Σε μερικούς μήνες, θα είμαστε κυνηγημένοι κι αποκλεισμένοι στην πίσω αίθουσα του Μπονφουά, εκεί κοντά στο Χρηματιστήριο. Πριν να πέσει το σκοτάδι, μάλλον κάποιοι Σύριοι και Αιγύπτιοι ακόμα θα ανεμίζουν τις σημαίες των πατρίδων τους ζητώντας τα ίδια που οι ομόλγωσσοί μας θα ζητάνε στο Σύνταγμα και στο Λευκό Πύργο ή την Αγορά. Θα πίνουμε ωραίες Ντούβελ και θα καπνίζουμε. Θα κουβεντιάζουμε μπλέκοντας ξένες λέξεις στις σκέψεις μας για μουσακάδες, σουφλέ, τα γαλάζια που αποχαιρετήσαμε και το γκρι που θα μας σκεπάζει γλυκά. Οι αναπνοές θα μπλέκονται με τη μυρωδιά του αναμμένου κάμελ και τα μάτια θα δακρύζουν με αφορμή την ανυπόφορη κάπνα. Θα φορτώσω στο αυτοκίνητό σου μια καινούρια ζωή και θα γκρινιάζω για το πόσο μισώ τα σάββατα στο ικέα. Θα μου λες για τραπεζοσυνάξεις, θα θυμόμαστε κρασοκατανύξεις και θα πίνουμε σε κείνες που θα έρθουν. Θα έχουμε ήδη υπογράψει αποφάσεις που δεν θα είναι αμετάκλειτες, αλλά θα σφραγίζουν το καινούριο που είναι λίγο αδυσώπητο. Το βήμα μας θα αιωρείται ήδη πάνω από ένα κενό ελκυστικό, που όμως κάνει τη ραχοκοκκαλιά να ανατριχιάζει κάπως.

Στο καφέ Σεντράλ θα κάνουμε κι άλλα πάρτυ, και στο υπόγειο της Αλ θα παραγγέλνουμε ντάκιρι και θα χορεύουμε στους ρυθμούς του London calling, που δυο ώρες μονάχα μακριά, σίγουρα κι αυτό θα φωτίζει πλιάτσικα και απόγνωση. Λέω να κρεμάσω αυτό πάνω από το κρεβάτι μου, τι λες; ή μήπως αυτό;

Και, βγάινοντας από το Μπονφουά, το καφέ Σεντράλ ή το υπόγειο της Αλ, εκεί απέναντι στο Μάριοτ, ο καταυλισμός των αστέγων θα έχει πληθύνει. Όσο περισσότεροι, τόσο καλύτερα μάλλον, να ζεσταίνονται. Στην Άνσπαχ και τη Στάλινγκραντ θα πέφτουν άσπρες νιφάδες που μας φτιάχνουν το μύθο μας, αλλά μπορούν να είναι και δολοφονικές.

Θα φανεί ποιος έχει πόση αντοχή.


Advertisements