*παραφράζοντας το Νίκο Γκάτσο και αριστερίζοντας χωρίς ντροπή😉

Ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει σαν βασικό του εργαλείο τη θεραπεία του σοκ, είναι γνωστό και δεν χρειάζεται και μεγάλη ανάλυση. Όπως στις ξεπερασμένες μεθόδους ψυχοθεραπείας, έτσι και στις σύγχρονες (?) μεθόδους οικονομικής «θεραπείας», καθώς ένας λαός δέχεται απανωτά σοκ, μουδιάζει και χάνει κάθε ικανότητα συνειδητοποίησης του τι ακριβώς βιώνει, πολλώ δε μάλλον αντίδρασης.

Από τις εκλογές της 6ης Μαΐου και δώθε, μοιάζει σα να βιώνουμε μια αντίστοιχη κατάσταση στην πολιτική σκηνή. Τα γεγονότα κυλάνε με ταχύτητα φωτός κι η δυσκολία αφομοίωσης και συνειδητοποίησης είναι μεγάλη. Ο σουρρεαλισμός επίσης. Μια καλή αντιμετώπιση είναι αυτή που λέει «παίρνω βαθείες ανάσες, μετράω από μέσα μου ως το 10 και συλλογίζομαι«, αλλά δεν ξέρω πόσοι από μας μπαίνουν σε αυτό τον κόπο και πόσοι -ακόμα λιγότεροι- έχουν αυτή τη δυνατότητα, ειδικά όταν οι λογαριασμοί τρέχουν, τα έσοδα συνεχίζουν να μειώνονται και γενικά η ζωή τραβάει την ανηφόρα.

Προφανέστατα το κεντρικό σημείο της ανάλυσης και εκτίμησης αυτής της συγκυρίας, ακούει στο όνομα Σύριζα και όλοι έχουν βαλθεί να προσωποποιούν τη συζήτηση, φερμάροντας τον Αλέξη Τσίπρα σε κάθε του βήμα και λέξη. Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε όμως ότι ο Σύριζα δεν είναι ο Τσίπρας, αλλά έντεκα συνιστώσες και δεν-ξέρω-πόσες τάσεις εντός του Συνασπισμού, και κακώς τείνουμε να το ξεχνάμε αυτό. Μπορεί η ηγεμονεύσουσα λογική εντός του σχηματισμού να είναι αυτή της κατά το κοινώς λεγόμενον «τάσης Τσίπρα», αλλά δεν υπάρχει μονάχα αυτή.

Όλες αυτές τις μέρες, αναλωνόμαστε σε δεκάδες συζητήσεις και σπατάλαμε άπειρες εργατοώρες αναλύοντας δηλώσεις, πράξεις και επιλογές, κάνοντας εκτιμήσεις και εξάγοντας συμπεράσματα. Πολλοί είναι εκείνοι που πάγωσαν συνειδητοποιώντας ότι η «καταγγελία του μνημονίου» που κυριαρχούσε στο λόγο του δεύτερου πλέον κόμματος, μέχρι την 6η Μαΐου, μετατράπηκε σε «επαναδιαπραγμάτευση». Πολλοί είναι εκείνοι που μπερδεύονται ακούγοντας στελέχη του κόμματος και αναρωτιούνται αν πχ ο Π. Λαφαζάνης και ο Γ. Δραγασάκης ανήκουν όντως στο ίδιο κόμμα. Κι εγώ ανάμεσά τους. Οι ερμηνείες ποικίλουν, οι αισιόδοξοι μιλούν για τακτική, έξυπνη ή λιγότερο έξυπνη, και, καίτοι μουδιασμένοι, κάνουν το ταμείο τους και καταλήγουν στο τι θα στηρίξουν στις επερχόμενες εκλογές.

Είναι όντως τακτική όμως; Ή είναι πολιτική γραμμή; Κι αν είναι όντως πολιτική γραμμή, μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε αν αυτή η διγλωσσία ή μεταστροφή, τεχνηέντως δρομολογήθηκε προ και μετά εκλογών; Μήπως νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για καλώς σκηνοθετημένη υφαρπαγή ψήφου;

Αν γυρίσουμε πίσω στο χρόνο και σταθούμε λίγο στο 1981, ας αναρωτηθούν όσοι θυμούνται και ας μάθουν όσοι γνωρίζουν, πόση σχέση είχε το Πασόκ του 1980, το Πασόκ του 1985 και το Πασόκ του 2000; Η προ εκλογών του 1981 ρητορική του Πασόκ ήταν σαφέστατα αριστερή, τη λες κι αντι-ιμπεριαλιστική ακόμα. Κατόπιν, κύλησε πολύ νερό στ’αυλάκι, τα μουστάκια ξυρίστηκαν και οι γραβάτες αυξήθηκαν, μαζί με τις πολιτικές επιλογές που μετατόπισαν το κόμμα πιο δεξιά, πιο δεξιά, εντελώς δεξιά. Οι αποχωρήσεις και τα πρόσωπα που «έθεταν εαυτόν εκτός κινήματος» αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, ειδικά στην πρώτη τετραετία. Ο Αριστοφάνης στους Ιππής αναφέρει χαρακτηριστικά πως ο λαός έχει την τάση να ξεχνάει και νανουρίζεται με υποσχέσεις γιατί έχει ανάγκη την ελπίδα. Πρόκειται για μια σχεδόν κοινοτοπία, μια χιλιοειπωμένη αλήθεια που όμως επιβεβαιώνεται συχνάκις και όχι πάντα θέτοντας τις καλύτερες προϋποθέσεις. Και φυσικά, οι εποχές αλλάζουν, η ιστορία έχει δυναμικό χαρακτήρα και όχι κυκλική πορεία, αλλά κακό δεν κάνει να κοιτάς και πίσω πού και πού.  

Και μετά την μεταστροφή του λόγου και τα παιχνιδάκια με τις λέξεις -που διόλου δεν είναι παιχνιδάκια όμως: άλλο πράγμα η καταγγελία και άλλο εντελώς η επαναδιαπραγμάτευση, η ελληνική γλώσσα είναι πολύ πλούσια και οι διακυμάνσεις των εννοιών πολύ σαφείς, κι ανοίξτε και κάνα λεξικό επιτέλους-, έρχεται το πυροτέχνημα της πρότασης Αρσένη. Τακτικισμός είπαν, μικρής σημασίας είπαν το θέμα του υπηρεσιακού Πρωθυπουργού, μόνο που στο συμβολικό επίπεδο, υπάρχει μια γενιά για την οποία ο Αρσένης σημαίνει πολύ συγκεκριμένα πράγματα (για να μην πω δύο, καθώς, εκτός από τη γενιά των καταλήψεων του 1998, υπάρχει και η γενιά που θυμάται τον «Τσάρο της οικονομίας» και την λιτότητα της δεύτερης τετραετίας του Πασόκ). Κι ακόμα και για όσους δεν θυμούνται ή αδιαφορούν για τους συμβολισμούς, στο πολιτικό επίπεδο, η επιλογή Αρσένη δηλώνει καθαρά την διάθεση ψαρέματος ψήφων από συγκεκριμένη δεξαμενή. Και φυσικά και είναι λογικό να θέλεις να προσεταιριστείς τους δυσαρεστημένους πασόκους, μόνο που είναι άλλο πράγμα να τους μετατοπίζεις εσύ προς τις θέσεις σου και εντελώς άλλο να μετατοπίζεσαι εσύ προς αυτούς και μάλιστα με πολιτικάντικα τερτίπια χαμηλοτάτου επιπέδου. Παπανδρεϊσμό και λαϊκισμό το λένε άλλοι.

Είμαστε σε turning point και η επιλογή μας της 17ης Ιουνίου προοικονομεί το άμεσο, αλλά και το απώτερο μέλλον. Για άλλη μια φορά υπάρχει η ροπή αυτός ο λαός να επιλέξει με την πλάτη στον τοίχο. Από όλες τις μπάντες εξαπολύεται μια πρωτοφανής τρομοκρατία, από το κατάπτυστο πρωτοσέλιδο της «Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του ΔΟΛ» ως το -διπλωματικά σχεδόν άτοπο- τηλεφώνημα της μαντάμ Μέρκελ στον ΠτΔ, όλες οι δυνάμεις/τάσεις/πλευρές του αστικού μπλοκ επιστρατεύουν κάθε είδους τακτική και ρητορική, για να εκβιάσουν καταστάσεις, να τρομοκρατήσουν και να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη. Οι επόμενες μέρες κυοφορούν πολλές ακόμα εκπλήξεις.

Για μια φορά, ας έχουμε στο μυαλό μας πως ο φόβος και η ελπίδα είναι πολύ κακοί σύμβουλοι. Αντιθέτως, καλός οδηγός είναι μια άλφα αποστασιοποίηση, περισυλλογή και καθαρά πολιτική σκέψη και επιλογή. Είναι πολύ διαφορετικό να επιλέγεις τι δεν θέλεις από το να δηλώνεις τι θέλεις. Υποθέτω -δικαίως θαρρώ- πως αν κάτι δεν θέλεις σίγουρα είναι να δεις για μια ακόμα φορά τα ζιβάγκο να μετατρέπονται σε κοστούμια. Οι πολιτικοί οργανισμοί όμως δεν είναι αυθύπαρκτοι, δεν προκύπτουν από παρθενογένεση και δεν έχουν μια αυτόνομη ζωή ανεξαρτήτως κοινωνίας. Ίσα ίσα, κοινωνία και πολιτικοί οργανισμοί είναι συγκοινωνούντα δοχεία κι όσο κι αν νομίζουμε πως δεν έχουμε πρόσβαση στο να επηρεάζουμε τις επιλογές και τις πολιτικές των κομμάτων το αντίθετο ισχύει. Ο ίδιος ο Σύριζα είχε επιλέξει για σλογκανάκι το «Αλλάζουμε το σκηνικό». Και το σκηνικό μπορούμε να αλλάξουμε και την ατζέντα.

Τα ψευδοδιλήμματα, οι τεχνητοί μονόδρομοι και η εκβιαστική τοποθέτηση των πολιτικών ζητημάτων είναι έξω από τη λογική της κοινωνικής μεταβολής. Στην τελική τελική, για τις δικές μας ζωές πρόκειται, κι αν δεν το κάνουμε εμείς, τότε ποιος; Κι εκτός από το Κοινοβούλιο, υπάρχουν και οι δρόμοι.

_______________________________
[Αν δεν το έχεις δει ήδη, ρίξε μια ματιά σε αυτό.]