Είναι Μεγάλη Παρασκευή και είστε όλοι προς ή σε διακοπές, φαντάζομαι. Στην περίπτωσή όλων ημών που ζουμε στη Δυτική Ευρώπη και τα πέριξ, φέτος το Πάσχα άργησε, εμείς έχουμε αναστήσει ήδη. Μπορούμε άρα να ασχολούμαστε με άλλα πλέον.

Δεν πήγα στον Επιτάφιο. Κάποτε μου άρεσαν οι Μεγάλες Παρασκευές, όλη αυτή η φόρτιση, το βαρύ κλίμα, οι πασχαλιές και τα μωβ γενικά. Κάποια δόση, αυτό το πράγμα που εγώ βιώνα σαν ψυχαναγκαστική κατάθλιψη ήρθε κι έγκωσε και απλά δεν ήθελα άλλο. Ωραία τα απολυτήκια, ωραίες μελωδίες δηλαδή και κάποια όμορφα λόγια, σχεδόν ερωτικά. Αλλά μες την άνοιξη. Μες την άνοιξη αυτός ο ψυχαναγκασμός της θλίψης, πέρα που φανερώνει συγκεκριμένη λογική της συγκεκριμένης θρησκείας, είναι ό,τι πρέπει για ψυχολογικό ταρατατζούμ. Αυτή η λογική που λέει πως πρέπει να υποφέρεις πρώτα, για να απολαύσεις μετά, πρέπει να σταυρωθεί για να αναστηθεί -τι αναγωγή στην παρούσα συγκυρία ε; Ούτε ο Παπαδήμος να το είχε σκεφτεί δηλαδή. Αλλά δεν θα το πάω στο κοινωνικοπολιτικό, καμία όρεξη δεν έχω για περισπούδαστες αναλύσεις αυτή την ώρα.

Αυτή την ώρα λοιπόν, απλά σκέφτομαι, ρε πώς τα φέρνει η ζωή. Δεν είναι το πρώτο Πάσχα που περνάω μακριά από την Ελλάδα και δε με στεναχωρεί καν κιόλας, υποθέτω πως έχει καταστεί παραπάνω από σαφές πόσο δεν μου αρέσει το Πάσχα. Δεν.μου.αρέσει.το.Πάσχα. Θες κάτι κακές παιδικές αναμνησεις, θες τα βεγγαλικά που τα σιχαίνομαι, θες όλο αυτό το μακελειό, θες η νηστεία πριν το ξεσάλωμα. Βγάζει μια γκροτέσκα υπερβολή όλο αυτό. Κάποια φάση πριν από τρία; τέσσερα; χρόνια, δεν θυμάμαι και βαριέμαι να ψάχνω τώρα το λινκ, είχα γράψει εδώ μέσα ένα πολυ γλυακανάλατο κείμενο για τη Μεγάλη Παρασκευή, με μπόλικο συναισθηματισμό και μια τζούρα γλυκεράδα. Το ξαναδιάβαζα μετά και δεν μου είχε αρέσει καθόλου, έλεγα μα εγώ, είναι δυνατόν να γράφω τέτοιες μπούρδες, μα τις πιστεύω αυτές τις μαλακίες ρε φίλε;

Ψάχνοντας λοιπόν να βρω αυτό τον εαυτό που ποτέ δεν φανερώθηκε κανονικά και με σαφήνεια, τοποθετώντας ψηφίδες τη μια δίπλα στην άλλη, μπας και αποκαλυφθεί η μαγική εικόνα, ψηλαφώ τις εσωτερικές μου αντιφάσεις, όλα εκείνα που κάνω χωρίς να τα θέλω, όλα εκείνα που θέλω χωρίς τελικά να τα κάνω, κι όλα εκείνα που κάνω και άλλοτε είμαι εγώ άλλοτε είναι κάτι άλλο. Η χαζή και αλέγρα πλευρά του εαυτού μου λέει, έλα μωρέ, κουλ ντάουν, κι αυτό κι εκείνο εσύ είσαι, παραδέξου το μανίτσα να πάμε παρακάτω, κόλλησε η βελόνα. Η άλλη η δύσθυμη πλευρά που επιμελώς αποκρύπτεται από τα περισσότερα μάτια, το πέπλο που σκεπάζει με θυμηδία αυτό τον τρεγέλαφο του εαυτού, μου κλείνουν το μάτι πονηρούτσικα, υποννοώνας, χα! δε γλιτώνεις με την καμία από μας, εδώ θα είμαστε, βαρίδια στα πόδια, θες δε θες.

Δοκίμασα να επαναστατήσω εναντίον τους αλλά δράση-αντίδραση, είναι πιο ισχυρά. Δοκίμασα να πάω με τα νερά τους -τι πλήξη, τι πλήγμα, τι πληγή. Είπα μια δόση, να το κουβεντιάζαμε ρε φίλε, μου χεις κάνει τα νεύρα μανταλάκια όμως, τι θες πια; Μπα, μηδέν στο πηλίκο. Η πλευρά μου που σκέφτεται σαν μηχανικός, είπε να τα βάλει κάτω, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, μπας και κλείσουμε λογαριασμούς και λογιστικά βιβλία και ξεφορτωθούμε το περιττό βάρος. Ε, τελικά, άμα δεν κάτσεις να το κοιτάξεις το τέρας κατάματα για ώρα, ώστε κάποια στιγμή να κατεβάσει ντροπιασμένο τα ματια, να απονομιμοποιηθεί εκ της αποδυνάμωσής του και να φανερώσει τα αδύναμα σημεία του, απλά δεν παίζει να πάρει το καπελάκι του και να φύγει.

Νομίζω πως το στρίμωξα για τα καλά όμως. Το βλέπω να στέκεται κοντά στην πόρτα. Θα την ανοίξει και θα φύγει, δεν υπάρχει περίπτωση να μην. Ως τότε θα μου λεκιάσει λίγο το χαλάκι της εισόδου, τι τα θες, τέρας και παστρικό δεν γίνεται. Θα την κάνει όμως, δεν μπορει, ας φύγει κι από το μπαλκόνι άμα θέλει, αλλά εδώ να μείνει αποκλείται, δεν χωράει πλέον.

Τις προάλλες είδα το πιο παράξενο όνειρο του κόσμου. Προσπαθούσα λέει να κλείσω την πόρτα του σπιτιού, για να μην εισβάλει κάποιος κίνδυνος, κάτι κακό τελοσπάντων, αλλά η πόρτα όσο κι αν την έσπρωχνα δεν έκλεινε. Το πήρα για καλό σημάδι. Όχι άλλες κλειστές πόρτες. Τέντα ορθάνοιχτα, παράθυρα και πόρτες να μπεί αέρας κρύος και ζωογόνος, φως εκτυφλωτικό και καθαρτικό. Όχι.άλλες.κλειστές.πόρτες.Τελεία.

Η πιο γαμάτη στιγμή στο ρόλερ κόστερ, είναι η στιγμή που στέκεσαι στην κορυφή, πριν το τρενάκι κάνει κάθετη βουτιά με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το κλάσμα του δευτερολέπτου πριν βουτήξει στο κενό. Απλά τα σπάει αυτό το κλάσμα του δευτερολέπτου. Μετά ουρλιάζεις από την έξαψη, τον γαργαλισιτκό και εξιταριστικό φόβο, η αδρεναλίνη απλά χτυπάει το πιο κόκκινο από όλα, αλλά ρε φίλε, νιώθεις σχεδόν κυρίαρχος. Αν μπορείς αυτό -τα μπορείς όλα. Λατρέυω τα ρόλερ κόστερ. Και γουστάρω απίθανα όταν η ζωή τα μιμείται.

Χορεύουμε;