Ετικέτες

 

Μου το θύμισε ο @masha_neval, το ριτουήταρα, το γουγλοπλάσαρα, το βάζω κι εδώ. Αγαπώ το Νάννι Μορέττι.

Τις τελευταίες μέρες τη νιώθω κι εγώ αυτή την απόγνωση και την αίσθηση παράλυσης που μοιάζει να έχει ο Μορέττι στην παραπάνω σκηνή, αυτό το πνίξιμο στο λαιμό, που λες πως θα σκάσεις, θα κάνεις μπαμ πραγματικά. Που νιώθεις πως κάτι πρέπει να γίνει κι αφού δεν το κάνουν οι άλλοι, θα το κάνεις εσύ, γιατί απλά δεν γίνεται αλλιώς, αλλά κάπως δεν ξέρεις τι να κάνεις και παλατζάρεις λίγο, στη φάση, αν κάνω κάτι ό,τι νά’ναι, παίζει να κάνω και μλκία, οπότε, να κάνω ή να μην κάνω; Κάνεις τελικά, μερικές φορές όντως κάνεις μλκία, άλλες φορές βγαίνει σε καλό, εξαρτάται εν πολλοίς από το state of mind σου, από την ευρηματικότητα της στιγμής, από την έμπνευση, από τις συγκυρίες, από-δεν-ξέρω-κι-εγώ-τι.

Αλλά απλά δεν γίνεται να μην κάνεις, γιατί αν δεν κάνεις, εκτός που θα σκάσεις, θα το μετανιώνεις και για οχτώ τέρμινα, θα μείνεις με την απορία και θα χάσεις και τον ύπνο σου, άστο καλύτερα, βουρ και κάντο, και βλέπουμε.

Παίζω και με την ιδέα να μην κάνω, έτσι γι’αλλαγή, να αλλάξω κατηγορία, να πάρω ας πούμε καλλιτεχνικά (τα ροζ στο τρίβιαλ, ξες), πού ξέρεις, μπορεί και να πεταρίσει τελικά η πεταλούδα στο Πεκίνο, μπορεί και να ευθυγραμμιστούν για μια φορά τα άστρα και να έρθουν αλλιώς (όχι τα άστρα, τα επίγεια). Παίζω ακόμα και με την ιδέα να δω μπας και μπορώ να αποδεχτώ αυτά που αρνούμαι να δεχτώ, έτσι γι’αλλαγή, μια φορά να μην κατεβάσω καντήλια, όχι επειδή θα καταπιώ αποδεχτώ, αυτά που δε με βολεύουν, αλλά επειδή θα συμφιλιωθώ μαζί τους (λες; μπα).

Για πρώτη φορά μετά από δεν ξέρω πόσα χρόνια εδώ μέσα έχω δύο ντραφτ στο ντάσμπορντ, που τα στριφογυρίζω από δω, τα τσιγαρίζω από κει, αλλά παραμένουν ντραφτ. Επειδή γενικά πάσχω από ψυχαναγκασμό, ποτέ δεν άφηνα ντραφτ για πάνω από ας πούμε δυο μέρες. Ή που πάμπλις, ή που ντηλήτ. Αυτά τα δυο ντραφτ, έμειναν, λιγάκι επίτηδες, λιγάκι από έλλειψη χρόνου, λιγάκι από έλλειψη διάθεσης, λιγάκι από πολλά τσίπουρα και βότκες (συνοδεία άλλων καταχρήσεων). Δε θα τα ντηλήτ, δεν ξέρω αν θα τα πάμπλις, ας πάω κόντρα στον εαυτό μου για μια φορά, εκείνο το μ@λ@κισμένο εαυτό που δε μπορεί να ανεχτεί τα ασυγύριστα και τα άπλυτα πιάτα στο νεροχύτη, ας αποδεχτώ επιτέλους τα άπλυτα (πιάτα) και τα αμάζευτα (τυριά και ποτήρια) στο τραπέζι του σαλονιού, γιατί η προτεραιτότητα τώρα είναι άλλη, άλλο συγύρισμα και άλλη ακαταστασία, η εντροπία έχει τη χάρη της και το μπουρδέλο επίσης, δε με αναγνωρίζω καν.

Η προτεραιτότητα είναι άλλη, με ρώταγες τις προάλλες αν σκέφτομαι να αλλάξω δουλειά αφού αυτή δε μου αρέσει και αφού (είπες εσύ, όχι εγώ) αυτή δεν κάνει για μένα, μπορώ και καλύτερα, σπουδαιότερα, ουσιαστικότερα. Μπορώ. Θέλω; Έχω άλλη προτεραιότητα, αυτό σου απάντησα, κι ανάθεμα κι αν κατάλαβες φιλαράκι τι εννοούσα. Δεν κατάλαβες, χαώθηκες και πάλι με τα δικά σου και πώς δεν έπρεπε να το (ξανα)κάνεις αυτό και πάλι μου ήρθε στο μυαλό εκείνο των Archive που έχει κολλήσει στο ρηπήτ εδώ και κάτι μήνες, αλλά που εσύ δεν το ξέρεις, ακούς άλλα. Αφού δεν το’χεις και δεν καταλαβαίνεις, πού να σου εξηγώ τώρα. You either get it or not. Ε, #not. Έχω φτάσει να σκέφτομαι και να λειτουργώ με χάσταγκ, μένσια και πάμπλις. Όχι πάμπλις, λοιπόν, ντραφτ. Ντραφτ, ασυμμάζευτα ποτήρια, mode provisoire κι ό,τι γίνει. Στο κάτω κάτω, σου’πα, άλλες οι προτεταιότητές μου σε αυτή τη φάση.

Βασική ας πούμε προτεραιότητα να μην χρειάζεται να (σου) διηγηθώ κάτι, για να χωνέψω πως συνέβη και πως το έζησα. Να μη χρειάζεται να μοιραστώ για να πάρω τη χαρά του βιώματος. Είναι ψιλο-ακροβασία, βασικά, οκ, δεν τό’χεις, το ξέρω, αλλά μήπως τό’χω κι εγώ; Είναι πάντως.

Αύριο, που λες, δεν έχω πλάνο. Συμβαίνει συχνά τον τελευταίο καιρό. Από anticipation κι επειδή οι (πουτ@νες) οι παλιές δομές αντιστέκονται, τα συγυρίζω μες το κεφάλι μου, τα οργανώνω, τα τακτοποιώ και τελικά γίνονται αλλιώς. Ε, αφού αλλιώς θα γίνουν, τι να σπαταλάω ενέργεια να τα κανονίσω; Δεν είναι και καιρός για σπατάλες. Από την άλλη όμως, κι αυτή εξαναγκαστική αδράνεια, η αναμονή, το να-δεις-που-κάτι-θα-γίνει, κούραση και σπατάλη ενέργειας επίσης. Αν τελικά ξαναβρεθούν τα ασυμμάζευτα ποτήρια στο τραπέζι, θα σου πω μερικές ιστορίες που δε σου είπα, γιατί προοικονόμησα πως σιγά να μη σε νοιάζουν και γιατί κακώς θεώρησα πως δε με ένοιαζε να στις πω. Είχα χάσει και όλη μου την απαράμιλλη ευφράδεια, χρόνια είχα να το πάθω αυτό το speaker’s block (καλά ήταν, λέω ex post) και είπα, άστο μωρέ μην τις ψάχνεις τις λέξεις τώρα, πιες εκεί άλλο ένα τσίπουρο καλύτερα, βούλωστο εν πάση περιπτώσει, δε βαρέθηκες τόσα χρόνια να μιλάς.

Βασικά δεν έχω απάντηση άλλη από αυτό το reagisci, αντίδρασε επιτέλους, κάνε κάτι.

Et ceci n’est pas un texte politique. Pas du tout. Ceci n’est pas un texte tout court, d’ailleurs. Ceci est une partie de moi-même. Et je sais même pas comment il a été mis sur l’écran, comment est-ce possible que je vais appuyer sur le bouton bleu, ici à côté, à gauche. Euh ben, dis donc…

[Παραλίγο που λες να ντηλήτ.]