Ετικέτες

, , , ,

Πριν από κάποια χρόνια, βρέθηκα σε ένα καφενείο στην Ολλανδία, Ουτρέχτη ή Ρότερνταμ ήταν, δεν θυμάμαι καλά, δεν έχει και σημασία. Χάζευα τη διακόσμηση του καφέ, πίνοντας ζεστή σοκολάτα ή κάτι τέτοιο: ήταν διάφορες αφίσες αισθητικής 50s, τύπου πιν-απς, όπου εικονίζονταν διάφοροι τύποι εν ώρα εργασίας ή καθισμένοι σε τραπέζια (τράπεζες ίσως;) να μετράνε χαρτονομίσματα, φλουριά και κέρδη. Οι εικόνες συνοδεύονταν από τσιτάτα, τύπου «όσο πιο πολύ πλουτίσεις σε αυτή τη ζωή, τόσο πιο σίγουρο ειναι πως θα πας στον Παράδεισο, γιατί αυτό θα σημαίνει πως έχεις δουλέψει σκληρά» και άλλα παρεμφερή που εξήραν την χαρά της σκληρής εργασίας, την αξία της εγκράτειας και της λιτότητας, την ματαιότητα των αισθητικών απολαύσεων.

Όσοι έχουν έρθει σε επαφή με την ολλανδική κουλτούρα και νοοτροπία, πιθανώς να χαμογελάσουν ειρωνικά. Οι αφίσες αυτές αντικατοπτρίζουν με μεγάλη σαφήνεια ακριβώς αυτή την κουλτούρα και νοοτροπία, οι οποίες είναι βαθειά επηρρεασμένες από τη χειρότερη εκδοχή του προτεσταντισμού, τον καλβινισμό. Πρόκειται για μια χαώδη διαφορά μεταξύ γερμανικού και λατινικού κόσμου, των δύο κόσμων που χωρίζει, σε γενικές γραμμές, γεωγραφικά ο Ρήνος. Ο προτεσταντισμός γενικά δεν έπιασε πολύ στον λατινικό κόσμο, ενώ έκανε μεγάλο σουξέ στον γερμανικό -αφήνω στους εθνολόγους να εξηγήσουν το γιατί, οι δικές μου ερμηνείες είναι καθαρά εμπειρικές και δε μας πολυαφορούν εδώ.

Ο προτεσταντισμός, τον οποίο η γράφουσα θεωρεί πολύ χειρότερο από τον καθολικισμό, τον οποίο δεν έχει και σε καμιά μεγάλη υπόληψη, αποτελεί μεγάλη όσο και κακή επιρροή στην κουλτούρα του δυτικού κόσμου. Πιθανώς να βγάλω μπόλικη χολή, αλλά έχω παραδέιγματα. Η Ολλανδία, μια κατεξοχήν προτεσταντική χώρα, έχει τις λιγότερες αργίες και ημέρες άδειας για τους εργαζόμενούς της (εντός ΕΕ, τουλάχιστον). Στην Ολλανδία δεν είναι αργία η Πρωτομαγιά (ούτε καν bank holiday, όπως στη Βρετανία, για παράδειγμα), ενώ αντιθέτως είναι τα γεννέθλια της Βασίλισσας Βεατρίκης (παραμονή Πρωτομαγιάς). Στην Ολλανδία, όπως και σε πολλές προτεσταντικές χώρες, τα σπίτια δεν διαθέτουν κουρτίνες και πατζούρια: πρόκειται για προτεσταντικό κατάλοιπο, σύμφωνα με το οποίο, «ένας καλός χριστιανός δεν έχει τίποτα να κρύψει από τον έξω κόσμο».

Υπό το πρίσμα της θεοποίησης της εργασίας και της αντίληψης για τη ζωή ως αέναου αγώνα για συσσώρευση πλούτου, ο προτεσταντισμός πήγε χεράκι-χεράκι με τον καπιταλισμό και βρήκε έναν αγαστό συνεργάτη στο πρόσωπο του (νεο)φιλελευθερισμού. Οι συνδέσεις είναι πολύ προφανείς, νομίζω, και ξεπερνούν το φολκλόρ κλισέ που θέλει πχ τους Ολλανδούς (αλλά και γενικότερα τους προτεστάντες) τσιγγούνηδες.

Στέκομαι λίγο σε αυτή τη λογική που θέλει τον «άνθρωπο» να περνά τη ζωή του εργαζόμενος σκληρά, με στόχο να προσφέρει στην κοινωνία, αλλά κυρίως να συσσωρεύσει πλούτο. Βάζω τη λέξη «άνθρωπος» σε εισαγωγικά, γιατί ακριβώς όλοι οι άνθρωποι τελικά δεν εργάζονται εξίσου σκληρά και δεν αποκομίζουν κέρδη ευθέως ανάλογα της εργασίας που προσφέρουν και του κόπου τους. Το αντίθετο μάλλον συμβαίνει, κι όσο τα χρόνια περνούν και ειδικά στην περίοδο της κρίσης, αυτό το γεγονός καθίσταται ολοένα και πιο φανερό. Τις προάλλες μου έλεγαν για μια κοπέλα που έχασε τη δουλειά της, επειδή ο εργοδότης την αντικατέστησε μια κάποιον άλλο εργαζόμενο που δέχτηκε να δουλεύει χωρίς να πληρώνεται. Για την ψυχή της μάνας του. Ή για να πάει στον Παράδεισο ίσως, αν το δούμε προτεσταντικά, και μάλλον θα πάει μια ώρα αρχύτερα.

Στέκομαι, λοιπόν, σε αυτή τη λογική και αδυνατώ να αποφύγω ορισμένους συνειρμούς. Στην παρούσα συγκυρία, εκτός από την προφανή ταξική αντιπαράθεση/σύγκρουση/πόλεμο/όπωςθεςπεςτο, θαρρώ πως διεξάγεται σε δεύτερο και λιγότερο αναγνώσιμο επίπεδο, μια άλλη σύγκρουση: ιδεολογική. Είναι λογικό: καθε σύγκρουση έχει την υλική και την ιδεολογική πλευρά κι αυτές οι δυο είναι φυσικά αλληλεμπλεκόμενες και αλληλοεξυπηρετούμενες. Αυτή η θεωρητική/ιδεολογική σύγκρουση, τοποθετεί τη συζήτηση σε ένα επίπεδο που μπορούμε να το ονομάσουμε «σκοπό ή νόημα της ζωής» [οκ,αν σου’ρθαν στο μυαλό οι Monty Python, καλώς καμωμένο🙂 ]: ζούμε γιατί; Εκτός δλδ από το προφανές, επειδή μας έφεραν οι γονείς μας στον κόσμο, ζούμε Χ χρόνια και επιθυμούμε αυτά να τα ξοδέψουμε με ποιον τρόπο; Μπορείς να πεις πως αυτό είναι ένα υποκειμενικό ερώτημα. Εγώ θα έλεγα πως είναι ένα πολιτικό/ιδεολογικό ερώτημα, που επίσης ενέχει στοιχεία υποκειμενισμού. Ο προτεσταντισμός, ας πούμε, λέει πως ζούμε για να μαζέψουμε λεφτά, κι όσο πιο πολλά μαζέψουμε, τόσο πιο εύκολα θα ανοίξουν για μας οι πόρτες του Παραδείσου. Ο καπιταλισμός λέει ένα παρόμοιο πράγμα, χωρίς την θρησκευτική αφήγηση περί μεταθανάτιας ζωής. Υπάρχει και η αντίληψη που λέει πως ζούμε σε κοινωνίες και άρα, ζούμε με στόχο να συντηρούμε και να βελτιώνουμε τις συνθήκες αυτών των κοινωνιών: πολύ vague η λογική, μήπως να ορίζαμε την κοινωνία και τον ρόλο του καθενός από τα μέλη της;

Η προσωπική μου αντίληψη, την οποία θα έθετα και σε δοκιμασία, αλλά πάντως είναι ένα αμάλγαμα ιδεολογικού, επιθυμητού και, ενδεχομένως, φαντασιακού, λέει περίπου πως ζούμε για να ζούμε καλά, ζούμε για να έχουμε ποιότητα ζωής, ζούμε για να δημιουργούμε και να προσφέρουμε, ζούμε για να προχωράμε τον κόσμο μπροστά (ναι, πολύ vague θα μου πεις, το «μπροστά» είναι και ευρύ και υποκειμενικό). Κρατώ το «να ζούμε καλά, με ποιότητα ζωής», που επίσης εμπεριέχει υποκειμενισμό, αλλά πάντως σίγουρα αποκλείει τον τρόπο και τις συνθήκες ζωής ενός πολύ μεγάλου μέρους του πλανήτη. Πάντως, δεν ζούμε για να δουλεύουμε. Δεν ζούμε για να μαζεύουμε λεφτά. Δλδ, οκ, κάποιοι το κάνουν: ρωτήστε πόσο πλούτισαν οι ψυχολόγοι τους.

Η εργασία σίγουρα αποτελεί μέσο (αυτο)πραγμάτωσης και αξία κοινωνική, αλλά όλα αυτά τίθενται υπό ορισμένο πρίσμα και ιδεολογική αναφορά. Αλλιώς γίνεται αντιληπτή η αξία της εργασίας στην μαρξιστική θεώρηση και αλλιώς στην καπιταλιστική (τι σου είπα τώρα). Σε κάθε περίπτωση πάντως, τόσο η αξιολόγηση της εργασίας, όσο και ο σκοπός της, αλλά κυρίως το ποιος καρπώνεται και κεφαλαιοποιεί τα προϊόντα και τα κέρδη της, είναι ένα κεντρικό ιδεολογικό/πολιτικό ζήτημα: η απάντηση που δίνω εγώ, είναι προφανώς μαρξιστική. Παράλληλα, πηγαίνοντας το θέμα ακόμα πιο πέρα, δεν βρίσκω καθόλου κακή την προοπτική η ποσότητα της εργασίας να μειώνεται προοδευτικά, αυξάνοντας τόσο την ποιότητά της, όσο και την απόλαυση του ανθρώπου που την ασκεί, χάρη για παράδειγμα, στα τεχνολογικά επιτεύγματα ή σε μια πιο δίκαιη και αποτελεσματική κοινωνική οργάνωση.

Προς συζήτησιν όλα αυτά, πιθανά. Ο στόχος του ποστ που ξεκίνησε από κάποιες προπαγανδιστικές αφίσες των 50s στην Ολλανδία και κατέληξε σε μια κουβέντα περι υπεραξίας (ουσιαστικά αυτό είναι το κεντρικό θέμα), ήταν οι αυριανές εκλογές. Προφανώς. Όσο κι αν η παρατήρησή μου της ελληνικής κοινωνίας αυτές τις μέρες και όχι μόνο, μού υποδεικνύει πως πιθανά ο κόσμος δεν είναι έτοιμος ή δεν έχει την διάθεση να κουβεντιάσει θεωρητικά/ιδεολογικά, κι όσο κι αν με θεωρήσεις στη γκοζμάρα μου, εγώ νομίζω πως ποτέ δεν είναι άκαιρο να κουβεντιάζουμε σε ιδεολογικό επίπεδο. Τουναντίον. Νομίζω επίσης, πως ακόμα και αν αυτή η κάλπη τέξεται θετικά αποτελέσματα για την αριστερά (με το ευρύτερο πλαίσιο, στο οποίο τοποθέτησα την αριστερά στο άνωθι λινκαρισμένο ποστ), αυτό δεν δηλώνει απαραίτητα πως όλος αυτός ο κόσμος που στοιχήθηκε αριστερά, έχει λυμένα και αυτά τα ιδεολογικά ζητήματα. Δουλειά της αριστεράς να τα ανοίξει και να προωθήσει την συζήτηση, να κατέβει από την έδρα της και να τα κάνει τάληρα. Να ζυμώσει, να κουβεντιάσει, να καβγαδίσει, να πείσει. Να προτείνει το όραμά της και το πρότζεκτ της, απενοχποιημένα και με παρρησία, αφού «έτσι κι αλλιώς, η γη θα γίνει κόκκινη». Και επιμένω πάρα πολύ σε αυτό: να τα κάνει τάληρα.

Γιατί η αυτονόητη αλήθεια, που σαφέστατα τοποθετείται αριστερά, είναι πως αυτός ο τόπος, όχι αποκλειστικά ο δικός μας (να το συζητήσουμε και αυτό το «δικός μας»), ο κάθε τόπος υπάρχει για να δίνει ζωή στους ανθρώπους του, για να τους προσφέρει τις αναγκαίες συνθήκες να δημιουργούν ομορφιά, να ποιούν έργο, να πλάθουν ποίηση, να ζυμώνουν όραμα, να φτιάχνουν χαρά, να καταστρώνουν προοπτικές. Να ζούν, να δημιουργούν και να αγαπούν. Αυτόν τον τόπο, τον κάθε τόπο, τον κάθε δικό μας τόπο, δεν τον χαρίζουμε έτσι εύκολα.

Γιατί κείνοι που’ναι ποιητές, το χώμα που πατούν το προσκυνούνε*.

*Παραφθορά, με περισσό θράσσος, του στίχου του αγαπημένου Μάνου Ελευθερίου.

Καλή ψήφο λοιπόν και με τη νίκη