Εγώ που λες είμαι ένα μικρό τίποτα. Ένας απειροελάχιστος κόκκος άμμου, ένα μικρό μόριο λάσπης, ένας χωματόσπορος. Με παίρνει ο αέρας και με πάει όπου λάχει, βόρεια, δυτικά, νότια. Συνήθως δυτικά, μερικές φορές κι ανατολικά. ‘Ενα μικρό τίποτα κουβαριασμένο σε ένα μικροσκοπικό πολυθρονάκι να παρατηρώ εσένα κυρίως και όλους εσάς που έχετε γνώμες και ιδέες και γνώσεις, και να αναρωτιέμαι ποιος βρήκε τόση σοφία και τόση σύνεση και τις σκόρπισε στον κόσμο, πού βρέθηκαν όλες αυτές οι εντυπωσιακές προτάσεις, τα καίρια σημεία στίξης και οι βεβαιότητες.

Κι άλλες φορές, κουβαριασμένο πάντα στο μικροσκοπικό πολυθρονάκι μου, παρακαλάω να ήμουν ακόμα πιο μικροσκοπικό, ακόμα πιο τίποτα, ακόμα πιο αόρατο από χωματόσπορος, να ήμουν μονάχα δυο μάτια που ρουφούν αχόρταγα τις εικόνες και τις καταγράφουν, να μην ξεχαστούν, να μην ξεχάσω ποτέ εκείνο το σκοτωμένο σκυλί στο οδόστρωμα, εκείνη τη θάλασσα με τις σιχαμερές μπουρμπουλήθες, εκείνη τη χαράδρα τη γεμάτη ντενεκάκια, αποφάγια και ψοφίμια, να μην ξεχάσω τον ουρανό της Βαγδάτης πράσινο σκοτεινό στην αναμετάδοση του CNN, να μην ξεχάσω ποτέ το κουτσό γατί στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων και ανθρώπους να το περιγελάνε, να μην ξεχάσω το συμμαθητή μου που τον κορόιδευαν γιατί μιλούσε τραβώντας τις συλλαβές σαν κορίτσι, να μην ξεχάσω τα μάτια τα πετρωμένα από το φόβο, παραλυμένα από την φρίκη, δυο μάτια κάρβουνα και δυο χέρια να κουβαλάνε ένα τεράστιο μπόγο, να μην ξεχάσω ποτέ τα ξεβρασμένα πτώματα, τα ανθρώπινα ρετάλια με τις χιλιοτρυπημένες φλέβες και τους δεμένους καρπούς, να μην ξεχάσω την καταγωγή μου απ’τη Μπρούσσα.

Εγώ που λες είμαι ένα μικροσκοπικό τίποτα. Κουβαριασμένο στο μικρό πολυθρονάκι μου απλά κοιτάζω και παρατηρώ. Κανείς δεν με παίρνει είδηση που τους κοιτάζω κι άλλοτε τους θαυμάζω, κι άλλοτε με συνθλίβουν με τα λόγια τους που καλύτερα να με είχαν τσαλαπατήσει, παρά να λένε και να κάνουν αυτά. Ένα μικροσκοπικό τίποτα, ποτέ μου δεν έβλαψα, ποτέ μου δεν άρπαξα πέτρα να τη ρίξω ούτε καν σε τζάμι, έτσι για το χάζι, όπως κάναν τα παιδιά τότε που ακόμα παίζανε στους δρόμους. Εγώ που λες, εγώ το μικροσκοπικό τίποτα, σε κοιτάζω και σε παρατηρώ και σε σκέφτομαι και νιώθω την αδικία που συμβαίνει, που μας συμβαίνει, και λέω καλύτερα να πάρω τις μικροσκοπικές μου δυνάμεις και να πάω να χαθώ, να εξαφανιστώ, να μην υπάρχει κίνδυνος να με βρουν ποτέ, να μη με ξαναβρεις ούτε κι εσύ, καλύτερα έτσι.

Εγώ που λες είμαι ένα τίποτα, πιο μικρό κι από κομματάκι σκόνης. Αιωρούμαι σε έναν ωκεανό, μέχρι τώρα νόμιζα πως γύρω μου ήταν νερά και πλαγκτόν και ιώδιο. Μέχρι χτες, μέχρι χτες που με σκούντηξε από δίπλα ένα άλλο μικρό τίποτα και ανοίξαμε μαζί τα μάτια μας, ορθάνοιχτα και τεράστια για να δούμε γύρω μας έναν ωκεανό από πολλά τίποτα. Πολλά τίποτα που μάλλον είναι κάτι. Πολλά τίποτα που θυμούνται καλά και που λένε να βγουν από τις τρύπες τους, οπλισμένα με ό,τι βρουν πρόχειρο, με πέτρες και σφεντόνες, να πάρουν εκδίκηση για όλες εκείνες τις αδικίες και τις ασχήμιες που τα έκαναν να είναι τίποτα.

Να γίνουμε επιτέλους κάτι.

*Ποστάκι που δεν θα είχε γραφτεί, αν δεν είχα διαβάσει το κείμενο της @tintooth στο τρίτο μπαχάρ*.