οι δρόμοι τρέχουν χιαστί

Σήμερα ανακάλυψα ένα κομμάτι ομορφιάς στο σπασμένο μωσαϊκό του πεζοδρομίου, στη Θεμιστοκλέους, απέναντι από την Καντακουζηνού. Κάποτε έλεγα πως ο πιο όμορφος δρόμος του κόσμου είναι η Πανεπιστημίου, στο ύψος της Βιβλιοθήκης και της Κοραή. Τα τελευταία χρόνια αγαπώ τη Θεμιστοκλέους. Κρίμα που δε φωτογράφισα τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο, είχα πάλι αργήσει στο ραντεβού μου και δεν προλάβαινα.

Απόψε βγήκα με αγαπημένους φίλους, παιδικούς, από κείνους που δεν χρειάζεται να εξηγείς, τα πιάνουν με τη μία. Λέγαμε πως αναβάλλουμε πράγματα από φόβο να τα ζητήσουμε ή από αμέλεια, ή κι από τα δύο. Σήμερα ανέβαλα να τους πω πως τους αγαπώ. Το σ’αγαπώ το αναβάλλω πάντα. Κι ίσως να μην κάνω και λάθος.

Τις προάλλες βρέθηκα σε γειτονιές που’χα χρόνια να δω και μ’επιασε μια συγκίνηση και μια στενοχώρια. Ίσως κανείς να μην αγαπά την Αθήνα, όσο εγώ, ίσως κανείς να μην χαλιέται τόσο πολύ που τη βλέπει να μαραζώνει και να ξοδεύεται άδικα κι ανώφελα. Θυμώνω με αυτούς που φέρονται στην Αθήναμου με αυτό τον χυδαίο και ασεβή τρόπο. Η Αθήνα είναι από τις πόλεις που τους αξίζει σεβασμός και υποκλιση και καραρισπέκτ, επειδή ανέχεται όλους αυτούς που τη βιάζουν χωρίς ντροπή και χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Ακόμα και στη γωνία Στουρνάρη και Ζαΐμη, εκεί δίπλα στους ξέχειλους κάδους με την δυνάμει τροφή για άστεγους, ακόμα και εκεί, η Αθήνα δεν χάνει τη γοητεία της. Γιατί δίπλα ακριβώς είναι η Μπουμπουλίνας και το Πολυτεχνείο κι όποιος δε νιώθει ρίγος στη Μπουμπουλίνας, δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει και δεν του αξίζει βλέμμα.

Πόσο σπουδαία τα βλέμματα που διασταυρώνονται πάνω από ρακοπότηρα που τσουγκρίζουν. Η ουσία είναι ο δρόμος που περπατάς και που δεν καταλήγει πουθενά, είπε ανάμεσα σε δυο γουλιές ουΐσκυ. Llevo en el alma un camino / destinado a nunca llegar. Από τον πλήρη έλεγχο στην αυταπάτη απουσίας ελέγχου, η απόσταση είναι μονάχα ένα γύρισμα του κέρματος.

Η Θεμιστοκλέους. Ένα στενό με τίποτα το αξιόλογο, εκτός από ένα σουβλατζίδικο, ένα ουζερί κι ένα καφενείο που κλείνουν μέσα τους πάνω από μια δεκαετία κεφαλαιοποίησης συναισθημάτων και ανάσες οινοπνεύματος. Ένα στενό με σπασμένα στενά πεζοδρόμια. Τα πεζοδρόμια της Αθήνας, αυτά με τους σαράντα πόντους φάρδος είναι όμορφα ρε. Γκρινιάζουν όλοι γι’αυτά τα στενά πεζοδρόμια, δε νιώθουν πως τα βερολινέζικα βουλεβάρτα δεν κολλάνε, δεν μπορούν να ταιριάξουν σε δρόμους που κουβαλάνε στα ντουβάρια τους επουλωμένες πληγές από σφαίρες κάποιου Δεκέμβρη. Μας πήραν την Αθήνα, νανού-νανού, μονάχα για ένα μήνα. Το θυμάσαι, όχι;

Σήμερα μας την ξαναπαίρνουν την Αθήνα, γιατί τους αφήνουμε; Γιατί τους αφήνουμε να μας πάρουν τα παιδικά μας χρόνια και τις όμορφες στιγμές μας και τα σχέδιά μας; Επαναλαμβάνομαι σχεδόν αυτιστικά λέγοντας πως την κουβαλάω μέσα μου αυτή την πόλη, με τα στενά της πεζοδρόμια, τα σπασμένα της πλακόστρωτα, τα αποτσίγαρα στα παρτέρια και τις μπαρουτοκαπνισμένες γωνιές. Μα την κουβαλάω με χαρά και συγκίνηση και με μια ελαφρότητα βασανιστική όσο και λυτρωτική. Η Αθήνα είναι μια πόλη αγαπησιάρικη, χαριτωμένη και επιβλητική, που τραβάει στα άκρα, καπριτσιόζα, που-κάνει-αυτό-που-θέλει-ο-κόσμος-να-γυρίσει-ανάποδα. Γι’αυτό τη γουστάρω.

Σ’ένα αυτοκίνητο, σε χωματόδρομους νησιών, λεωφόρους αθηναίικες, στην εθνική, την παραλιακή ή τη Συγγρού, με ταχύτητες μικρές ή μεγάλες, αναλόγως τα κέφια. Αναλόγως το τραγούδι που τραγουδάμε. Πόσο εύκολα πιάνουμε το τραγούδι ρε. Και τι καθηλωτικό ρίγος, τι απόλυτος αισθησιασμός, τι εθισμός ο Βαμβακάρης. Πόνους έχω εγώ κρυμμένους μες τα φύλλα της καρδιάς. Όλο το μελόδραμα, η χαρμολύπη και η υπερβολή που χαρακτηρίζει το συλλογικό μας ασυνείδητο και την συλλογική μας μνήμη συμπυκωμένο σε πέντε στιχάκια. Κι εμείς που τραγουδάμε χρόνια τώρα, ανταλλάζουμε κασσέτες και cd και ανείπωτα και ανέγγιχτα, πλάνητες μες τα χρόνια που περνούν και μας αγγίζουν γλυκά, αφήνωντας χνάρια τρυφερά, εμείς ενώνουμε τους δρόμους, τα χέρια και τα νοιαξίματα και προχωράμε. Γιατί, πώς αλλιώς;

Αν σταθείς στην κορυφή του Συντάγματος, γωνία Βασιλίσσης Σοφίας και Πανεπιστημίου, απέναντι από τα λουλουδάδικα, δεν βλέπεις πού τελειώνει η λεωφόρος -αυτή η πανέμορφη λεωφόρος που’χει την ατυχία να κουβαλάει το όνομα μιας μονάρχισσας. Έτσι κι εμείς, δεν ξέρουμε πού τελειώνει ο δρόμος, αλλά δεν έχει και σημασία, γιατί αγοράσαμε καινούρια παπούτσια και λέμε να τα λιώσουμε ψάχνοντας την άκρη που ξέρουμε πως δεν θα βρούμε, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί θα περνάμε καλά, γιατί όλα θα πάνε καλά, γιατί δεν γίνεται να πάνε αλλιώς.

Γιατί δεν θα σταματήσουμε να τραγουδάμε.

Στην Α. και στον Π., ξέρουν αυτοί γιατί.