Μια μετακόμιση είναι πάντα μια καλή ευκαιρία να συνειδητοποιήσεις πόσα άχρηστα αντικείμενα έχεις συσσωρεύσει στο φτωχικό σου -αντικείμενα που αγόρασες από χαζομάρα καταναλωτισμό, αντικείμενα που κράτησες μήπως-και-χρειαστούν-κάποτε, αντικείμενα που σου χάρισαν, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήθελες. Κανονικά, η λογική υπαγορεύει πως η επόμενη εικόνα είναι μπόλικες σακούλες/κουτιά/δοχεία πάσης φύσεως, γεμάτα με πράγματα που θα χαριστούν/πεταχτούν/ανακυκλωθούν.

Πιθανόν είναι και να μπεις στη διαδικασία να αμπελοφιλοσοφήσεις: αυτός ο κόσμος είναι εντελώς λάθος. Στη δικιά μας πλευρά του, το σύστημα μάς δημιουργεί νευρώσεις/καταθλίψεις/ανασφάλειες, τις οποίες αντιμετωπίζουμε ενδοσυστημικά φυσικά: καταναλώνοντας (αντικείμενα, φαγητό, αλκοόλ, χάπια). Όσο συνειδητοποιημένος και να είσαι, επειδή στην τελική είμαστε όλοι νευρωτικοί, αποκλείεται να μην πέσεις έστω και μια φορά στη λούμπα. Και πάντως, το συναισθηματικό κενό παραμένει ως έχει, γιατί αν δεν ψάξεις την ανθρώπινη επαφή και την εσωτερική συγκρότηση, φιλαράκι, ξέχνα το, δεν γεμίζει.

Και καθώς γεμίζεις κούτες και βαλίτσες, ορκίζεσαι πως το επόμενο σπίτι σου θα είναι εντελώς μίνιμαλ, πως δεν θα ξαναπατήσεις ποτέ σου το πόδι σου σε μαγαζιά χωρίς λίστα, πως δεν θα ξαναγοράσεις ποτέ σου άχρηστα πράγματα, πως δεν θα αποθηκεύσεις ποτέ εκείνα τα ίσως-απαραίτητα.

Προσωπικά, το έχω πάθει πέντε φορές: στις πέντε μετακομίσεις μου. Είναι όπως αυτό που ορκίζομαι πως δεν θα ξαναπαραγεμίσω ποτέ βαλίτσα: κάθε φορά που ταξειδεύω, η βαλίτσα δεν κλείνει, αν δεν κάτσω πάνω της (ενίοτε ούτε και τότε). Είναι όπως το ποτέ-στη-ζωή-μου-δε-θα-ξαναπιώ που παθαίνουμε συχνά τα πρωινά του Σαββάτου ή της Κυριακής. Και προφανώς κάθε επόμενη φορά, κατακλυζόμαστε από την ίδια αίσθηση ματαίωσης.

Ακόμα χειρότερα είναι εκείνα τα άυλα, εσωτερικά, ψυχικά μπαγκάζια που κουβαλάμε χωρίς να μας ανήκουν. Μας τα πασάρανε, τα πήραμε χωρίς να αναρωτηθούμε αν τα θέλουμε και συνεχίζουμε ηλιθιωδώς να τα κουβαλάμε. Μεγάλο ζόρι η συναισθηματική ανακύκλωση και η ψυχική χωματερή που φωλιάζει στο ασυνείδητο.

Υπάρχουν βέβαια και κάτι άλλα μπαγκάζια. Κείνα που μόνοι μας φορτωθήκαμε. Που πιθανά τα επιλέξαμε κιόλας και τελικά τα αγαπάμε. Αναμνήσεις, μοιρασμένα βιώματα, γέλια, κλάματα, χωρατά, τραπεζοσυνάξεις, βόλτες, βλέμματα, φιλιά, τρυφερές κουβέντες, θυμωμένες κουβέντες, λέξεις που πετούν. Αρκεί ένα τέτοιο άχρηστο αντικείμενο για να ανοίξει το κουτάκι με τις αναμνήσεις, το κουτάκι με τα δάκρυα και τους ασκούς του Αιούλου.

Προσπαθώντας να παραχώσω στην ήδη σκασμένη (τρίτη) βαλίτσα ακόμα ένα ζευγάρι παπούτσια, αγορασμένο στο Salzburg πριν από δυο χρόνια, θυμάμαι μια ορχήστρα να παίζει βαλς του Στράους στην πλατεία και τον κόσμο να χορεύει βαλς στους -10 βαθμούς, φορώντας χοντρά άχαρα παλτά. Ανήμερα Πρωτοχρονιά. Πίναμε μπύρες και χαζογελάγαμε και αναρωτιώμασταν αν οι Αυστριακοί γενιούνται ξέροντας να χορεύουν βαλς. Και χαζολικνιζόμασταν κοροϊδευτικά. Κάτω από ένα υπόστεγο, του υπαίθριου μπαρ. Όχι, εγώ δεν έπινα μπύρα, έπινα βότκα. Τι σημασία έχει; Θυμάμαι ακόμα τον καβγά εκείνο τον απίστευτο στη Βιέννη, τρεις μέρες νωρίτερα. Δεν υπάρχει γωνιά στην Ευρώπη που να μη σε θυμίζει. 

Όχι, δε θα παίξω Μαζωνάκη στο τίμιο μαγαζί μου. Μόνο Στράους. Έχω επίπεδο εγώ. Ασιχτίρ.
Alea jacta est.

Advertisements