλά άλλα που με διακεκριμένο κυνισμό έχει πει. Η αστυνομία είναι -όχι το ίδιο το κράτος-, αλλά δομικός μηχανισμός του αστικού κράτους, απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του. Ξεκινώντας από την αφετηρία πως οι κοινωνικοί συσχετισμοί είναι ταξικοί και πως εντός της κοινωνίας αναπτύσσονται αντίρροπες/αντίπαλες δυνάμεις, των οποίων τα συμφέροντα είναι συγκρουόμενα, γίνεται αντιληπτό ότι το αστικό κράτος είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί εξισορροπητικά για τους κοινωνικούς συσχετισμούς. Το δημοκρατικό πολίτευμα εμπεριέχει αυτή την πραγματικότητα. Αποτελεί σύμβαση η αντίληψη ότι εντός μιας κοινωνίας, που λειτουργεί με τις αρχές τις αστικής δημοκρατίας, το κράτος υπάρχει για να εξυπηρετεί τον πολίτη. Το κράτος υπάρχει για να συντηρεί τις ισορροπίες. Σε περιόδους άμβλυνσης των συσχετισμών, σε περιόδους «ευημερίας», ας το πούμε έτσι, η καταστολή είναι πιο ήπια, καθότι η εξισορρόπηση επιτυγχάνεται με την χρήση ιδεολογικών μηχανισμών, όπως η εκπαίδευση, η θρησκεία ή η οικογένεια. Όταν όμως οι αντιθέσεις οξύνονται, σε καιρούς ισχνών αγελάδων, όταν το σύστημα βρίσκεται σε δυσπραγία και δεν είναι σε θέση να «βουλώνει στόματα» με κοινωνικές παροχές, τότε οι ιδεολογικοί μηχανισμοί δεν επαρκούν για να διατηρούνται οι ισορροπίες. Για να το πούμε ακόμα απλούστερα, όταν το σύστημα περνά φάση ανάπτυξης και/ή τα κοινωνικά κινήματα έχουν τον συσχετισμό με το μέρος τους, οι  παραγωγικές δυνάμεις, ο λαός, επωφελείται από τις παροχές που οι ανώτερες τάξεις έχουν την δυνατότητα να κάνουν, υποχωρώντας ελαφρώς, για να μεγιστοποιούν τα κέρδη τους πιο μακροπρόθεσμα. Τότε οι ιδεολογικοί μηχανισμοί είναι αρκετοί για να διατηρείται η κοινωνική ειρήνη. Όταν το σύστημα περνά κρίση και η κάνουλα κλείνει, οι κοινωνικές παροχές μειώνονται (ή ελαχιστοποιούνται, αν μιλάμε για τον ευρπαϊκό νότο σήμερα), και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί είναι πολύ ανεπαρκείς για να διατηρείται η ισορροπία. Τότε πιθανά δε μας ενδιαφέρει καν η κοινωνική ειρήνη. Μας ενδιαφέρει απλά να κρατιούνται οι χαμηλές τάξεις ήσυχες. Και όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος.

Έτσι γίνεται πάρα πολύ προφανές για ποιο λόγο η καταστολή έχει ενταθεί σε πρωτόγνωρο, για τη γενιά μας τουλάχιστον, επίπεδο τα τελευταία 2,5 χρόνια (αρχής γενομένης μάλλον νωρίτερα, από το Δεκέμβρη του ’08, και πάντως σίγουρα από την Κερατέα). Γιατί πολύ απλά, η επιβολή της φτωχοποίησης ευρύτατων στρωμάτων της κοινωνίας είναι απολύτως αδύνατο να γίνει αναίμακτα. Η διαφωνία έγκειται στο γεγονός ότι, για τη δική μου ανάλυση, ο ρόλος της αστυνομίας ήταν πάντα αυτός, ο ίδιος. Η ένταση της καταστολής είναι που αυξομοιώνεται, ο ζήλος της αστυνομίας είναι που αυξάνει.

Ας μην ξεχνάμε εξάλλου, πως στην πραγματικότητα η αστυνομία στην Ελλάδα δεν επιχειρήθηκε καν να εκδημοκρατιστεί, ούτε καν για τα μάτια του κόσμου, μετά τη μεταπολίτευση. Οι βασανιστές της Χούντας δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Ας μην ξεχνάμε ακόμα, πως σε ευρύτερο επίπεδο, στην κοινωνία, οι Χίτες και οι γερμανοτσολιάδες της Κατοχής, οι παρακρατικοί του μετεμφυλιακού κράτους, οι χαφιέδες και οι κοτζαμπάσηδες της Χούντας ποτέ δεν περιθωριοποιήθηκαν. Ίσα ίσα, ενσωματώθηκαν μια χαρά στον κρατικό μηχανισμό της μεταπολίτευσης (εντός του οποίου υπάρχει και η αστυνομία), αλλά και σε πολιτικό επίπεδο αφομοιώθηκαν συχνά εντός των δύο μεγάλων κομμάτων.

Ο ΟΒ καταλογίζει, και ενδεχομένως δικαίως, πως όλα αυτά είναι φανερά μόνο σε λίγους, περιθωριακούς, μυημένους στην μαρξιστική ανάλυση. Πέραν του γεγονότος ότι δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς μαρξιστής, για να μπορεί να δει αυτή την πραγματικότητα, ενδεχομένως να έχει δίκιο στο γεγονός ότι ο ευρύτερος κόσμος δεν την αντιλαμβάνεται διά γυμνού οφθαλμού Πλέον βέβαια, θα έλεγα εγώ, πως την αντιλαμβάνεται the hard way, με γκλομπ, χημικά και αύρες. Και πάλι όμως, είναι χρήσιμο, εκτός από την υλική αντίληψη της πραγματικότητας, να επισυμβαίνει και η θεωρητική. Όμως, ο καλύτερος τρόπος, η ορθότερη ανάλυση ίσως, κατά την πολύ ταπεινή άποψη της γράφουσας, δεν είναι η διατύπωση που κουοτάρησα παραπάνω. Γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει «στην καρδιά του πολιτεύματος»: σε αυτό το επιπεδο πάντα ίσχυε το ίδιο. Άλλαξαν όμως πολλά στις οικονομικές συνθήκες και στους κοινωνικούς συσχετισμούς. Αυτή η αλήθεια είναι που χρειάζεται να καταδεικνύεται.

Για να τελειώνουμε με τις αυταπάτες πως είναι εφικτή μια «καλή και λειτουργική, δημοκρατική μάλιστα, αστυνομία» εντός του σημερινού συστήματος. Με τον ίδιο τρόπο που δεν είναι εφικτή ούτε μια «καλή εκπαίδευση». Τόσο η αστυνομία, όσο και η εκπαίδευση είναι μηχανισμοί διόλου «αντικειμενικοί», είναι μηχανισμοί άρρηκτα δεμένοι με τη στοχοθεσία της πλευράς που έχει το πάνω χέρι στους συσχετισμούς εντός της κοινωνίας.