Κυράδες, φιλάνθρωποι παπάδες
εργολαβίες, ψαλμωδίες και καντάδες

Επί περίπου μία δεκαετία έχω υπάρξει ιδιαιτερατζού, κι είχα την «τύχη» να διαπιστώσω τις αλλαγές που προέκυψαν στα σχολεία και στους μαθητές, μετά από δυο εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Το γενικό συμπέρασμα είναι πως το επίπεδο γνώσεων, γενικής παιδείας και κουλτούρας πέρασε σε ελεύθερη πτώση. Τα παιδιά 10 χρόνια πριν (τότε έκανα τα τελευταία μου ιδιαίτερα) αγνοούσαν πολύ βασικά πράγματα, αδυνατούσαν πχ να κατανοήσουν την έννοια της έκφρασης «πράξις παράνομος και ανθελληνική» -μιλώ πάντα για παιδιά Λυκείου.

Η ποιοτική μεταβολή στην εκπαίδευση δεν είναι θέμα χρημάτων, όπως επιμένουν οικονομίστικες λογικές. Φυσικά είναι και θέμα χρημάτων, απλά αυτό που δε λεγόταν τότε είναι πως λεφτά έπεφταν στην εκπαίδευση, το θέμα ήταν από ποιον με με ποιο στόχο. Η ποιοτική μεταβολή στην εκπαίδευση είναι θέμα συνειδητής πολιτικής επιλογής, με στόχο και κατεύθυνση μια κοινωνία σε ύπνωση και πνευματική καταστολή. Μια κοινωνία τεχνητής αφθονίας, που στο κέντρο του αξιακού της συστήματος τοποθετεί την ύλη, δηλαδή τον καταναλωτισμό, δηλαδή μια από τις κινητήριες δυνάμεις που κάνουν τον καπιταλιστικό μηχανισμό να ρολάρει. Και προφανώς η εκπαίδευση δεν αρκεί από μόνη της, από κοντά αρήγουν και οι υπόλοιποι ιδεολογικοί μηχανισμοί, λειτουργώντας με τρόπο που μοιάζει φυσικός και λογικός, σχεδόν αυτονόητος. Με προορισμό τον εκμαυλισμό και τον εκφασισμό.

Ποιος θυμάται τον αυριανισμό; Ποιος θυμάται τα χυδαία πρωτοσέλιδα εναντίον της τότε βουλευτίνας των Οικολόγων, του Μάνου Χατζηδάκι και του Λεωνίδα Κύρκου; Μετά το ρεβανσισμό της δεκαετίας του ’80, όταν μάλλον η ελληνική κοινωνία βίωσε πρωτόγνωρες καταστάσεις κι νόμισε πως ανέβηκε το κοινωνικό ασανσέρ, αλλά και να διαφοροποιείται ιδεολογικά, οι ιδεολογικές καταρρεύσεις προκάλεσαν μια χιονοστοιβάδα εξελίξεων τόσο στο πολιτικό επίπεδο, όσο και στο ιδεολογικό. Θεωρώ πως αν ψάχναμε αν βρούμε ένα ορόσημο, ένα έτος μηδέν στην διαδικασία εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας, αυτό θα ήταν η κυκλοφορία του πρώτου τεύχους του Κλικ. Για του λόγου το αληθές, πώς μπορείς να ονομάσεις κάποιον που καλεσμένος σε ραδιοφωνική συνέντευξη, με το που μπαίνει στο στούντιο και κάθεται στην καρέκλα του, τοποθετεί στο τραπέζι ένα όπλο, πώς μπορείς να τον ονομάσεις, εκτός από τραμπούκο και φασίστα;

Κι ύστερα ήρθαν τα ριάλιτυ, η δημόσια διαπόμπευση ανθρώπων με προφανείς πνευματικές ιδιαιτερότητες, προκειμένου να κάνουμε νούμερα και να πουλάμε διαφήμιση και πλαστικά όνειρα, το χάος των τηλεπαραθύρων. Παράλληλα με αυτά, διενεργούνται και η υποβάθμιση του -έτσι κι αλλιώς όχι ιδιαίτερα υψηλού από τη δεκαετία του ’80- πολιτικού λόγου, η ψευδαίσθηση ισχύος με τα μεγάλα έργα και τις Ολυμπιάδες, για να τονώνεται η εθνική μας μαγκιά. Που δεν έχει σημασία αν αγνοείς βασικά ιστορικά γεγονότα ή πνευματική παραγωγή της χώρας σου, φτάνει που έχεις τον Καλατράβα να σου φτιάξει το στέγαστρο στο ΟΑΚΑ.

Η υποβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας, η κυριάρχιση της αισθητικής των ιδιωτικών μήντια, τύπου «κομιστή» και Νίτρο, η αποψίλωση των ευάλωτων θυλάκων της άλλης πολιτικής και αισθητικής, όλα αυτά χάραξαν μια πορεία που οδήγησε ακριβώς στον εκφασισμό της κοινωνίας. Από το «Τσοβόλα δώστα όλα», στο «παιδί απ’το Βόλο», από τον Περίανδρο στην αδιαφορία της κοινωνίας για τις πάσης φύσεως δολοφονίες του κράτους, από τη χλεύη προς τους ελάχιστους ενεργούς πνευματικούς ανθρώπους ως το κάψιμο βιβλίων και τα σπασίματα κινηματογράφων που προέβαλαν έργα «ανήθικου περιεχομένου», από τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία ως τα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες, από την ανάδειξη των κάθε λογής αποστατών σε κεντρικά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής ως την ανάδειξη των τραπεζιτών σε σωτήρες: ο δρόμος της αλλοτρίωσης, της μεταστροφής, της απομόρφωσης και του εκμαυλισμού δεν είναι τόσο μακρύς, όσο φαίνεται. Και οδηγεί ακριβώς εδώ.

Γιατί φασισμός χωρίς αισθητικό και ιδεολογικό background δε νοείται. Ο φασισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς Γκέμπελς. Κι αυτό που καθίσταται απόλυτα προφανές -όχι ότι υπήρχε και καμιά αμφιβολία, αλλά όποιος δεν το βλέπει πλέον, είναι απλά τυφλός ή χαζός- είναι πως ο φασισμός είναι δεκανίκι του καπιταλισμού, η πέμπτη φάλαγγα, η εφεδρεία του: όταν τα πράγματα γίνονται πολύ σκούρα, το να ανατρέξει το σύστημα στους μελανοχιτώνες είναι η έσχατη λύση του.

Γέμισε ο τόπος Μαρίες-Αντουανέτες που απορούν με τα μπουκέτα του φασίστα on camera, που φρίττουν επειδή αυτός ο τύπος είναι εκπρόσωπος τύπου κοινοβουλευτικού κόμματος και που ξαφνικά ανακάλυψαν ότι οι φασίστες είναι θρασσύδειλοι και χτυπούν «αδύναμους». Πού ήταν όλοι αυτοί όταν αθωονόταν ο Μελίστας, όταν έμεναν ατιμώρητοι οι δωσίλογοι της Κατοχής και οι βασανιστές της Χούντας, όταν αποκαλύπτονταν ματατζήδες με σβάστιγκες στα κράνη τους, όταν ομάδες κρούσης κυκλοφορούσαν σαν περίπολα και την πέφτανε σε αριστερούς, αναρχικούς και μετανάστες, όταν τεχνηέντως εθελοτύφλουσαμε σαν κοινωνία μπροστά στα χουντικά γλέντια, όταν από το κόμμα της «λαϊκής δεξιάς» εκλέγονταν Ανδρεουλάκοι στη Βουλή, όταν ο Μητσοτάκης έλεγε στην αστυνομία «εσείς είστε το κράτος», όταν ο Βορίδης υπουργοποιήθηκε; Πόσο παράλογο μπορεί να φανεί το γεγονός ότι, σε μια κοινωνία όπου, επί σειρά ετών, έμεναν αναπάντητα όλα αυτά κι άλλα τόσα, τελικά το αυγό σπάει και το φιδάκι ξεπροβάλλει;

Όταν εδώ και πολλά χρόνια επιχειρείται η εξίσωση του ναζισμού με τον κομμουνισμό, στο όνομα της «εξίσωσης των άκρων» και βασιζόμενη στην άγνοια ή την σκοπίμως καλλιεργημένη ημιμάθεια, πόσο απροσδόκητο είναι το ευρέως διατυπούμενο «καλά της έκανε» και «αυτή τον προκάλεσε»; Πόσο μακριά είναι ο κόσμος που θεωρεί πως φταίει η οροθετική πόρνη, αλλά όχι ο νταβατζής ή ο πελάτης, από τον «καλά της έκανε»; Δε μοιάζει το «καλά της έκανε που τη χτύπησε» με το «καλά της έκανε που τη βίασε»; Εκμαυλισμό δεν αποτελούν και τα χασκόγελα με σποτάκια σαν αυτό ή η ελεεινή αισθητική (που είναι και σαφής πολιτική στάση) αυτής εδώ της χυδαιότητας;

Στην τελική τελική, σε ποιο γυάλινο πύργο ζουν όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν πως, έχοντας καλλιεργήσει ή έστω αφήσει αναπάντητο τον προϊόντα εκφασισμό της κοινωνίας εδώ και τρεις δεκαετίες (τουλάχιστον), είναι μαθηματικώς βέβαιο πως θα φτάσεις όχι απλά στα on camera μπουκέτα, αλλά και στην επικρότησή τους; Αφέλεια άραγε ή καλοσχεδιασμένη τακτική;

Κάνουν λάθος όσοι θεωρούν πως το μετεμφυλιακό κράτος έπαψε να υπάρχει μετά το 1989. Κάνουν λάθος όσοι πιστεύουν πως η «εθνική συμφιλίωση» δεν κατορθώθηκε να επέλθει, λόγω «ατιμωρησίας των ενόχων» ή λόγω έλλειψης πολιτικής βούλησης. Κατά τη διάρκεια της περιόδου επίφασης υλικής ευημερίας, ήταν αναμενόμενο τέτοια φαινόμενα να αμβλύνονται, όμως η αντιπαράθεση ήταν απλώς σωβούσα. Σε μια περίοδο κρίσης όπως η τωρινή, επακόλουθο είναι να οξύνεται η πόλωση και οι αντιθέσεις. Και οι μάσκες να πέφτουν, να αποκαλύπτεται ξανά πως η κύρια αντίθεση είναι ταξική και η αντιπαράθεση πολιτική. Πολιτική λοιπόν εφεδρεία του αστικού κράτους αποτελεί η φασιστική πτέρυγα και πολιτικός αντίπαλος είναι προφανώς η αριστερά. Κι αν ένα σφάλμα έκανε η αριστερά, ήταν τόσο το ότι υποτίμησε το ειδικό βάρος αυτής της πτέρυγας ή ότι την ανέδειξε σαν κάτι αυτόνομο. Αλλά επίσης λάθος ήταν να υποτιμηθεί από την αριστερά (γιατί από τους άλλους αυτό έγινε σκόπιμα προφανώς) η δυνατότητα αυτής της πτέρυγας να φαντάζει σαν λύση στα μάτια εξαθλιωμένων τάξεων, σε καιρό κρίσης, ακριβώς επειδή συχνά αυτές οι τάξεις είναι ανερμάτιστες κι ακριβώς επειδή έχουν απωλέσει την ταξική τους συνείδηση.

Κι ακόμα: η βία είναι μια έκφανση της κοινωνικής ζωής πολύ σημαντική. Υπάρχουν πολλά είδη βίας, και σε κάθε περίπτωση σε καιρούς πόλωσης και όξυνσης των αντιθέσεων, η βία είναι εγγενές και δομικό στοιχείο των κοινωνικών διεργασιών. Είναι ακόμα επιλογή του κράτους, εργαλείο του, τόσο για να εξυπηρετήσει τον εκφοβισμό και την τρομοκράτηση των ασθενέστερων, όσο και γιατι ακριβώς αυτοί είναι ο αντίπαλός του, τον οποίο εκμετελλεύεται. Η βία της επιβεβλημένης εξαθλίωσης των ασθενέστερων στρωμάτων, η βία του φασισμού προς την αριστερά και η βία των αδύναμων προς τους εκμεταλλευτές τους είναι τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα που επ’ουδενί δεν μπαίνουν στο ίδιο καλάθι με γενικό ταμπελάκι «βία». Η βία των οικονομικών περικοπών, τα μαχαιρώματα προς τους μετανάστες ή τα μπουνίδια προς τους αριστερούς, και τα γιαουρτώματα εκφραστών και παραγόντων της αστικής τάξης, δεν είναι καθόλου μα καθόλου το ίδιο πράγμα. Κι αν τρομάζει η βία, σε επίπεδο ατομικού φαντασιακού, σε περίπτωση που εικονοποιείται σε πρόσωπα οικεία, αυτό είναι αναπόφευκτο, όσο αναπόφευκτη είναι και η ίδια η βία.

Εν κατακλείδι, καθώς ο Χίτες δεν ήταν απλά κατσαπλιάδες ή φασίστες δολοφόνοι, αλλά όργανα του κράτους της δεξιάς που υπηρετούσε τον ιμπεριαλισμό, έτσι και οι τζάμπα μάγκες σύγχρονοι μελανοχιτώνες, τα «παιδιά με τις μαύρες μπλούζες», δεν είναι απλά υπόκοσμος, εγκληματίες μπρατσαράδες και υπόδικοι: είναι η άλλη όψη της πολιτικής λιτότητας και υποβάθμισης της ζωής ολόκληρων λαών.

Τα διλήμματα έχουν πάντα δύο όψεις. Και η τοποθέτηση απέναντι σε αυτά είναι επιλογή πλευράς, είναι πολιτική στάση. Όπως πολιτική στάση είναι και η επιλογή υπεράσπισης αυτού που υφίσταται τη φασιστική και κρατική βία, ασχέτως κομματικής τοποθέτησης, όταν οι απέναντι δεν κάνουν απλά τη γλάστρα: έχουν κάνει delegate την εφαρμογή της πολιτικής τους στον τραμπούκο.

[Ήθελα κάπου να χώσω στο ποστ τις δύο τοποθετήσεις της Κανέλλη μετά το περιστατικό. Δεν βρήκα πού να το κάνω, αλλά δεν γίνεται και να μην τις λινκάρω: εδώ λοιπόν και εδώ.]