Από τον 24ο όροφο ενός άσχημου κτηρίου μέσα στο όμορφο Σαμπλόν, δίπλα στη Chapelle, η πόλη αστράφτει γαλήνη και σιγουριά κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο του été indien, τέλος Σεπτέμβρη. Στα δεξιά διακρίνεται το Κοινοβούλιο, ως και η αψίδα του Cinquantenaire, αμυδρά και ο πύργος της RTBF. Αριστερά ο απαίσιος πύργος του Madou και ευθεία μπροστά ο γοτθικός πύργος του Δημαρχείου της βλαχομπαρόκ πλατείας που εντυπωσιάζει τους τουρίστες. Η τηλεφωνήτρια της ρεσεψιόν κανονίζει ένα ραντεβού για αύριο, μιλά χαρωπά. Δίπλα μου καθισμένος ένας σοβαρός κύριος-γραβάτα-χαρτοφύλακας-κοστούμι-κομπλέ ξεφυλλίζει την εφημερίδα του Μετρό.

Η θέα μου κόβει την ανάσα κάπου στο ύψος του φάρυγγα. Είναι εντυπωσιακή αυτή η ανάγλυφη κάτοψη της πόλης, οι κόκκινες στέγες τα δέντρα και οι κεντρικές οδοί ανάμεσά τους. Το Παλάτι μοιάζει με κουκλόσπιτο και το πάρκο μπροστά του με συνοδευτική σαλάτα σε ακριβό έδεσμα. Η εκκλησία του Σαμπλόν στα δεξιά όμορφη όπως πάντα, πιο όμορφη από ψηλά. Τα λόγια είναι φτωχά για να περιγράψεις την ομορφιά της πόλης, την υποκειμενικά γλυκειά αίσθηση γαλήνης που αποπνέει η εντυπωσιακή θέα, τίποτα δεν με χωρίζει από τον ορίζοντα.

Αγαπώ τα ύψη και τις μεγάλες ταχύτητες. Από τις ωραιότερες αναμνήσεις μου είναι αυτή που φυλάω από ένα βράδυ που ήμουν συνεπιβάτης σε μια εντούρο, ξημερώματα Κυριακής πρίν από κάτι αιώνες, Καλλθέα-Μαρούσι 14 λεπτά. Τα αυτοκίνητα, τα κτήρια και οι άνθρωποι είχαν γίνει μια λεπτή θολή γραμμή, κλαίγαμε από τον αέρα και από τα γέλια, μάλλον μεθυσμένοι. Ντάξει, όλοι έχουμε κάνει ωραίες μαλακίες στα 23, σιγά το θέμα δλδ.

Κάπως έτσι πέρασε αυτός ο Σεπτέμβρης, σαν τη λεπτή θολή γραμμή που βλέπεις συνοθύλευμα τον κόσμο, τρέχοντας με μια εντούρο. Συνάντησα μόνο ωραίους ανθρώπους, ήπια πολύ, έφαγα λίγο, κοιμήθηκα ελάχιστα. Την τελευταία εβδομάδα γνώρισα τρεις καινούριους υπέροχους ανθρώπους. Ένιωσα οικεία από το τρίτο λεπτό, στο πέμπτο λεπτό ανταλλάζαμε ήδη καφρίλες. Νομίζω πως μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, γνώρισα περισσότερους ανθρώπους από ό,τι τα τελευταία 2 ας πούμε χρόνια. Ωραίους τύπους εννοώ. Δε θυμάμαι με ποιον είπα τι, δεν πειράζει, έμαθα ένα σωρό πράγματα και σημασία έχει πως ειπώθηκαν όσα έπρεπε να ειπωθουν. Ακόμα μεγαλύτερη σημασία είχαν οι σιωπές ανάμεσα σε δυο γουλιές τσίπουρο ή μαρτίνι.

Αυτός ο Σεπτέμβρης μοιάζει με υπόσχεση, νομίζω πως μου ορκίστηκε στα ωραία που θα έρθουν, αλλά ήμουν ήδη λίγο ζαλισμένη, φρικαρισμένη, τσαντισμένη με τον εαυτό μου που αναλώθηκε στα ανούσια, αλλά δεν πειράζει, τα ανούσια είναι γλυκά ή ίσως παρα-αλατισμένα σαν βέλγικες τηγανητές πατάτες. Με μαγιονέζα. Πάντα. Και Ντούβελ. Εννοείται.

Χτες το βράδυ έγιναν όλα αυτά. Έγιναν όλα δηλαδή, τα γέλια, τα πιώματα και λίγες αποφάσεις. Λίγο νωρίτερα κατάφερα να απολαύσω μια διάλεξη παρά τις φρίκες που έτρωγα κατά διαστήματα και ντάξει, αυτό είναι μια παγκόσμια πρώτη. Μετά ήπια σε αυτή την επιτυχία. Άντε γεια μας.

Την ίδια ώρα κάτω από τις γυάλινες στέγες αυτής της πόλης παίζονταν παιχνίδια άσχημα, βρώμικα και σκληρά. Κάτω από τις κόκκινες στέγες, λίγοι τρελοί ονειρεύονται, σχεδιάζουν και ξέρουν πως θα. Δεν πρόλαβαν να συμφωνήσουν ακόμα τι θα. Αλλά θα. Αδυνατώ ακόμα και να θυμώσω με τους άδικους φόρους, τις ασκήσεις επί χάρτου, τα φρανκεσταϊνικά πειράματα στις πλάτες των αθώων. Δε χρειάζεται θυμός. Χρειάζεται συγκρότηση και απόφαση. Αυτός ο Σεπτέμβρης ήταν διδακτικός, αλλά θα είναι κρίμα να ήταν μόνο για μένα.

Χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη στο αγαπημένο Βυτίο και στον Radio Sociale για (προ)χτες το βράδυ (ξέρουν αυτοί, ξέρεις κι εσύ μάλλον). Άμα τους αρέσει, αυτό το ποστ είναι για πάρτη τους.

Advertisements