Με το που μπήκα μέσα στο ατελιέ, η πρώτη μου αυθόρμητη σκέψη ήταν «δεν είναι δυνατόν, αυτό είναι σκέτη αποτυχία. Πού θα γίνει η προβολή; Πού θα χωρέσει ο κόσμος; Πώς θα προλάβουμε να καθαρίσουμε σε δυο ώρες; Σιγά μην έχει ίντερνετ εδώ πέρα». Σιγά σιγά ήρθαν και μερικοί άλλοι, στρωθήκαμε στη δουλειά, ήρθαν τα φαγητά, οι μπύρες φυσικά ήταν ήδη στο ψυγείο. Ο καθένας εντελώς αυθόρμητα αναλάμβανε να κάνει κάτι, δεν υπήρχε επικεφαλής, ο L. πήγε κι ήρθε δέκα οκτώ φορές στο σπίτι του, να φέρει σπάγγο, τραπεζομάντηλα, τον προτζέκτορα, ένα μαχαίρι (τελικά το μαχαίρι το ξέχασε, αλλά έφερε η Δ.) και δεν θυμάμαι καν τι άλλο. Μαζέψαμε τα καλώδια στις άκρες, γιατί κυκλοφορούσαν και πιτσιρίκια (πιτσιρίκια! σε εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους Χαλλυβουργούς!), στρώσαμε τους πάγκους, κρεμάσαμε φωτογραφίες, φωτάκια και το πανώ, στήσαμε το μπαρ και το μπουφέ. Στον πάνω όροφο (ναι, έχει και πάνω όροφο το ατελιέ των 50 τετραγωνικών), στήσαμε τις καρέκλες και τον προτζέκτορα για την προβολή. Τις καρέκλες, τρόπος του λέγειν: καρέκλες, πάγκους, προλυθρόνες κι έναν παλιό καναπέ. Ό,τι νά’ναι, αλλά έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι κάθισαν στο πάτωμα, στάθηκαν όρθιοι ή στις σκάλες. Και ναι, υπήρχε ίντερνετ.

Είχε πολλή πλάκα που όσοι έρχονταν έπρεπε να χτυπάνε κουδούνι για να μπουν και κάποιος έπρεπε να τρέχει να ανοιγοκλείνει πόρτες και να τους δείχνει το δρόμο τους στη λαβυρινθώδη διαρρύθμιση του κτηρίου. Είχαμε πει πως θα ορίζαμε «πορτιέρη», ναι καλά: όποιος άκουγε το κουδούνι, πήγαινε κι άνοιγε.

Κι όλα ήταν μια χαρά, με μισή ωρίτσα καθυστέρηση, πφ, σιγά το πράγμα. Κανείς δεν κατάλαβε την καθυστέρηση, ο κόσμος έστηνε πηγαδάκια, έπινε τις μπύρες του μασουλώντας χαλβά, ελιόψωμο, τυροπιτάκια, quiches και τάρτες. Η προβολή έγινε, η σύνδεση με τους απεργούς έγινε, το skype μας τα χάλασε λιγάκι, αλλά δεν πειράζει, το χειροκρότημα στο τέλος ήταν πολύ ζεστό και όλοι ήταν χαμογελαστοί και συγκινημένοι. Ακόμα απορώ πώς χωρέσαμε πάνω από εκατό νοματαίοιεκεί μέσα.

Κι ύστερα στήσαμε μια χαρά τη ρεμπετοκατάστασή μας, καταστρατηγήσαμε στην πράξη τον αντικαπνιστικό νόμο, τα ήπιαμε, η Δ. έριξε τους χορούς της όπως πάντα, η Χ. και η Μ. κάνανε παραγγελιές , τα φώτα χαμήλωσαν κι οι υπόλοιποι ήμασταν καθισμένοι στο πάτωμα. Είχαμε πει πως τα παιδιά θα παίζανε για κανένα μισάωρο. Τέσσερις ώρες μετά, μας έδωσαν να καταλάβουμε πως το γλέντι πρέπει να τελειώνει, ο κόσμος έχει αρχίσει αραιώνει και τέλοσπάντων επικρατεί μια νύστα και μια κούραση.

Ναι, καλά, είναι δυνατόν να κόψεις τη ρεμπετοκατάσταση στη 1 τη νύχτα; Στο σπίτι με τη θέα υπήρχε τσίπουρο και ρακή. Μισή ώρα μετά, η παρέα πλέον μιλά μόνο ελληνικά και τα μπουκάλια αδειάζουν σιγά σιγά, ενώ οι φωνές δυναμώνουν, γιατί «τα σπίτια είναι χαμηλά σαν έρημοι στρατώνες» και γιατί «το νερό το κρύσταλλο ρέει απ’τις οθόνες» και γιατί τελικά «όταν φουντώνει ο πόλεμος, το αίμα δε μετριέται». Κυρίως όμως, γιατί ο νους μας είν’αληταριό, κι εγώ έχω ένα ροζ ποδήλατο στο μπαλκόνι μου και είναι όντως πολύ αστείο. Σε λίγο το ποδήλατο στο μπαλκόνι θα έχει γίνει χιονοποδήλατο, στην κατάψυξή μου δεν έχει πια τσίπουρο ούτε ρακή, αλλά σήμερα είδα το χάραμα πριν να κοιμηθώ, από το κεκλιμένο παράθυρο.

Και κάπως έτσι, έκλεισα τα 35.

============================

ΥΓ-1. Ευχαριστούμε πολύ τον Κώστα Καλλέργη και τον Γιάννη Βάκρινο.
ΥΓ-2. Σόρρυ ρε συ Σπέκυ.
ΥΓ-3. Όσο ντεμοντέ κι αν θεωρούνται, οι συλλογικότητες είναι απλά αναγκαιότητα. Κι όσο ο κόσμος πάει στραβά, αυτές δεν μπορούν παρά να ανθίζουν. Όσο πιο στραβά, τόσο πιο πολλές, τόσο πιο δημιουργικές.