Δέσμευση, ψυχαναγκασμός, στοργή, είμαι καλά -είσαι καλά; Γράφουμε όταν απλά δεν γίνεται να κάνουμε αλλιώς. Χρόνια ήθελα να γράψω ένα κείμενο παραθέτοντας ασύνδετα λέξεις, χωρισμένες με κόμματα, δεν το κατάφερα ποτέ. Κι απόψε το ξεκίνησα, αλλά τελικά βγαίνει αλλιώς.

Λέξεις παραταγμένες στη σειρά χωρίς φανερή σύνδεση μεταξύ τους, αλλά σε απόλυτη αρμονία και συνοχή, όπως είναι και οι άνθρωποι, χάντρες σε κομπολόι, πολύχρωμες χάντρες που κάνουν τσικ τσικ όταν αγγίζονται. Τι ήχο κάνουν οι άνθρωποι όταν αγγίζονται;

Γράφουμε όταν εμείς κι αυτά που είναι δικά μας δεν είναι καλά. Γράφουμε κι οι κανόνες της γραμματικής, της κοινωνίας και της ζωής δεν έχουν σημασία. Οι κανόνες της ζωής. Η ζωή δεν έχει κανόνες, απλά ροή, κυλάν οι μέρες και άλλοτε δεν έχουν σημασία, άλλοτε κάνουν εκκωφαντικό θόρυβο καθώς αλλάζουν. Αλλάζουν οι μέρες, αλλάζουν οι ζωές, αλλάζουν οι άνθρωποι και η ροή διαρκώς αλλάζει ρυθμό.

Αποτοξίνωση, βόλτες, τοξίνες, τοξικά αγγίγματα, συναισθήματα και νοιαξίματα. Ροή, ρέω, κυλώ, κατρακυλώ, θόρυβος, ησυχία, αναστεναγμοί και ψίθυροι. Τάσεις προς το δράμα. Μελόδραμα και κεραυνοί. Το δωμάτιο είναι απόλυτα άηχο, ακούγεται μονάχα το γουργούρισμα του σκληρού δίσκου, για να θυμίζει την ύπαρξη. Ούτε καν ανάσα. Κόμποι στο λαιμό οι κόμποι της ζωής και, προφανέστατα, ό,τι δεν λύνεται κόβεται. ό,τι όμως κόβεται, ματώνει. Ματώνει και μερικές φορές αφήνει σημάδια που φωνάζουν. Κόμπος στο στομάχι και ανατριχίλα.

Κανείς ποτέ δεν μπορεί να αντιληφθεί αυτό οου γίνεται μες το κεφάλι σου, είσαι πάντα απόλυτα μόνος και τρομάζεις από αυτό ακριβώς το γεγονός και δεν θες να συμβαίνει, όσο κι αν ώρες ώρες αυτό είναι η καλύτερη επιλογή.

Μοναξιά, συντριβή και αλήθειες. Αλήθειες που θες να μάθεις, γιατί ξέρεις πως θα γρατζουνίσουν. Η έλξη του πόνου, horror vacui που μαγνητίζει με την κοχλιώδη μορφή του, που δεν τελείωνει ποτέ. Σαν την Αλίκη όταν πέφτει στο πηγάδι. Σαν τον χειρότερό μου εφιάλτη, εκείνον τον επαναλαμβανόμενο της ακατάπαυστης πτώσης, της τόσο ζωντανής, που ξυπνώ με το αίσθημα της προσγείωσης στο στομάχι. Κι ο ίδιος κόμπος στο στομάχι, αυτός ο γνωστός της μη παραδοχής, της μη αποδοχής, του όχι που ποτέ δεν ειπώθηκε εκεί που όφειλε, αλλά λέγεται συχνόπυκνα εκεί που δεν έχει καμία αξία, με τρόπο πείσμωνα, χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα.

Κάθε που μιλάμε, εξηγούμε και αναλύουμε, μιλάμε τελικά πάντα για τον εαυτό μας. Κι αναζητούμε ακριβώς την κατανόηση και την αποδοχή, αλλά πάντα, πάντα στις λάθος γειτονιές.

Κατανόηση. Αποδοχή. Άρνηση. Παραδοχή. Ειλικρίνεια. Αλήθειες. Λάμες που κόβουν με ακρίβεια χειρουργικού νυστεριού. Η στιγμή του σάλτο μορτάλε, η στιγμή της εκτόξευσης, ένα και το αυτό. Αβεβαιότητες, όλη η ζωή είναι μια αβεβαιότητα.

Τι είναι στη βάση του το συναίσθημα. Πού ακριβώς τοποθετείται, στον εγκέφαλο ή στην καρδιά; Κάνουμε πάντα τα ίδια που κατηγορούμε, τα ίδια που άλλοι έκαναν και μας πλήγωσαν. Και δεν παίρνουμε το μάθημά μας ποτέ. Κι επαναλαμβάνουμε τα ίδια ατοπήματα, χωρίς καν να συνειδητοποιούμε πως οδηγός μας είναι το πάτερν των ενοχών που φυτεύτηκε μέσα μας την στιγμή που μας έκοψαν τον ομφάλιο λώρο. Συναίσθημα, συναισθηματισμός, συναισθηματικός, λέξεις παρεξηγημένες που παίρνουν τη χροιά του συνωνύμου της αδυναμίας. Όσο πιο σκληρός απ’έξω, τόσο πιο ευάλωτος από μέσα, οι πανοπλίες κρύβουν απελπισίες και το χιούμορ συχνά δυστυχία. Αυτό το γνωστό, το κοινότυπο που λέγεται για το χαμόγελο του κλόουν.

Ήθελα να πάρω κάτι μαζί μου φεύγοντας, έτσι για το χάζι. Ας ήταν κι ό,τι πιο άχρηστο κι αχρείαστο. Για να το κοιτώ μετά και να σκέφτομαι. Να μην ξεχνώ. Καλύτερα που δεν. Το ξέχασα, μα πάντα υπάρχει ένας λόγος που ξεχνάμε να κάνουμε κάτι τέτοια απονενοημένα και παράλογα. Τελικά η πόρτα έκλεισε με θόρυβο και νεύρα. Κι έφυγα χωρίς. Κοροϊδεύουμε πάντα έναν καθρέφτη, τον δικό μας φυσικά, πως τάχα κάναμε αυτό που ήταν το σωστό. Φοράμε χαμόγελα υποκριτικής αυταρέσκειας, και κρύβουμε ένα πένθος που ποτέ δεν θα περάσουμε όλα του τα στάδια. Και τα πένθη συσσωρεύονται κάτω από πολύχρωμα -τάχα χαρούμενα- ρούχα.

Δεν.Ξέρω.Αν.Θέλω.Να.Ξέρεις.