Πέμπτη και θερινό ηλιοστάσιο και συννεφιά και βροχή. Και κακιά ζέστη.

Οι Πέμπτες είναι πολύ ωραίες. Είναι το αντίθετο της Κυριακής. Είναι μέρες κατάλληλες για να γεμίσεις τη μπανιέρα με αφρόλουτρα, άλατα και φρουφρου και να χωθείς μεσα στο νερό που μυρίζει κεράσι ή κανέλλα και να βιώσεις την κάθαρση στο πετσί σου. Καθώς βυθιζεις το κεφάλι μέσα στο φρουφρού, κάνοντας μπλουρμπ, εκεί που τα αυτιά σου γεμίζουν από το βόμβο του νερού, εκείνη τη στιγμή, ανοίγεις νοερά ένα παράθυρο, πιάνεις μια νοερή λευκή σελίδα, κάνεις ένα νοερό bcc σε πολλαπλούς αποστολείς και τα λες έξω απ’τα δόντια χωρίς μνησικακίες ή εκδικητική διάθεση. Απλά τα λες. Χύμα.

Ακουμπάς τον πάτο της μπανιέρας ταυτόχρονα με τον πάτο της ύπαρξης. Στα αυτιά σφυρίζουν βομβαρδιστικά αεροπλάνα, έχεις τα μάτια κλειστά και περνάνε βολίδα σεκάνς από στιγμές καλές και κακές, ορόσημα και λεπίδες. Μες το κεφάλι σου, σφυροκοπούν κουβέντες συγκεκριμένες, κοφτές και κοφτερές, που τις άκουσες από στόματα με προστιθέμενη αξία και που εγγράφηκαν στους νευρώνες σαν αποχαιρετισμοί σε επιτύμβιες στήλες -με ανεξίτηλη μελάνη.

Οι ζωές των ανθρώπων μοιάζουν με μονοπάτια, με δρόμους που διασταυρώνονται, με πορείες που για λίγο τέμνονται ή εφάπτονται και μετά χωρίζουν. Τη στιγμή εκείνη, τη στιγμή που ανοίγουν οι εφαπτόμενες πορείες σε διχάλα, νιώθουν οι άνθρωποι σα να χάνουν κάτι πολύτιμο, αλλά μετά συναντούν άλλα μονοπάτια για μια παράλληλη διαδρομή, σύντομη ή όχι και τόσο. Κι οι προηγούμενοι συνοδοιποροι, που υπήρξαν κάποτε το παν, που δε φανταζόσουν πως γινόταν να μην περπατάς μαζί τους για όλη την προηγούμενη ζωή σου, αυτές οι τόσο επιτακτικές ανάγκες γίνονται νοσταλγικά γλυκόπικρες σέπιες που κοιτάς με ένα χαμόγελο πικρής σοκολάτας. Οι στιγμές του αποχωρισμού μπορεί να δαγκώσουν λιγάκι, μπορεί να είναι μέλισσες ή και φίδια ακόμα, να στάξουν δηλητήριο και έχθρα. Αλλά λίγο μετά, πόσο δεν έχει σημασία, κι απλά ένα μικρό σημαδάκι στο δέρμα θυμίζει το δάγκωμα, αλλά μοιάζει και με παράσημο. Λες γεια σου. Λες αντίο. Λες θα τα πουμε και δεν το πιστεύεις. Τα λέγαμε.

Η λήθη είναι λίγο η ανακύκλωση της ανθρώπινης ζωής. Βάζεις εκεί όσα δεν σου χρειάζονται πια, όσα απλά δεν σου κάνουν γιατί άλλαξες γούστα, τα ρούχα που σου είναι μεγάλα μετά από μια βαρβάτη δίαιτα. Τα ρούχα που φορέθηκαν ανάποδα ή στραβά, τα στενά παπούτσια των άλλων, που με το ζόρι πήγες να χωρέσεις μέσα τους, ξέροντας καλά πως να περπατήσεις με αυτά αποκλείεται. Γυρίζεις σπίτι σου και τα βγάζεις με ανακούφιση. Επιστρέφεις εκεί όπου ανήκεις. Συγγνώμη, δε θα πάρω άλλο, ωραία τα κεφτεδάκια σας, τα παπουτσάκια σας και τα καπελάκια σας, αλλά εγώ άλλαξα διατροφή, ξαναβρήκα το στυλ μου, περπατώ ξυπόλητη.

Σχεδόν ναρκωμένη, βγάζεις το κεφάλι από το νερό που φουρφουρίζει σαπουνόφουσκες, ξαναδιαβάζεις τη νοερή σελίδα που δεν είναι λευκή πια, ωραίος γραφικός χαρακτήρας, κατάλληλοι επιθετικοί προσδιορισμοί, λέξεις σωστά τοποθετημένες. Τσεκάρεις τα bcc, α, κάποιον ξέχασες, όλως τυχαίως είναι η τελευταία σου παράλληλη διαδρομή. Κρίμα. Όχι κρίμα, η διχάλα ήδη άρχισε να ανοίγει, γνέφεις και προσπερνάς.

Μια λέξη μπορεί να γιατρέψει. Μια λέξη μπορεί να δώσει ένα τελειωτικό χτύπημα. Μια και μόνη λέξη: ε, άντε γεια.🙂