Ξημερώνει Πρωτομαγιά. Ξενυχτάω διαβάζονταις αυτό, αυτό και αυτό. Κάθομαι να γράψω, μπας και βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Το περιστατικό που αναφέρει η μπ. και τα σχόλια στο ποστ της ecpoir, μου έχουν προκαλέσει μια όχι ελαφρά στομαχική διαταραχή.

Δύο ποστ νωρίτερα, χτες το μεσημέρι στην εκπομπή του Βυτίου στο μπαμπλ και σε κάθε συζήτηση που ανάβει αυτές τις μέρες εν όψει εκλογών, μιλώ με πάθος υπέρ της  συμμετοχής στις εκλογές, υπέρ της στήριξης προς την Αριστερά. Αναφέρομαι σε μνημονιακό και αντιμνημονιακό πολιτικό κόσμο, σε ταξική πόλωση, σε αντιθέσεις που οξύνονται. Ωραίες ορολογίες, σπουδαίες φιλοσοφίες, ακαδημαϊκή προσέγγιση, ψύχραιμη, όσο μπορώ εγώ να είμαι ψύχραιμη (όχι πολύ).

Και μετά έρχεται η κοινωνία και η πραγματικότητα και σου τρίβουν τις αλήθειες τους στη μούρη, σου λένε «πάρε να’χεις να πορεύεσαι». Περάσαμε δυο χρόνια και βάλε να καταδικάζουμε τη βία του γιαουρτιού. Περάσαμε την «θρησκευτική κατάνυξη» του Πάσχατου. Φρίττουμε συχνά ενθυμούμενοι πως κάποτε στη χώρα μας, ο κόσμος έκλεβε ένα καρβέλι ψωμί και συχνά ο φούρναρης καταχέριαζε τον κλέφτη. Αναρωτιέμαι όλες αυτές οι (ασχέτως γένους) κυράτσες που περνάνε τις κυριακές τους στην εκκλησία, όλοι αυτοί οι καθως πρέπει κυρΠαντελήδες, οι φιλήσυχοι πολίτες, όλοι αυτοί που ζουν ανάμεσά μας, υπερθεματίζουν άραγε της αυτοδικίας του νοικοκύρη προς τον επίδοξο κλέφτη; Όλοι αυτοί καταγγέλλουν «τη ρωσίδα πουτάνα που δεν ενημέρωσε τους πελάτες της ότι ήταν οροθετική», που «το’κανε επίτηδες για να μεταδώσει τη μιζέρια της».

Προσπαθώ να κατανοήσω τους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται στα αντανακλαστικά των νοικοκυραίων, την αναλγυσία, τη φιλαυτία και το φιλοτομαρισμό τους. Προσπαθώ να φανταστώ σε τι οικογένειες μεγάλωσαν όλοι αυτοί που σκέφτονται έτσι, τι άκουσαν στη γειτονιά, τα σπίτια και τον περίγυρό τους. Η ελιτίστική πλευρά μου μού θυμίζει τον Αλτουσέρ που μιλά για ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους. Οι ιδεολογικοί είναι χειρότεροι, πάντα το πίστευα αυτό. Τους πολεμάς πιο δύσκολα. Σκέφτομαι πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους θα επιβεβαιώσουν τον Αλτουσέρ, ψηφίζοντας χρυσαύγουλα. Κοιτάζω έκπληκτη τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των μικροαστικών και χαμηλότερων στρωμάτων. Σκέφτομαι σε ποιο παράλληλο σύμπαν ζω στην πραγματικότητα εγώ, σε σχέση με ανθρώπους που ζουν 8 χιλιόμετρα μακριά μου.

Ξαναδιαβάζω το ποστ του Βυτίου. Δε με πείθει σαν λύση ο αναχωριτισμός, όχι μονάχα επειδή είναι ελαφρώς «παρτάκικη» αντίδραση, αλλά κυρίως επειδή το τέρας μπορεί να έρθει να σε βρει όπου κι αν πας. Ακόμα κι αν δεν έρθει αυτοπροσώπως, η ηχώ του θα σε φτάσει μέσω δικτύων, καλωδίων και οθονών. Ξαναδιαβάζω τα σχόλια στο ποστ της ecpoir και εξοργίζομαι για μια ακόμα φορά, αλλά κατόπιν στέκομαι ενεή μπροστά στην άβυσσο που με χωρίζει από ανθρώπους που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο. Αδυνατώ να πιστέψω πόσο υποκριτικά λοβοτομημένη είναι αυτή κοινωνία. Η αποδόμηση του κοινωνικού ιστου, η αποσύνθεση της κοινωνίας προφανώς έχει φτάσει πολύ βαθειά. Από την άλλη, κάποιες αντιλήψεις απλά δεν ξεκόλλησαν ποτέ από την Λάρισσα της δεκαετίας του ’50. Κι από την τρίτη, σε συνθήκες οριακές, σε συνθήκες πόλωσης, σε συνθήκες όπου ενεργοποιούνται τα άκρα, προφανώς ενεργοποιούνται και ακραία ένστικτα, αντιδράσεις που μας θυμίζουν το ζώο που μια ζωή προσπαθούμε να ξεπεράσουμε, αλλά συνήθως δεν.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πριν από 126 χρόνια, κάποιοι άνθρωποι στο Σικάγο σκοτώθηκαν διεκδικώντας το οχτάωρο. Το οποίο έχουμε ήδη κηδεύσει, πολύ πριν επισφραγιστεί η κηδεία του διά νόμου. Μέσα σε αυτά τα 126 χρόνια, κατακτήθηκαν δεκάδες εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα, τουλάχιστον στον «πολιτισμένο δυτικό κόσμο» (στον οποίο αναρωτιέμαι αν δικαιούνται να ανήκουν ορισμένοι από αυτούς που σχολίασαν στο ποστ της ecpoir: άραγε επικαλούνται και τους παρθενώνες αυτά τα άτομα; άραγε τους ενοχλούν τα τζαμιά και οι μουσουλμάνοι, επειδή αυτοί δε σέβονται τις γυναίκες τους; αλλά φυσικά άλλο το στεφάνι μας και άλλο η πουτάνα, το ξέχασα, σόρρυ). Σε κάθε περίπτωση, πλέον έχουμε φτάσει στο σημείο όπου εκχωρούμε κάθε έννοια δικαιώματος, σίγουρα εργασιακού, προφανέστατα και ατομικών ελευθεριών. Έχουμε φτάσει στο σημείο που ακόμα και η ίδια η αστική δημοκρατία γελάει με την κατάντια της και τσαλαπατά το ίδιο της το Σύνταγμα.

Έχουμε όμως φτάσει και στο σημείο που δεν έχουμε πια δικαίωμα να μιλάμε για την περιβόητη αλληλεγγύη που τάχαμου επιβίωνε τουλάχιστον στην δική μας τη χώρα. Ειδικά βέβαια, για ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες, δεν είμαι πολύ σίγουρη αν αυτή υπήρξε ποτέ. Απλά αυτούς τους λεκέδες τους κάλυπτε καλά η θρησκόληπτη και ηθικοπλαστική υποκρισία της ελληνικής κοινωνίας, που βάζει την οικογένεια στο επίκεντρο μεν, αλλά μόνο τη δικιά της. Τώρα ο εχθρός μου είναι ο μετανάστης, ο κλέφτης, η πουτάνα, ο εργάτης χωρίς χαρτιά, ο έγκλειστος της Αμυγδαλέζας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο ιδιωτικός υπάλληλος, ο άλλος άνεργος που διεκδικεί τον ίδιο άθλιο μισθό με μένα, ο γείτονας που δεν εμπιστεύομαι πια.

Τώρα εχθρός μου είναι μάλλον ο εαυτός μου. Να σταθώ να τον κοιτάξω κατάμουτρα. Να θυμηθώ να τον φτύσω κιόλας. Λίγο πριν λιντζάρω αυτόν που κλέβει ένα καρβέλι. Λίγο πριν διαπομπεύσω την πουτάνα -που δεν έχει καμία σχέση φυσικά με τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Λίγο πριν ξεσκίσω τις σάρκες του μελαχροινού ζητιάνου. Λίγο πριν απομείνω εντελώς μόνος και απροστάτευτος. Λίγο πριν το παιδί και το εγγόνι μου έρθουν να μου ζητήσουν τα ρέστα.

Λίγο πριν να πάω να ψηφίσω. Ή λίγο πριν δεν πάω. Δυο ποστ πριν έλεγα πως πρέπει να πάμε να ψηφίσουμε αριστερά. Αν μη τι άλλο, εξακολουθώ να πιστεύω στις αξίες και το ήθος της αριστεράς που βάζει στο κέντρο της τον άνθρωπο, που δεν θα πει «η ρωσίδα πουτάνα οροθετική», θα πει «η Τατιάνα». Γιατί οι άνθρωποι έχουν όνομα. Και πες με ρομαντική και ιδεαλίστρια. Ε, είμαι.

Εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε την Κυριακή. Πιστεύω ακόμα πως από σήμερα ως την Κυριακή πολλά ακόμα θα συμβούν. Διόλου τυχαίες οι Αμυγδαλέζες και οι οροθετικές έξι μέρες πριν τις εκλογές. Το σύστημα παίζει τα τελευταία του χαρτιά. Και με μερικά κομμάτια της κοινωνίας έχει δουλέψει αρκετά καλά τόσες δεκαετίες, ώστε αυτά τα χαρτιά να πιανουν. Η λοβοτομή έχει λειτουργήσει και τώρα πλέον, είναι σημαντικότερη η ρωσίδα οροθετική και οι 600 πιθανά μολυσμένοι πελάτες της από τις επόμενες περικοπές, από την αποσύνθεση του συστήματος Υγείας και το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου. Τώρα το θέμα είναι να ξεφορτωθούμε τις ξανθιές πουτάνες και τους μελαμψούς εργάτες που μας λερώνουν. Δεν είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει. Αυτοί είναι.

Επιδιώκω τα καλύτερα. Αναμένω όμως τα χειρότερα. Αυτά που θα μας λερώσουν ακόμα πιο βαθειά, αν δεν σταθούμε κοντά στον διπλανό μας, αν δεν δράσουμε, ε.π.ι.τ.έ.λ.ο.υ.ς.

πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή
(Μάνος Ελευθερίου)