Τώρα λοιπόν ο κύκλος κλείνει, τώρα πλέον τα ερωτήματα έχουν απαντήσεις, σαφείς και αδιαμφισβήτητες, τώρα πια ξέρω. Και επειδή ξέρω, ξέρω και τι είναι αυτό που πρέπει να κάνω «για το καλό μου» και αρνούμαι συστηματικά και πεισματικά να το κάνω, βλέπω το γκρεμό και πάω ντουγρού, κι οι απαντήσεις, οι προτάσεις, οι λύσεις είναι εκεί μπροστά μου, μεγάλες σαν καρπούζια, ο ελέφαντας στο δωμάτιο, μα πώς είναι δυνατόν ακόμα και τώρα, ακόμα και τώρα να πηγαίνω κατά πάνω στον ελέφαντα, κάνοντας πως δεν υπάρχει, πως είναι ολόγραμμα, οπτασία, μέρος της σκηνοθεσίας ενός τριπ, και να φαντασιώνομαι πως ο ελέφαντας θα παραμερίσει ευγενικά για να περάσω.

Θυμάμαι φωτογραφίες που δεν κοιτάω, τις ξέρω απ’έξω, τι να κοιτάξω πλέον, αυτό που έχω μάθει νεράκι, όπως την Ιστορία της Δέσμης; Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας… Εκείνες οι όμορφες στιγμές που έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, τα άδεια κρεβάτια με ή χωρίς ανθρώπους, τα πρωινά που παω καρφί στην καφετιέρα με ένα κόμπο στο λαιμό, το κεφάλι να ζυγίζει χίλιους τόνους, να μου έχει κολλήσει το τραγούδι που μισώ, διψασμένη, αλλά οι βρύσες στέρεψαν. Τα βλέμματα που δεν θα ξεχάσω ποτέ, οι μέρες της αφθονίας και της καλοπέρασης, και μετά τα χρόνια που βούλιαξαν σα πατήματα σε λασπωμένα μονοπάτια, μια κορυφή που δεν ανέβηκα, μια λίμνη παγωμένη που πάνω της γλίστρησα, ένα πρωινό κολατσιό στο δάσος, τα τάνγκο στο Σαν Τέλμο, για πάντα να μείνω στο Σαν Τέλμο, τα ηφαίστεια που πάνω τους περπάτησα, να κοίτα, όλα σε πρώτο ενικό, δε λέω πια «εμείς». Πήγα, είδα, έζησα, χόρεψα, τραγούδησα, το κεφάλαιο έκλεισε, το βιβλίο γράφτηκε, κλείστο πλέον γαμώ το κέρατο, βάλτο στη βιβλιοθήκη, filed for ever, γιατί μοιάζουν όλα τόσο βρόμικα και λασπερά και αδιέξοδα και χωρίς προοπτική; Κι εκείνο το ταξίδι που δεν κάναμε, κι εκείνο το πλοίο που πήρα κι ήταν λάθος κι έχω μετανοιώσει χιλιάδες φορές, κάθε μέρα και κάθε στιγμή μετανοιώνω, αλλά πλέον τι νόημα έχει, back to black λέει, αηδίες, δραματοποιημένες ζωές, δεν είναι σκηνικό θεάτρου, κοίτα το είναι αλήθεια, είναι πράξη, είναι ζωή.