οπωσδήποτε play στο γιουτούμπι

Επιστρέφοντας σπίτι μετά τη δουλειά και μετά από μερικά προσέκα, περπατώ μέσα στο πάρκο που έχει πρασινίσει και λουλουδίσει και μοσχοβολάει άνοιξη. Το σκούρο πράσινο των δέντρων φαντάζει ακόμα εντονότερο στο φόντο του γκρίζου μολυβί ουρανού. Μάης μήνας και μουλιάσαμε στη βροχή, αλλά δεν πειράζει, κι ας περνάει από το μυαλό μου η γνωστή παροιμία για τον «καταρραμένο τόπο». Στα αυτιά μου ηχεί αυτό και σκέφτομαι πως οι πολιτικοί στίχοι μπορεί να είναι και εξόχως ερωτικοί. Κι εσύ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου, θυμάμαι ένα μεσημέρι Νοέμβρη στα Χαφτεία, πάνε πολλά πολλά χρόνια.

Το λοιπόν, που λες, φιλαράκι, είναι μερικά πράγματα που δεν θα τα καταλάβω ποτέ. Δεν θα καταλάβω ποτέ πώς λειτουργούν οι άνθρωποι, τι ακριβώς συμβαίνει στον εγκέφαλό τους, αν κοιτάξεις μια ακτινογραφία (ή μήπως αξονική; μια απεικόνιση τελοσπάντων) του ανθρώπινου εγκεφάλου, βλέπεις ένα σωρό διαδρομάκια, τεθλασμένες, λαβυρίνθους, κάτι φιδίσιες πορείες. Λένε πως εκεί μέσα γίνονται ένα σωρό χημικές ενώσεις και κάτι άλλα περίεργα. Όσο ακατανόητες μου μοιάζουν αυτές οι χημικές ενώσεις, άλλο τόσο ακατανόητες μου φαίνονται οι σκέψεις και οι συμπεριφορές και η έλλεψη συνοχής μεταξύ των δύο, συχνά. Ψάχνω πάντα να βρω τη συνοχή, τους συνεκτικούς κρίκους, τους δεσμούς, τα λινξ. Που σπάνε τόσο εύκολα, που είναι όσο εύθραυστα, όσο και οι ανθρώπινες σχέσεις, όσο και οι ίδιοι οι άνθρωποι τελικά.

Ψάχνω πάντα τη συνοχή, προσπαθώ πάντα να λειτουργώ με συνοχή, χωρίς όμως να το κάνω όλες τις φορές με επιτυχία, ούτε κι εγώ. Η συνοχή και η ισορροπία είναι μάλλον μια ουτοπία και αυτές, σαν τόσα άλλα πράγματα, σαν την αταξική κοινωνία ίσως, την δικαιοσύνη και όλα αυτά τα όμορφα. Μερικές φορές, μου περνά από το μυαλό πως ακόμα και η δικαιοσύνη, αν την εξετάσεις αφαιρετικά και απεκδυμένη από το νομικό της κασκετάκι, είναι πολύ υποκειμενικό πράγμα, είναι θέμα οπτικής γωνίας. Όπως τα πάντα δλδ, η δικιά μου αλήθεια δεν έχει σχέση με τη δικιά σου και αυτό που βιώνω εγώ, you either get it or not, και μάλλον #not. Μια πολύ καλή μαγιά για χάος, παρεξηγήσεις και ατέρμονους (παράλληλους) μονολόγους με γιατί, πώς, από πού κι ως πού.

Έχει νόημα; Έχει και δεν έχει. Δεν έχει. Δεν θα καταφέρω ποτέ μου να αποκρυπτογραφήσω τον εγκέφαλο των άλλων, αυτών των άλλων, όσο κοντά μου κι αν βρίσκονται, όσο κι αν νιώθω να τους καταλαβαίνω, δεν πιάνω μία. Ούτε κι αυτοί εξάλλου, και δεν χρειάζεται να εξηγείς, να νιώθεις χρειάζεται, αλλά χωρίς defragment δεν παίζει, όποτε ασ’το καλύτερα, πάμε για μπύρες να μου πεις οτιδήποτε, ακόμα και για την Τσέλσι, που ειλικρινά δε με νοιάζει καθόλου. Όχι την Κλίντον, την άλλη του Ρώσου ολιγάρχη, που κι οι δυο τους δλδ ειναι τα least of my concerns, αλλά τι να λέει, από το να σπάω το κεφάλι μου να αποκωδικοποιήσω γρίφους, δε γαμιέται, Τσέλσι και ξερό ψωμί, μη σου πω δλδ να μου πεις και για μανικιούρ που το βαριέμαι θανατερά.

Flash back. Εδώ και δεν ξέρω πόσα, δεν ξαναλέω χρόνια, Ούτε και θυμάμαι από πότε, κάθε που αποπειρώμαι να εικονοποιήσω την ευτυχία, στο μυαλό μου έρχεται, μη γελάσεις, η Κάντι να σκάει σαν καρπούζι μέσα σε ένα καταπράσινο λιβάδι και καθώς είναι ξαπλωμένη καταγής, γύρω της να ξεπηδάνε ψηλά χόρτα και μαργαρίτες κι άλλα τέτοια φυσιολατρικά. Ένα κοριτσίστικο καρτούν των 80s, όσο κακοφτιαγμένα ήταν τα καρτούν των 80s, 8 καρέ από κείνο, μερικά δευτερόλεπτα χαζοχαρούμενου γέλιου. Δεν είναι ακριβώς ευτυχία, είναι μάλλον η εικόνα της ξεγνοιασιάς αποτυπωμένη μέσα από  την πεμπτουσία της αμερικανιάς, το παραδέχομαι, είμαι παιδί που μεγάλωσε στα 80s όμως, με ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2, με την Αστροφεγγιά, το Μινόρε της Αυγής, τη Λιλιπούπολη και, σόρρυ κιόλας, την Κάντι, και ναι αυτό το κομμάτι το έχω πλέον απενοχοποιήσει, γιατί άμα λάχει έχω και Μπόλεκ και Λόλεκ στο σιβί μου, μη σου πω για Φρουτοπίες και «σαν πειρατής θα γυρνάς».

Αυτό λοιπόν. Η εικονοποίηση της ευτυχίας, ένα χαζοχαρούμενο κοριτσίστικο γέλιο ξεχυμένο πάνω σε πράσινα χόρτα και μαργαρίτες κι όλα τα απλά και τόσο περίπλοκα τελικά, που συνθέτουν την ουτοπία και τις κοινές μνήμες όσων από μας θυμόμαστε το 1987 σαν κάτι παραπάνω από μια απλη ημερομηνία, το θρέσχολντ που λέγαμε με ένα καλό φιλαράκι, αυτά είναι κι άλλα δεν έχω.

Αυτά. 1980. Είμαι ένα μικρό μπουλουκάκι καθισμένο σε ένα παιδικό σκαμπώ μπροστά στο ψυγείο, στην κουζίνα, σε ένα μικροαστικότατο διαμέρισμα πίσω από τη Λεωφόρο Παπάγου. Η μάνα μου πλένει πιάτα και στο ράδιο -εκείνο το παλαιολιθικό με τα κουμπιά-, ο Σπυρος Σακκάς (αν θυμάμαι καλά) τραγουδάει το Χαρχούδα, κι αυτή παίζει να είναι μια από τις πιο ευτυχισμένες παιδικές μου αναμνήσεις.

Ψάχνω κι άλλες. Αν σου πω πως όλες τις καπελώνει αυτή; Ο Χαρχούδας ρε φίλε, όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτό το βιολί μου φέρνει δάκρυα στα μάτια, τι να λέμε τώρα. Αυτό μου φέρνει δάκρυα στα ματιά, κι ας ονειρεύομαι ακόμα και τώρα μόνο Χρυσαλιφούρφουρα, σκόνες και χρυσόσκονες, κι ας γύρισα κι ας ταξίδεψα πολύ. Άλλο νησί δεν θα ξαναγαπήσω, να το ξες.

Από τότε, έχουν κυλήσει μπόλικες αναμνήσεις στο ποτήρι μου και έχουν αφήσει τα χνάρια τους πάνω στα τοιχώματά του, σαν δροσοσταλίδες, σαν τις μαβιές σταγόνες που κολλάνε στο εσωτερικό του, καθώς πίνεις κρασί. Τώρα πια, δεν είναι τόσο απλό να καβαλήσεις το Φύστικο και να φύγεις ταξίδι σε λιμάνια ξένα. Πρέπει να ελέγξεις πρώτα το υπόλοιπο της πιστωτικής και τον Φύστικο τον λένε Λουφτχάνσα και δεν έχει για κατάρτι μια φυστικιά, έχει μονάχα σιδερένια φτερά και πίσω του αφήνει εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Τώρα πια όλα έχουν υπολογισμούς και πίσω σκέψεις κι αν δεν μετράς την κάθε λέξη μπορεί και να σε πουν γραφικό ή ανώριμο. Τώρα πια όμως, το κουβαλάς το Χοντρό Μπιζέλι μέσα σου, και τα θειούχα ρυάκια της Ισλανδίας σου φέρνουν στο νου το Γιαουρτοπόταμο. Κι όλα αυτά δεν είναι παλιμπαιδισμός, είναι συσσωρευμένη εμπειρία, γιατί τις νύχτες μπορείς να πετάς ανάμεσα σε σύννεφα από ροζ πουλιά φλαμίνγκος και να στριφογυρίζεις σε μωβ ουρανούς και ρόδινες αναμνήσεις.

Και χάρη σε αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, θυμάσαι πού και πού να μην ψάχνεις να καταλάβεις όσα δεν εξηγούνται, να μη σπας το κεφάλι σου με γρίφους, να live and let live and let go, να μην αναζητάς τη συνοχή εκεί που εξορισμού δεν υπάρχει. Και να σέβεσαι το πόσο εύθραυστοι, ευαίσθητοι και χλωμοί είναι οι άνθρωποι, ακόμα κι εκείνοι που στήνουν συρματοπλέγματα γύρω από το μυοκάρδιό τους, αυτό με τις ατσάλινες βαλβίδες.

Χάρη σε αυτή τη συσσωρευμένη εμπειρία, μαθαίνεις να θαυμάζεις την γοητευτική τελειότητα της τελείας και του τέλους.