Μου είχες πει πως θα ‘ρθει κάποια μέρα
που ό,τι αντικρίζω θα το ερωτεύομαι
τώρα αρχίζω και θυμάμαι

Καθώς η κρίση βαθαίνει και μεγεθύνεται, πληθαίνουν οι φωνές που διαμαρτύρονται εύσχημα, γράφονται ολοένα και περισσότερα αξιόλογα κείμενα, οξύνεται η διαλεκτική ενάργεια πολλών. Διαβάζω κι εγώ λοιπόν ένα σωρό αξιόλογα πράγματα, πελαγοδρομώντας. Λένε πως σε περιόδους μεταβατικές και κρίσιμες, σαν και τούτη που ζούμε, η πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή ανεβαίνει σε ποσότητα και ποιότητα. Λένε πως η δημιουργικότητα αυξάνεται με ρυθμό ανάλογο προς εκείνο της αύξησης των προβλημάτων και των αδιεξόδων.

Η γκρινιάρα πλευρά του εαυτού μου δεν μπορεί να αποφύγει ένα κακιασμένο και ενδεχομένως ρητορικό ερώτημα. Πόσοι από όλους τους ανθρώπους δεν θα αλλάξουν ρότα, όταν η διέξοδος προκύψει; Πόσοι και ποιοι θα μετεξελιχθούν σε δημόσια πρόσωπα, όταν τα πράγματα αλλάξουν; Πόσοι και ποιοι θα εξαργυρώσουν την δημιουργική παραγωγή της όμορφης πέννας τους και πιθανά τα δακρυγόνα που θα έχουν εισπνεύσει;

Κακία και γκρίνια. Φταίει ίσως το αδιέξοδο που προκύπτει από αυτό που θεωρώ δυσανάλογο λόγο (με τη μαθηματική έννοια της λέξης) λόγων (με τη φιλολογική έννοια) και πράξεων (με την κυριολεκτική έννοια). Δυο χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, μισό και κάτι χρόνο μετά την έναρξη των διαφόρων κινημάτων αγανακτισμένων καταληψιών και σκηνιτών, μοιάζει κάπως η κατάσταση σαν αγώνας δρόμου μεταξύ των αισώπειων λαγού και χελώνας. Η κυρίαρχη αντίληψη και πολιτική στο ρόλο του λαγού, το 99% στο ρόλο της χελώνας. Ένα σωρό απόψεις, κρίσεις και ρητορικές διατυπώνονται, ένα σωρό καταλήψεις ξεφυτρώνουν, ένα σωρό μέτρα ανακοινώνονται, η παραζάλη δεν κάνει διάλειμμα και το αποπροσανατολισμένο πλήθος παλεύει για την επιβίωση.

Στην Αθήνα, οι άστεγοι αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Στο Δουβλίνο, κατειλημμένος παραμένει ο προαύλιος χώρος μιας μεγάλης τράπεζας. Στη Λήδρας, ο προβοκατόρικα διαιρεμένος λαός (ή έστω το πιο φέρελπες μέρος του) ζωντανεύει τη νεκρή ζώνη σε πείσμα των αρχών και των δυο τόπων. Την ίδια ώρα ο Αρχιεπίσκοπος στέκεται στο πλάι του «νόμιμου και ηθικού» ηγούμενου, οι Αθηναίοι αγανακτισμένοι ξαναμαζεύονται δειλά, νέα μέτρα ανακοινώνονται, τα γεγονότα τρέχουν με ταχύτητα φωτός και δεν προλαβαίνεις καν να ενημερωθείς, πολλώ δε μάλλον να δράσεις. Η επιβίωση όπως πάντα αγώνας δρόμου.

Επανερχόμενη στο αρχικό ρητορικό και χολωμένο ερώτημά μου, αρνούμαι να ενσωματώσω τη ματαιότητα. Όχι όσο γνωρίζω πως υπάρχουν πλάι μου τέτοιοι άνθρωποι: «πλάι μου» όσα χιλιόμετρα κι αν μας χωρίζουν. Γιατί πλέον ο κόσμος είναι όντως ένα μικρό χωριό. Και γιατί τα περάσματα στενεύουν και οι επιλογές γίνονται δίπολα. Ακόμα κι όταν κάποιες συζητήσεις φαντάζουν περιττές ή χτυπάνε σε τοίχο, η δημοκρατία παραμένει το ζητούμενο. Δυόμιση χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης περιπέτειας, γεμάτα πάλη, βία και λίγες ανακωχές, απλά δεν διαγράφονται, επειδή διαφωνούμε στο περιεχόμενο που δίνουμε στις λέξεις. Οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες, η ουδετερότητα δεν ταιριάζει καν στις νεκρές ζώνες.

Οι νεκρές ζώνες, τα λουκετωμένα μαγαζιά, τα εγκαταλελειμμένα σπίτια ζωντανεύουν, τη στιγμή που κάποιος κολλάει πάνω τους μιαν αφίσσα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που κουβεντιάζουν για δημοκρατία και οραματίζονται αλλαγές, πριν καν πιουν τον πρωινό τους καφέ (ξέρεις εσύ), ο κόσμος θα διατηρεί παλλόμενο το δυναμικό της βελτίωσης. Οι πράξεις περιμένουν να νοηματοδοτηθούν, κι αν τούτη την ώρα μοιάζουμε μαγκωμένοι και διστακτικοί, αφού επιμένουμε να φλερτάρουμε με τη διαλεκτική, η ανάφλεξη είναι απλά θέμα χρόνου.

Η αισιοδοξία είναι πράξη επαναστατική, η εμπιστοσύνη στην ομορφιά είναι αναγκαιότητα.