η απελπισία περίστροφο
σφαίρες της οι ανάγκες

Μαρούσι: ανεβαίνω βιαστικά τις σκάλες προς την αποβάθρα του ηλεκτρικού. Ένα πιτσιρίκι στέκεται στην αριστερή πλευρά της κυλιόμενης, μπλοκάροντάς την. Εκνευρίζομαι: πάντα εκνευρίζομαι με αυτούς που μπλοκάρουν την αριστερή πλευρά της κυλιόμενης, εμποδίζοντας (εμάς) τους βιαστικούς να ανέβουμε. Ειδικά όταν ακούω το τρένο να έρχεται (και έχω -κλασικά- αργήσει). Σπρώχνω το πιτσιρίκι, μασώντας μια εκνευρισμένη συγγνώμη μέσα από τα δόντια μου. Προλαβαίνω το συρμό στο τσακ.

Ειρήνη: ανέκαθεν μου προκαλούσε θυμηδία ο πασιφιστικά ονοματισμένος σταθμός. Ειρήνη μες τις ερημιές της πιο χάλια πλευράς του δήμου. Το καλοκαίρι είχα δώσει ραντεβού με μια φίλη στην Ειρήνη, να βρεθούμε εκεί, να με μαζέψει με το αυτοκίνητο για να βγούμε. Θυμάμαι πως στεκόμουν στη στάση του λεωφορείου -κατά παγκόσμια πρωτοτυπία, είχα φτάσει νωρίτερα- και χάζευα το ηλιοβασίλεμα ανάμεσα στους σκελετούς του Καλατράβα. Σκεφτόμουν πόση ανασφάλεια μου προκαλούσε αυτή η ερημιά δίπλα στη ΣΕΛΕΤΕ και το ΟΑΚΑ: χωράφια που ζωντανεύουν μόνο όταν παίζει ο Ολυμπιακός ή η ΑΕΚ.

Ειρήνη: οι πόρτες ανοίγουν και μπαίνει ακριβώς το σπρωγμένο πιτσιρίκι της προ-προηγούμενης στάσης. Παίζει μπαγλαμά, παίζει πολύ ωραία και τραγουδάει την Πριγκιπέσσα. Δεν έχει ωραία φωνή, δεν είναι στρωτή, ούτε σωστή. Αλλά τραγουδάει με σοβαρότητα, σα να νιώθει ευθύνη που «απίστευτος ο κόσμος κι ο χαρακτήρας μας». Αναρωτιέμαι αν νιώθει τους στίχους, αν καταλαβαίνει τι θέλει να πει ο ποιητής. Το κεφάλι μου γεμίζει φιλοσοφικά ερωτήματα, καθώς του δίνω πενήντα απολογητικά λεπτά, πενήντα λεπτά γεμάτα συγγνώμες και ενοχές.

Ξανασκύβω στο βιβλίο μου.

Νέα Ιωνία: μπαίνει ο «μπορεί και να με θυμάστε, από την εκπομπή του Σταρ τάδε, το παιδί μου είναι τυφλό, πάσχω από επιληψία». Δεν σηκώνω καν τα μάτια από το βιβλίο μου, έχω ξενερώσει τη ζωή μου και μόνο στο άκουσμα της λέξης «Σταρ». Τι με έκανε να δώσω πενήντα λεπτά στο πιτσιρίκι, αλλά να απαξιώ ακόμα και να κοιτάξω τον επιληπτικό του Σταρ; Χωράνε φιλοσοφικά ερωτήματα, διακρίσεις, πνεύμα και ελιτισμός, όταν μιλάμε για χαμένες ανθρώπινες ζωές; Έχει σημασία αν όντως το παιδί του είναι τυφλό, κι αν πάσχει από επιληψία; Έχει, μάλλον. Η φτώχεια και η πείνα δεν ξεχωρίζουν αν τραγουδάς την Πριγκιπέσσα ή αν δηλώνεις πάσχων από ανίατη ασθένεια, η οποία πιθανά και να ανέβασε τις θεαματικότητες μιας εμπορευόμενης πόνο και μιζέρια εκπομπής. Δικαιολογούμαι πως δεν έχω άλλα ψιλά. Αν είχα, θα είχα βρει άλλη δικαιολογία, για να παραβλέψω τον ελιτισμό μου.

Μέχρι την Αττική, στο τρένο μπαινοβγαίνει η δυστυχία, οι αρρώστιες, τα «τρίγωνα-κάλαντα» σε ακορντεόν λα μινόρε και τα 2 πακέτα χαρτομάντηλα 1 ευρώ. Πόσες δραχμές θα κάνουν τα δύο πακέτα χαρτομάντηλα σε μερικούς μήνες; Δραχμές; Νέες δραχμές; Υποτιμημένες δραχμές; Υποτιμημένες ζωές, το δίχως άλλο.

Μπαίνω στο μετρό -άλλο τοπίο, εδώ δεν μπαινοβγαίνουν χαρτομάντηλα, ούτε πριγκιπέσσες, ούτε επιληπτικοί. Δε θυμάμαι να έχω δει ζητιάνους στο μετρό. Μπορεί και να έχει, δεν ξέρω, εξάλλου τι σημασία έχει αν στα μέσα μαζικής μεταφοράς επικρατούν ταξικές διακρίσεις. Έτσι κι αλλιώς το εισιτήριο κάνει 1,40 παντού. Έτσι κι αλλιώς, χλιδάτα ή μη, θα ιδιωτικοποιηθούν, θα εξευτελιστούν, θα προκαλέσουν απολύσεις, εφεδρίες, εθελούσιες εξόδους. Τελικά, θα αυξήσουν τα ποσοστά της ανεργίας, θα χαμηλώσουν την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας: αλλά ποιος νοιάζεται αν ο κακοπληρωμένος part-timer και ο απελπισμένος άνεργος έχουν καλές συγκοινωνίες; Ας πάνε και μπουσουλώντας στη δουλειά τους -αν έχουν: που θα πάνε και μπουσουλώντας, αν όντως έχουν, σαν σε άλλο προσκύνημα στην Παναγιά της χρυσοφόρου Τήνου.

Εκτός από την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας, πάντως, θα χαμηλώσει και το κόστος λειτουργίας, μπας και μειωθεί το δημόσιο χρέος. Που δε θα μειωθεί, αλλά κανείς δε νοιάζεται γι’αυτό, φτάνει τα νούμερα να βγαίνουν σωστά, φτάνει να λέμε πως το έλλειμμα δεν ξεπερνά το χψζ τοις εκατό. Φτάνει να το λέμε. Μπας και μας παίξουν κι εμάς οι νευρικές αγορές. Που δε θα μας παίξουν, στην τελική, αλλά ούτε κι αυτό δε νοιάζει στην ουσία κανέναν. Αυτό που νοιάζει είναι να μην πληρώσουν τα σπασμένα αυτοί που δεν πρέπει να τα πληρώσουν. Πάση θυσία -των άλλων, εκείνων που τραγουδούν πριγκιπέσσες και πουλάνε επιληψίες και χαρτομάντηλα. Ε, ας πάρουν κι ένα βάλλιουμ οι αγορές στην τελική.

Βγαίνω στο Πανεπιστήμιο. Η πόλη είναι άδεια, τα μαγαζιά κλείνουν -όσα δεν έκλεισαν οριστικά και με λουκέτο δηλαδή. Αυτή η πόλη είναι αδιανόητη όταν είναι άδεια. Αδιανόητη, το εννοώ, είναι σπούκυ, είναι σα να έχει βγει από την αρρωστημένη φαντασία δημιουργού έργου τρόμου. Α δ ι α ν ό η τ η. Υποφωτισμένη σαν φτηνό μπαρ, κιτρινιάρα και αναιμική. Η Πανεπιστημίου, ρε φίλε, δηλαδή, ο ομορφότερος δρόμος του κόσμου να μοιάζει πια με κακοφορμισμένη πληγή, μια κακοζωισμένη γυναίκα, δεν ξέρω, θυμώνω ασφυκτικά.

Όλοι λέγαμε κάποτε πόσο μας άρεσε η άδεια Αθήνα τον Αύγουστο. Ε, να τη φχαριστηθούμε τώρα που είναι άδεια ολοχρονίς. Έχει και φωτάκια χριστουγεννιάτικα, να στολίζουν την αδειοσύνη και τη γύμνια της. Μπράβο, δήμαρχε, καλόγουστα τα άσπρα φωτάκια.

Ώρες ώρες εκνευρίζομαι που άλλο από λέξεις και πληροφορίες δεν έχω. Που κι οι λέξεις γίναν λίγες και οι πληροφορίες δε φτουράνε πια, είναι τόσο πολλές. Κουβεντιάζουμε για τα συμπεράσματα της 21ης Ιουλίου, τη συμφωνία της 26ης Δεκεμβρίου. Θυμάμαι που στις πανελλήνιες αποστήθιζα τα δεν-θυμάμαι-πόσα πρωτόκολλα του Λονδίνου με τις διπλές ημερομηνίες (παλιό και νέο ημερολόγιο, τι σου λέω τώρα). Εκείνα τα πρωτόκολλα, ο διακανονισμός της Κωνσταντινούπολης και κάτι άλλες συνθήκες, όρισαν την τύχη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: δέκα χρόνια μάχες, τέσσερα χρόνια εμφύλιος (ναι, έγινε και εμφύλιος στην Επανάσταση), τέσσερις εθνοσυνελεύσεις που αποφάσισαν δημοκρατία και θεμελιώδεις αστικές αξίες, τύπου Ρουσσώ. Όλα αυτά, για να αποκρυσταλλωθούν σε ένα «πρωτόκολλο του Λονδίνου» και σε ένα «διακανονισμό της Κωνσταντινούπολης» που όριζαν ένα κουτσουρεμένο οικόπεδο -αλλά με βασιλιά. Και τι βασιλιά! Βαυαρό και πνευματικά καθυστερημένο.

Τρεις χρεωκοπίες και τέσσερις πολέμους μετά, το οικόπεδο είχε μεγαλώσει, μεσολάβησαν πολλές συνθήκες και πρωτόκολλα και διακανονισμοί (νομίζω μερικά υπογράφτηκαν επίσης στο Λονδίνο). Αναρωτιέμαι αν οι μαθητές του μέλλοντος θα διδάσκονται τις συμφωνίες των Βρυξελλών (με μονές ημερομηνίες, αλλά και πάλι μόνο από τις ημερομηνίες θα τις ξεχωρίζουν), αν θα σιχτιρίζουν κι αυτοί που όλες οι συμφωνίες υπογράφονταν στις Βρυξέλλες, όπως σιχτίριζα κι εγώ που όλα τα πρωτόκολλα είχαν υπογραφτεί στο Λονδίνο και έσπασα 3 κομπολόγια στην τρίτη λυκείου μέχρι να τις αποστηθίσω όλες, ξεχωρίζοντάς τες μονάχα από τις ημερομηνίες και τα στοιχειωδέστατα διαφορετικά σύνορα που όριζαν. Πόσες φορές τη συμφώνησαν εκείνη την αναθεματισμένη γραμμή «Αμβρακικού-Παγασητικού»; Κι αποκλείεται να είχαν ιδέα από την ομορφιά του Παγασητικού το ξημέρωμα -τότε στις πανελλήνιες ούτε κι εγώ είχα, αλλά σε όλη μου τη ζωή, κάθε που κοιτάζω τον Παγασητικό, η γραμμή «Αμβρακικού-Παγασητικού» τρυπώνει στο μυαλό μου, μου χαλάει τη ρομάντζα: καταρραμένο εκπαιδευτικό σύστημα.

Ντάξει, μπορώ να μιζεριάσω κι άλλο για το πτυχίο που κορνιζάρισα και δε μου χρησίμευσε και σε πολλά, για τη δουλειά που κάνω και δε μου αρέσει, για την έρημη Αθήνα που επίσης δεν μου αρέσει, για τις συνθήκες και τα πρωτόκολλα που θα ακολουθήσουν, πολλαπλασιάζοντας τις πριγκιπέσσες και τα χαρτομάντηλα των δρόμων (ευρώ ή δραχμές δεν έχει σημασία, αν είναι να πολλαπλασιάζονται οι Γαβριάδες).

Για το πόσο μας δουλεύουν -μα πόσο πολύ όμως- και το παίρνουμε γραμμή όταν είναι ήδη αργά. Και που κάποιοι λένε θριαμβευτικά πως «εμείς τα λέγαμε αλλά μας θεωρούσατε γραφικούς» (και μεταξύ μας δλδ, δίκιο έχουν, αλλά το πηλίκο παραμένει ομοίως μηδενικό, και οι λογαριασμοί στις τράπεζες εξακολουθούν να έχουν αρνητικό πρόσημο -οπότε θά’λεγα τι να το κάνουν το δίκιο τους).

Αλλά έρχεται Πρωτοχρονιά του έτους που κατά τας γραφάς θα καταστραφεί ο κόσμος. Και γίνονται και ωραία πράματα σε αυτό τον κόσμο. Που μπορεί και να καταστραφεί, αλλά πριν να το πάθει αυτό δεν θα έχει σωπάσει την ομορφιά του, ακριβώς επειδή μερικοί ωραίοι τρελοί επιμένουν να την βλέπουν, να την αποτυπώνουν και να την μοιράζουν τζάμπα στα μπαρ και στους δρόμους.

Όλα τα σπουδαία πράγματα, όλες οι μεγάλες ανατροπές, όλες οι κοσμογονικές αλλαγές, όλες οι εκστατικές μεταβάσεις συνέβησαν, επράχθησαν από λίγους τρελούς -έτσι γινόταν πάντα. Μερικοί το λένε πρωτοπορία (avant-garde, τι όμορφη γαλλικούρα), άλλοι το λένε ματαιότητα, κι άλλοι προτιμούν να λένε πως η ιστορία έχει κυκλική πορεία. Τίποτα από όλα αυτά. Κάθε καινούριο είναι μοναδικό, συμβαίνει μονάχα μια φορά και είναι πάντα μεθυστικό και όμορφο και ακατάστατο.

Και το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή, το ξέρεις δα – βαθύ σκοτάδι αυτή η Πρωτοχρονιά.

Στο γύρισμα του καταστροφικού 2011 προς το καταστροφικό 2012, εμένα μου έχει κολλήσει στο ρηπήτ του εγκεφάλου αυτό εδώ:

Άντε, λοιπόν, μάγκες, καλή τύχη.
Προσοχή στις πρέζες μονάχα.