Κι όταν θα ξυπνήσουμε απ’αυτόν τον εφιάλτη, θα με πάρεις από το χέρι και θα χαμογελάς και μόνος δρόμος θα’ναι η κατάφαση. Και οι ακρογιαλιές και τα βουνά θα’ναι μόνο δικά μας και όλων. Και θα χαζεύουμε το ροζ της ανατολής και το πορφυρό της δύσης, σα να μην υπάρχει αύριο. Θα χορεύουμε σα να μην υπάρχει αύριο. Γιατί ακριβώς θα υπάρχει αύριο αλλά δε θα υπάρχει ζόφος. Και δε θα χρειάζεται να εξηγούμε τίποτα, όλα θα’ναι απλά. Και δε θα υπάρχουν ερωτήσεις, παρά μόνο θες λίγο ροδάκινο; θα μου δώσεις αυτό το βότσαλο; θα μου δώσεις ένα φιλί; Και κάθε δαγκωματιά θα γεμίζει γλύκα κάτω από τις γλώσσες μας και κύματα θα κατακλύζουν τον οισοφάγο και το υπογάστριο.

Και θα σε κοιτώ και θα’χω όλες τις απαντήσεις. Και θα καταλαβαίνουμε με ένα νεύμα. Και δε θα υπάρχουν χαρακτηρισμοί ούτε και κατηγορίες, μόνο ζευγάρια μάτια πράσινα και θαλασσιά και καστανά, μόνο βλέμματα που δε θα υπόσχονται, αλλά θα τα λένε απλά όλα. Και τα πουλιά δε θα κελαηδούν, αλλά θα τραγουδούν Joy Division και εμείς θα χορεύουμε χαρούμενα πάνω σε συντρίμμια που θα θυμίζουν πως ο εφιάλτης τέλειωσε πια κι από τα πέντε βασικά πράματα που εδώ και αιώνες εμπνεύουν τους ανθρώπους θα’χουν μείνει μόνο ο έρωτας, η αγάπη και η ζωή. Και δε θα υπάρχει πόνος και δε θα υπάρχει θάνατος και δεν θα ακούς ούτε τα μωρά να κλαίνε, μόνο θα γελούν, θα γελούν και θα πιπιλίζουν τον αντίχειρα εκστασιασμένα.

Και δε θα υπάρχουν λαβύρινθοι με αμφιβολίες, ούτε τρόμος, ούτε δισταγμοί, απλά θα με θες και θα σε θέλω και αυτό θα είναι αρκετό. Κι αν δεν θες, δεν θα πειράζει, αλλά αν θες, θα είναι άλλη μια πρόσκληση σε πάρτυ, και θα σε κοιτώ προκλητικά και δε θα σκύβεις το βλέμμα και θά’χουμε ξεχάσει κάθε θυμό και κάθε παρεξήγηση και κάθε πόνο, κάθε ντροπή, κάθε μήπως και κάθε ίσως. Και μόνος δισταγμός το πότε, τώρα;,μετά;,σε λίγο;

Και όλες οι ουσίες θα’χουν γίνει μία και θα’χει γεύση από βερύκοκο ή έστω σύκο και θα’χει έρθει ο κόσμος ανάποδα κι ο βορράς θα’χει γίνει ανατολή και δεν θα υπάρχει βαρύτητα, μόνο ελαφρότητα και τα ποτάμια μπορεί και να επιστρέφουν στην πηγή κι ακόμα και οι βασικές αλήθειες θα χαμογελούν, γιατί πώς αλλιώς;

Και θά’χει γίνει πόλεμος. Και θα καπνίζουν τα ερείπια και οι κάνες των πολυβόλων. Μα  δε θα πειράζει πια, δε θα ξεχάσουμε πως έγινε ο πόλεμος, ούτε γιατί, αλλά πλέον τα ξυπόλητα βήματά μας, θα μας φέρνουν σε μια ισορροπία με μπόλικη όμως εντροπία, γιατί τι άλλο είναι η ισορροπία από μια αέναη κατάκτηση; Κι ο πόλεμος θα συνεχίζεται, γιατί ποτέ δεν σταματά, αλλά με τελείως άλλους όρους. Τους όρους τους δικούς μας που δεν βασίζονται σε αποφάσεις, αλλά στη θέληση και στην όρεξη. Και δεν θα ονειρευόμαστε πια, γιατί θα ζούμε αυτό που ονειρευτήκαμε. Και δεν θα υπάρχουν ήττες, θα υπάρχει μονάχα ελευθερία.

Και μονάχα θα κοιταζόμαστε στα μάτια και όλα θα είναι απλά.