Chaussée de Waterloo, St Gilles

Έχω στα σκαριά τρία ντράφτ. Τα δύο μάλλον δε θα δουν το πάμπλις ούτε με κυάλια. Όταν ξεκίνησα να τα γράφω ήμουν «κάπως». Ακόμα κάπως είμαι, αλλά κάπως αλλιώς. Πάντα κάπως είμαι δλδ, ώρες ώρες απορώ πως με ανέχονται οι άνθρωποι, εμένα και τα moods μου, αυτά που οι Γάλλοι λένε πολύ πετυχημένα «humeur», που βγαίνει από την ίδια ρίζα με το χιούμορ, παραξενιές της γλώσσας, ωραία πράματα, ενδιαφέροντα, ναχαμεναλέγαμε.

Cercle des Voyageurs, πίσω από τη Grand’ Place

Τις τελευταίες τρεις-τέσσερις μέρες περπάτησα πάρα πολύ στο όμορφο Βρυξελλοχώρι, είχα καιρό να το κάνω, θες ο καιρός που δε μας έκανε το χατήρι μέχρι πρότινος, θες τα moods και η κυκλοθυμία, θες που έλειψα πολύ, δε ξέρω. Είχα πάντως καιρό να περπατήσω στο Βρυξελλοχώρι έτσι πολύ, ειδικά στο κέντρο, μουχε λείψει δε ξες πόσο, το κατάλαβα τώρα που το ξανάκανα. Καθώς λοιπόν έκανα τις βόλτες μου στην πόλη με φιλοξενεί τόσο άδολα και που τη νιώθω δικιά μου με ένα τρόπο περίεργο, αλλά που ποτέ δε θα νιώσω δικιά μου όπως εκείνη την κούκλα του Νότου, ανακάλυψα διάφορες κρυμμένες γωνίτσες, διάφορες ομορφιές. Σκεφτόμουν, καθώς βολτάριζα με τους Pulp στα αυτιά, ότι αυτή η πόλη είναι διάσημη για τα λάθος πράγματα. Όλοι ξέρουν πως Βρυξελλοχώρι σημαίνει Mannekenpis, μύδια και σοκολάτες. Όμως, Βρυξελλοχώρι στην πραγματικότητα είναι τζαζ, κόμιξ, γκράφιτι και μπύρες. Κι ήθελα να κάνω ένα ποστ γι’αυτό, το κλωθογύριζα στο κεφάλι μου, να δείξω πόσο παρεξηγημένο είναι αυτό το αποπαίδι της Δυτικής Ευρώπης που θαθελε να είναι Παρίσι ή Άμστερνταμ, αλλά δεν είναι τίποτα από τα δύο, ανακατεύοντάς όμως και τα δύο με τον πολύ δικό του τρόπο. Αυτή η ευλογία που έχουν οι τόποι που είναι σταυροδρόμια, οι τόποι όπου συναντιούνται διάφορες κουλτούρες, γλώσσες, δραστηριότητες, άνθρωποι.

rue Morris, St Gilles

Το σκεφτόμουν λοιπόν και κάπως δούλευα ιδέες, συγκρίσεις, αναγωγές. Μετά πήγαμε στο Malte για κρασιά. To Malte είναι ένα από τα πιο μαγικά μέρη που έχω βρεθεί ποτέ, έχει μια πίσω αυλή που σε κάνει να νιώθεις πως είσαι τελείως αλλού, κάτι καρέκλες που αναρωτιέσαι τι έμπνευση είχε αυτός που τις έφτιαξε κι ένα μπαρ που υποθέτω πως θα ζήλευαν τα μπαρ πολλών κοσμοπολίτικων μεγαλουπόλεων, κάτι Λονδίνα και κάτι Νέες Υόρκες πχ. Και μετά κατηφορίσαμε στο κέντρο για τζαζιές και μπύρες. Στην παρέα μας είχαμε και δυο σπάνιους ανθρώπους από μας ήρθαν απο κείνη την κούκλα του Νότου. Μας έλεγαν πόσο πολύ τους αρέσει το χωριό μας, τους λέγαμε πόσο πολύ λατρεύουμε την κούκλα στην οποία ζουν, που όλοι έχουν βαλθεί να την καταστρέψουν με μανία, αλλά αυτή ακόμα αντιστέκεται, σαν άλλο γαλατικό χωριό. Σκεφτόμουν την κλασική κλισεδιά, πως ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που επιθυμεί και αναπολεί πάντα αυτό που δεν έχει.

Chaussée d’Ixelles, Ixelles

Και θυμήθηκα αυτό το ποστ του Βυτίου, που διαβάζοντάς το, ένιωσα την αγωνία του ανθρώπου που την αγαπάει αυτή την κούκλα του Νότου, κι ας γίνεται από όλες τις μπάντες το παν για να γίνει μισητή, αλλά που πόσο ν’αντέξει πια κι αυτός ο άνθρωπος τα απανωτά χτυπήματα. Και που παρόλ’αυτά εξακολουθεί να βρίσκει το χρόνο και την όρεξη να χαζολογήσει με τα πιτσιρίκια που σουτάρουν στο άπειρο, ενώ αντιδρά με τους ανεγκέφαλους δολοφόνους που μακελεύουν μετανάστες, γειτονιές και δομικές αξίες, χαλιέται που δε μπορεί να πάρει ένα φόρεμα στο κορίτσι του, αλλά παρόλ’αυτά κάτι μέσα του του λέει πως εδώ είναι η ουσία, εδώ είναι κι ο σκοπός και το παλεύει. Μετά χαώθηκα πάλι με τα δικά μου, με τα επαγγελματικά που μου τη σπάνε, με τα πλάνα που  κυοφορώ στο κεφάλι μου, με το θεματάκι μου που εγώ ζω εδώ, βιώνοντας τη ματαιότητα του να έχω το μισό μου μυαλό εκεί και να είμαι πάντα partagée, μοιρασμένη ανάμεσα σε δυο κόσμους που και αγαπώ και που θέλω να αλλάξω.

Café Arganne, rue du Jardin des Olives

Και κουβέντιαζα μετά πως όσο τίποτα θα ήθελα να είμαι αυτό τον καιρό στην Αθήνα, πως είναι ψυχοφθόρο να αποχαιρετάς ανθρώπους και να μένεις πίσω, πως μελαγχολώ όποτε φεύγετε, εσείς που έρχεστε, πως έχω μες το μυαλό μου συνεχώς πώς τα περνάτε, πως είναι τόσο εξουθενωτικό να έχεις την καρδιά σου σε δυο μέρη, και πως με χαρακώνει η ομορφιά και η δυστυχία αυτού του κόσμου. Θα σιχαθώ τη ζωή μου έτσι και γίνω αυτό που κοροϊδεύω, έτσι και γίνω Αστόρια, αλλά απόψε γιορτάσαμε τα γενέθλια της φίλης μας λες και ήμασταν εκεί, με τσίπουρα και μουσικές στη γλώσσα μας. Με γέλια και συγκίνηση που έχουν μια στάλα τραγικού, μια στάλα χαρμολύπης, με την τόσο χαρακτηριστική μας υπερβολή που όσο κι αν την κοροϊδεύω, όσο κι αν με ξενερώνει -ε, ξες, αυτό είμαι, δε ξεριζώνεται ρε φίλε, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Άντε τώρα εσύ να αναβαπτιστείς και να βγάλεις από το δέρμα και την ψυχή σου το Γκάτσο και τον Ελευθερίου.

Και μετά διάβασα αυτό. Και δε θα το γράψω το ποστ για το Βρυξελλοχώρι που είναι τζαζ, κόμιξ και μπύρες. Όχι γιατί δεν είναι, αυτά είναι. Αλλά γιατί απλά μετράω σα τους φαντάρους τις μέρες μέχρι τις 15 Ιουνίου, όχι για να πάω να ψηφίσω, μα για να πάρω τη τζούρα μου. Μλκ, παίζει σιγά σιγά και να μετατρέπομαι σε Αστόρια.

ΥΓ. Λίγο βαρέθηκα να μιλάω για δηλώσεις, συνεντεύξεις στημένες, πολιτικές μεταγραφές και κομματικο-οικονομικο-πολιτικά τερτίπια χαμηλοτάτης υποστάθμης. Είναι καιρός να μιλήσουμε για ανθρώπους. Για ζωές. Για ψυχές.