Underneath my skin there is violence, got a gun in its hand
ready to make sense of anyone, anything
black holes living in the side of your face

Μιράντα, έχω κάτι να σου πω. Τώρα που κρυφοκοιτάω σαν από κλειδαρότρυπα τη ζωή σου, σκέφτομαι πως θέλω να γίνω εσύ και πως λίγο είμαι ο Αντρέας, ερωτευμένος χωρίς ανταπόκριση με κάποια που έχει ωραία χρώματα.

Το μυαλό μου έχει γίνει φραπέ. Χιλιάδες σκέψεις και ιδέες συνωστίζονται σαν επιβάτες λεωφορείου σε ώρα αιχμής. Ώρες ώρες φρενάρει απότομα το λεωφορείο και τα μέλη τους μπλέκονται δυσάρεστα, κι έτσι χοροπηδώ από τη μια σκέψη στην άλλη χωρίς ειρμό.

Πόλεις από Β- και νησιά από Μ-. Ξέρεις, Μιράντα, τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μου συνέβησαν σε μέρη με τέτοια τοπωνύμια. Παράξενο ε; Μερικά από τα πιο σημαντικά πρόσωπα στη ζωή μου, έχουν ονόματα από Γ- και Μ-. Κάθομαι και κοιτάω τις συμπτώσεις και αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό είναι συμπτώσεις. Δεν πιστεύω στις συμπτώσεις.

Πριν από δυο-τρεις μέρες, βγαίνοντας από το μετρό, σε μια πόλη από Β-, είδα μπροστά μου να περπατάει μια κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά, πιαμένα κοτσίδα. Φορούσε ένα μπλουζάκι που στην πλάτη έγραφε «I just wanna start over». Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένη για όση ώρα πηγαίναμε προς την ίδια κατεύθυνση, ήταν σα να ακολουθώ μια καθοριστική επιλογή ζωής, κι όταν εκείνη έστριψε και οι δρόμοι μας χωρίστηκαν, ένιωσα για άλλη μια φορά το κράκ λίγο πιο πάνω από το διάφραγμα, εκείνο το κρακ που νιώθω σε κάθε αποχωρισμό, μικρό ή μεγάλο.

Λίγο νωρίτερα  ήμουν σε ένα λεωφορείο, σαν εκείνο στο οποίο μοιάζει να συνωστίζονται οι αναμνήσεις μου, ήμουν όμως τυχερή και βρήκα θέση να καθίσω, για να συνεχίσω να διαβάζω τα ενσταντανέ της ζωής σου, που σιγά σιγά γίνεται και δική μου. Σε κάποια δόση, παράτησα το βιβλίο, κοίταξα έξω από το παράθυρο και χάζεψα για λίγο τον πορτοκαλί ουρανό. Έβγαλα ένα χαρτί από την τσάντα μου και σημείωσα δυο-τρία πράγματα που δεν ήθελα να ξεχάσω. Έριξα μια ματιά στην πίσω πλευρά του χαρτιού, ήταν ένα παλαιότερο τυπωμένο boarding pass.

Κι άλλο κρακ. Στο παρελθόν φύλαγα με μανία και θρησκευτική προσήλωση όλα τα boarding passes, εισιτήρια από μέσα μεταφοράς, μουσεία και συναυλίες, φυλλάδια και flyers από όλα τα μέρη στα οποία βρέθηκα. Είχα γεμίσει πέντε-έξι κουτιά παπουτσιών με τέτοια memorabilia, κι από καιρού εις καιρόν τα άνοιγα, συγύριζα το περιεχόμενο και ένιωθα σα να κοιτάζω άλμπουμ με φωτογραφίες. Σε μια τέτοια στιγμή τυμβωρυχίας ήταν που συνειδητοποίησα την σημασία που έχουν στη ζωή μου οι πόλεις από Β- και τα νησιά από Μ-. Έχω αφήσει πίσω μου μια πόλη από Α- και ζω σε μια πόλη από Β-, αυτό είναι ίσως ενδεικτικό, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι το μοναδικό.

Πριν από μερικους μήνες, κι επειδή τα τελευταία χρόνια αυτά τα κουτιά τα’χαμε μισιακά, χρειάστηκε να τα μοιραστώ όσο πιο ακριβοδίκαια γινόταν με, χμ, κάποιον που το όνομά του αρχίζει από Γ-. Κι άλλο κρακ, αλλά ένιωσα και μισή απελευθέρωση, ήταν σα να κόβω έναν από τους πολλούς ομφάλιους λώρους που με κρατάνε δεμένη με πράγματα που καιρός είναι να αρχειοθετηθούν. Λίγο καιρό αργότερα, έκανα ένα γενικό ξεκαθάρισμα σε ρούχα, αντικείμενα, χαρτούρα και όλα αυτά τα αντικείμενα που συσσωρεύονται ύπουλα σε όλα τα σπίτια και μας κλέβουν χώρο και ανεξαρτησία. Κι άλλη λίγη απελευθέρωση. Κι ας ήταν κάθε σακούλα που γέμιζε ένα ακόμα κρακ. Τότε συνειδητοποίησα πως ακριβοδίκαιες μοιρασιές δεν υπάρχουν, όταν αυτά που μοιράζεις είναι βιώματα και αναμνήσεις. Μάλλον, ακριβοδίκαιες μοιρασιές δεν υπάρχουν, έτσι κι αλλιώς. Όταν αντί να μοιραζόμαστε, μοιράζουμε, τότε είμαστε όλοι μας λιγάκι ριγμένοι, λιγάκι χαμένοι και οπωσδήποτε μειωμένοι, αλλά αυτά είναι στη ζωή.

Πριν από ένα χρόνο, σε μια ακόμα πόλη από Β-. Πρώτη φορά που ταξιδεύω μόνη, χωρίς απολύτως κανένα πλάνο, καμιά καβάτζα και με μια απόλυτη αίσθηση ελευθερίας, παρά τη ματαιότητα και την αβεβαιότητα που επικρατούσε στο μικρόκοσμό μου  –σαν την ελευθερία που σου χαρίζει η απόγνωση από την ανάποδη. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχεις τίποτα να χάσεις, οπότε γιατί όχι; Γιατί όχι σε οτιδήποτε. Έτσι κι αλλιώς, όλες τις φορές που βρέθηκα σε αυτή τη συγκεκριμένη πόλη, κάτι σημαντικό συντελέστηκε. Μες το κεφάλι μου δηλαδή, είναι η πόλη του ντεκλίκ, το προσωπικό μου θρέσχολντ, εκεί που η κάμπια βγάζει χρωματιστά φτερά. Τη λες και Arcadia. Και να σκεφτείς πως την πρώτη φορά που βρέθηκα εκεί, την είχα αντιπαθήσει απόλυτα, μου΄χε αφήσει μια κακή γεύση σαν καμένου φαγητού.

Αρκετούς μήνες μετά, βρέθηκα ξανά στην ίδια πόλη, αλλά συμβαίνουν και στη δική μου πόλη από Β-: ένα πέρα-δώθε που μου φέρνει ίλιγγο. Horror vacui, ο τρόμος του κενού. Ένα κενό που γεμίζει με δραστηριότητες, αντικείμενα και μια κάποια τρυφηλότητα. Κουβέντες à côté de la plaque, κουβέντες για να γεμίζουμε το χρόνο και τις τρομακτικές σιωπές. Τα σημαντικά πράγματα λέγονται στο τσακ μπαμ, σε λίγα λεπτά έχουν ειπωθεί, λυθεί και φέρει ισορροπία. Καταναλώνουμε κουβέντες, περνάμε το χρόνο μας μιλώντας ακατάπαυστα, είμαι κι εγώ από κείνους τους χαριτωμένους τύπους που μιλάνε πολύ, γρήγορα, με πολλές γκριμάτσες, επιφωνήματα και έντονα σημεία στίξης. Φοβάμαι τη σιωπή, όσο φοβάμαι και τη μοναξιά. Αλλά είναι και κάποιες στιγμές, από κείνες που μου συμβαίνουν συχνά, από κείνες που τα παίρνω στην κράνα και λέω το ό,τι νά’ναι το ίδιο, που θέλω να ουρλιάξω σε όλους ένα μεγαλοπρεπές και βαρύγδουπο «σκάστε πια», να πέσει σα βόμβα υδρογόνου στο τραπέζι ή στο μπαρ και να τινάξει τις φλυαρίες στον αέρα.

Τα λέω σε σένα, Μιράντα, γιατί μοιάζεις σιωπηλή και απόμακρη και απογοητευμένη. Ξέρεις, προτιμώ πλέον να αραδιάζω λέξεις σε μια οθόνη ή σε ένα χαρτί, παρά να αναλύω. Και έχω σιχαθεί να εξηγώ, όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Δεν έχω άλλο χρόνο για χάσιμο, το κατάλαβα πρόσφατα μέσα σε ένα αεροπλάνο της επιστροφής. Τα αεροπλάνα της επιστροφής είναι καταστροφικοί τυφώνες, είναι καταθλιπτικά βομβαρδισμένα τοπία, είναι σπίτια ρημαγμένα από σεισμό. Τα αεροπλάνα της επιστροφής είναι η πεμπτουσία του αποχωρισμού και είναι άπλετος χρόνος να ξοδέψεις με την ύπαρξή σου, με τη μοναξιά και τον εαυτό σου. Η τρομοκρατική σιωπή που φυτεύει ένα βουβό πόνο στο κέντρο της ύπαρξης. Αυτοί που μένουν πίσω. Αυτοί που φεύγουν για να επιστρέψουν. Κλικ, φωτογραφίες από χαμογελαστά πρόσωπα που χρωματίζουν στιγμές που παρήλθαν. Όπως τα καλοκαίρια στις παραλίες που γεμίζουμε τα χέρια μας με άμμο και την αφήνουμε σιγά σιγά να τρέχει και να γλιστράει από τις χούφτες μας.

Δεν έχω άλλο χρόνο για χάσιμο, δεν έχω άλλη υπομονή για επιστροφές, δεν έχω άλλο κουράγιο για αποχωρισμούς, όποιος ξαναφύγει θα τον πάρει ο διάολος, να το ξέρεις, Μιράντα. Πλέον, εκτός που φοβάμαι τη σιωπή και τη μοναξιά, φοβάμαι πως αρχίζω να χάνω κάτι πολύτιμο: την άδολη εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους. Ανθρώπους που αγαπώ αλλά και με τρομάζουν, με τις φωνές, τις αντιδράσεις και τις αποφάσεις τους.

Μη σκας, είναι απλά που μού’πεσαν βαριά τα απανωτά αντίο, ήταν μαγειρεμένα βαριά, διπλοτηγανισμένα και με πολλά μπαχάρια. Partir c’est un peu mourir, άλλωστε, πένθος είναι, στάδια έχει, του κερατά δλδ. Μη σκας, ό,τι δε λύνεται, κόβεται εξάλλου.

Στο κεφάλι μου που έχει γίνει φραπέ, όπως σού’λεγα και πριν, Μιράντα, χαράσσονται διαδρομές που μοιάζουν με τους ανισόπεδους κόμβους των περιφερειακών οδών των αμερικάνικων πόλεων. Ένα κουβάρι από δρόμους, πινακίδες αντικρουόμενες και αντιφατικές, πρώτη και όπισθεν εναλλάξ. Οι ερωτήσεις βρίσκουν απαντήσεις, όταν πάψεις να τις ψάχνεις. Τότε η επιλογή είναι μονόδρομος κι απλώς γυρίζεις το κλειδί στη μηχανή και τα υπόλοιπα γίνονται από μόνα τους. Τότε που δεν σκέφτεσαι πια, δεν κλωθογυρίζεις τα γιατί και τα μήπως μες τον φραπέ εγκέφαλό σου, απλά ξέρεις. Και απλά fix it, γαμώτο.

Στον κόσμο γίνεται ο κακός χαμός, Μιράντα, ο πλανήτης μοιάζει με συνοθύλευμα ιδρυματοποιημένων κατοίκων ασύλου, η αποσπασματικότητα βασιλεύει και η συνοχή έχει διαγραφεί από όλα τα λεξικά του κόσμου. Οπότε τι κάθομαι και το ψάχνω; Είμαι προϊόν αυθεντικό της εποχής μου, που σαν όλες τις μεταβατικές εποχές, είναι λίγο μίξερ. Κάποιος όμως ας το βγάλει από την πρίζα, ας κατεβάσει τον γενικό, ας κάψει καμιάν ασφάλεια, έστω. Σκέφτομαι πως ασχολούμαι με την κάτω αριστερά γωνία ενός τεράστιου πίνακα και χάνω το κεντρικό νόημα από την υπερανάλυση σπιθαμής προς σπιθαμή. Και πως ενώ γίνεται ο κακός χαμός, εγώ κάθομαι και σκάω για το χρώμα του τοίχου που ξεφτίζει.

Ενδεχομένως και να είναι έτσι. Αλλά αυτό διαθέτει το μαγαζί σε αυτή τη φάση, τα υπόλοιπα είδη σώθηκαν.  Και, ξέρεις, Μιράντα, κάποιος πρέπει να ασχολείται και με τις λεπτομέρειες, είτε έχει το ταλέντο να το κάνει, είτε όχι. Κάποιος πρέπει να ασχοληθεί με αυτές τις αποσπασματικές ψυχές που αναζητούν την ολοκλήρωση σε αυτόν τον αποσπασματικό και εντελώς ακατανόητο κόσμο. Κάτι πρέπει να γίνει και για κείνους που ψάχνουν το αδύνατο και δεν συμβιβάζονται με το μέτριο.

Κάποιοι ψάχνουν στα σκουπίδια για φαγητό. Κάποιοι κουβαλάνε σκουπίδια μέσα τους. Και κάποιοι άλλοι κλαίνε για τους πρώτους κάθε μα κάθε βράδυ, για να καθαρίσουν τα σκουπίδια των δεύτερων.

Θα τη βρούμε την άκρη, Μιράντα. Θα τη βρούμε.