Είναι η όγδοη φορά, έχω πλέον την τεχνογνωσία, αλλά έχω συλλέξει και την Άρτα με τα Γιάννενα μέσα στην τελευταία δεκαετία και παίρνει χρόνο, έχει κούραση και μπόλικο άγχος. Στοιβάζοντας το παρελθόν μέσα σε κασόνια, χαρτόκουτα, βαλίτσες και σακούλες ΙΚΕΑ, δεν είναι η σωματική κούραση που με αδειάζει. Όχι μόνο. Δεν είναι ούτε η αλλαγή διεύθυνσης που πρέπει να δηλωθεί, οι συνδέσεις των αναγκαίων πολυτελειών του πολιτισμού μας που πρέπει να γίνουν, το ξεφύλλισμα του καταλόγου του ΙΚΕΑ και η έρευνα στα επιπλάδικα. Κι αυτά είναι, θέλω να τελειώνω επιτέλους.

Θέλω να τελειώνω επιτέλους με το παρελθόν. Να το αρχειοθετήσω, να κολλήσω ετικέτες στα ντοσιέ και να το παραχώσω στην αποθήκη. Τέλος. Αλλαγή κεφαλαίου. Εδώ στου δρόμου τα μισά, έφτασ’ η ώρα να σ’το πω, αποσυνδέω τα βαρίδια και λέω να πετάξω σαν το αερόστατο που μόλις κρέμασα στο φωτιστικό του υπνοδωματίου. Τι θέλει το αερόστατο για να πετάξει: λίγο ήλιο. Ήλιο θα βάλω κι εγώ στο καθιστικό μου, ήλιος να μπαίνει από τα παράθυρα του πέμπτου πλέον, ήλιος να φωτίζει τις κόκκινες στέγες που βλέπω από το παράθυρο της κουζίνας. Είναι αστείο, η μπροστινή πλευρά του σπιτιού κοιτάζει προς το παρελθόν, μ’ένα τρόπο.

Μπαίνοντας χτες στο άδειο σπίτι, το στομάχι μου βούλιαξε, βούλιαξε, βούλιαξε μέσα σε ένα «και τώρα;». Και τώρα τέλειωσαν τα ψέματα, εδώ είσαι, σκάσε και κολύμπα. Σπρώξε τις κούτες, κουβάλα τις βαλίτσες και χμ, βάλε τη ρακή στην κατάψυξη να πιουν οι φίλοι που κουβάλησαν. Σήμερα ήταν λιγότερο άδειο, κάθε μέρα θα γεμίζει και περισσότερο, καθώς οι κούτες θα αδειάζουν, καθώς θα μπαινοβγαίνεις στα δωμάτια και στο σπίτι, θα φεύγεις το πρωί για τη δουλειά και θα γυρίζεις το βράδυ. Θα γεμίζει με στιγμές, γεγονότα, πράξεις και κυρίως επιλογές.

Αν κάτι έμαθα ως τώρα είναι πως το «για πάντα» δεν υπάρχει. Η ζωή έχει χιούμορ και φαντασία. Εκεί που δεν το περιμένεις, τα αναποδογυρίζει όλα και εσύ ξαναφτιάχνεις κούτες, φορτώνεσαι το σπίτι σου σαν τη χελώνα και πας γι’άλλα. Στην τελική, πόσα χρόνια ζούμε; Λίγα, πολύ λίγα για να χωρέσουν γκρίνιες, μιζέριες, φόβοι και παρεξηγήσεις.

Αν κάτι έμαθα τις τελευταίες πέντε μέρες είναι πως όσο αξίζουν οι αγαπημένοι φίλοι, δεν αξίζει τίποτα, τίποτα, Τ.Ι.Π.Ο.Τ.Α. σου λέω. Οι κούτες έγιναν πούπουλα, μόλις έσκασε η πρώτη πλακίτσα, το φόρτωμα έγινε χαβαλές και δεν πειράζει που οι τοίχοι είναι άδειοι και οι καρέκλες δεν φτάνουν. Δεν αντιπαλεύω τίποτα και κανέναν πλέον, έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, ρακή σε κούπες του καφέ -σε άλλη κούτα ήταν τα ρακοπότηρα, δε γαμεί, σάμπως θ’αλλάξει η γεύση της ή μήπως θα γελάσουμε λιγότερο;

Ωραία είναι τώρα που είμαστε όλοι εδώ, αύριο όμως θα είμαι μόνον εγώ και, ντάξει, δυσκολάκι. Αλλά και πάλι, οι στέγες έξω από το παράθυρο θα παραμένουν κόκκινες, τα βιβλία θα μπουν στα ράφια τους και, να δεις που θα μάθω επιτέλους και να μαγειρεύω, μόνο και μόνο για να γεμίζει το σπίτι με γέλια και ρακοποσίες.

Ποτέ μην πεις ποτέ. Να ρωτάς μονάχα πότε. Όλα, ό.λ.α. είναι πιθανό να συμβούν, φτάνει να τα σκεφτείς, ή μάλλον ειδικά αν δεν τα σκεφτείς. Ξέρω κάποιον που πήρε το δρόμο της επιστροφής, χαλάστηκε μα γνώμη δεν άλλαξε. Ξέρω και κάποιον που πήρε το δρόμο του φευγιού και τα βρήκε δύσκολα αλλά χαμογελάει ακόμα. Και κάνει σχέδια. Αυτό είναι το σημαντικό, τα σχέδια. Ξέρεις, ας πούμε, στο τέλος του μήνα μπορεί και να γιορτάσω τα γενέθλιά μου κάπου στη Μέση Ανατολή. Δεν το αποφάσισα ακόμα, δεν ξέρω αν μου φτάνουν τα φράγκα, σκασίλα μου κιόλας, θα φτάσουν, δεν χάνω τέτοια ευκαιρία, κι άλλωστε η ουσία είναι να φτάνει ο χρόνος. Η ουσία είναι να βλέπεις τις στιγμές σου και τα απροσδόκητα που αυτές φέρνουν σαν δώρα, να ζεις την ομορφιά, να κοιτάς τις κόκκινες στέγες και να σκέφτεσαι «τι καλά που είναι κόκκινες», να ανοίγεις το παράθυρο να μπει ο ήλιος, να μη λες όχι, να μη λες φοβάμαι, να πηγαίνεις απλά εκεί που είναι να πας. Γιατί απλά δεν γίνεται αλλιώς και, άκου με, είναι ωραία που δεν γίνεται αλλιώς.

Ναι, ξέρω, ο κόσμος έχει φτάσει στο μη περαιτέρω, κάπου στην Αφρική σκοτώνουν κόσμο επειδή ανέβηκε η τιμή του πετρελαίου, στην Αθήνα η ανεργία κάνει πάρτυ και η πείνα είναι ante portas, μου είπαν για παιδιά που δεν πάνε στις σχολικές εκδρομές γιατί δεν φτάνουν τα φράγκα, ναι, θυμώνω, θυμώνω, εξοργίζομαι κιόλας. Όμως, δεν μπορώ να μη στο πω, θα σκάσω αν δεν στο πω: η καινούρια χρονιά μου έχει χαρίσει ήδη δύο δώρα. Θέλω να κόψω τα δυο μου δώρα κομματάκια και να στείλω στην Αφρική, στις οικογένειες των σκοτωμένων, να στείλω και στην Αθήνα, στους πεινασμένους.

Αγάπη να υπάρχει, σου λέω. Αγάπη, νοιάξιμο και συντροφικότητα. Όλα τα άλλα είναι μικρά.