Λατρεύω να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, μπορεί και να είναι από αγάπη στο κουτσομπολιό, δεν έχω λόγο να αποκλείσω αυτή την εκδοχή. Αλλά όπως και νά’χει, πρόκειται για συνήθεια άκρως εποικοδομητική, διδακτική και ορίζοντες διευρύνουσα.

Λατρεύω επίσης να γνωρίζω ανθρώπους: εκεί στις αρχές της γνωριμίας, μπορεί και να είναι λίγο κούραση να ξανασυστήνεσαι, αξίζει όμως τον κόπο, για να απολαύσεις τις στιγμές που ο άλλος συστήνεται. Παρατηρώντας τους ανθρώπους στα μετρό, τα λεωφορεία και τους δρόμους ή κρατώντας νοερές σημειώσεις από τις συστάσεις των καινούριων γνωριμιών, γίνόμαστε πλουσιότεροι.

Είναι πολύ όμορφα τα θεάματα, οι εικόνες της φύσης, οι θάλασσες, τα βουνά και τα αστικά τοπία, έχουν κι αυτά τα κρυμμένα και τα φανερά μυστικά τους. Συχνά βρίσκεσαι μπροστά σε μικρά θαύματα, ειδικά αν περάσεις το βλέμμα από το κεντρικό θέμα της -όποιας- εικόνας, στις μικρές λεπτομέρειες, το φόντο, την πεταμένη γόπα στο πεζοδρόμιο, ή ένα μικρό έντομο που περπατά πάνω σε ένα χορταράκι. Σιγά το θαύμα, η πεταμένη γόπα, θα μου πεις. Όμως, αν μπείς στον κόπο να υποθέσεις ποιο στόμα την άγγιξε για τελευταία φορά πριν γίνει σκουπίδι, τι να σκεφτόταν άραγε αυτός ο καπνιστής κάνοντας την τελευταία ρουφηξιά, τι χρώμα μάτια να είχε άραγε -τότε φτιάχνεις μεν εσύ το σενάριο, και παίζει χαλαρά να πέσεις εντελώς έξω, αλλά τι πειράζει; Είναι ένα παιχνίδι παρόμοιο με το να εικάζεις τι απεικονίζουν τα σύννεφα καθώς τσουλάνε στον ουράνο.

Μπορεί μετά, να μαζέψεις όλες αυτές τις ιστορίες και να τις κάνεις ποστ. Ή να της αφηγηθείς σε μια καινούρια γνωριμία, μετά τις πρώτες συστάσεις. Ή απλά να κάνεις νοητική άσκηση. Απλά, τελικά, να χάνεις την ώρα σου, ενδεχομένως δημιουργικά, ίσως όχι και τόσο. Είναι ένας τρόπος να καταλάβεις τον κόσμο και να αρπάξεις την ευκαιρία να προσεγγίσεις πώς τον καταλαβαίνουν οι άλλοι. Γιατί όχι, τελικά;

Επιστρέφοντας σήμερα από το κέντρο, στο σταθμό της Αττικής, η αποβάθρα ήταν όσο γεμάτη θα μπορούσε να είναι. Ταξιδιώτες που επέστρεφαν από διακοπές, μαυρισμένοι, γελαστοί και φορτωμένοι μπαγκάζια, φωτογραφικές μηχανές, όμορφες αναμνήσεις και γέλια. Εργαζόμενοι που γύριζαν -αργά κάπως- από δουλειές, κουβαλώντας κι άλλη κούραση. Χασομέρηδες σαν εμένα που επέστρεφαν, αναγκαστικά με το τελευταίο τρένο ελέω απεργίας των ταξί. Και μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, με κοντά ψαρά μαλλιά, γυαλιά και ένα λουλουδάτο φόρεμα, ανεβοκατέβαινε την αποβάθρα βιαστικά, παραμιλώντας μεγαλοφώνως. Βρίζοντας πολύ άσχημα, για την ακρίβεια. Βρισιές, ανάμεσα σε ασυναρτησίες. Ασυναρτησίες; Μπήκα στον πειρασμό να εικάσω, γιατί και πώς να «τρελάθηκε» αυτή η γυναίκα, που κατά τα άλλα έμοιαζε καλοστεκούμενη, όχι η κλασική άστεγη, ας πούμε. Νορμάλ. «Νορμάλ». Θα μπορούσε να ήταν η μάνα μου, αν ήταν λίγο μεγαλύτερη.

Θα μπορούσε να ήταν η μάνα μου. Το δευτερόλεπτο που έκανα αυτή τη σκέψη, φρίκαρα. Και μετά ήρθε το τρένο, μπήκα, κάθισα κι απάντησα σε δύο σμσ. Κι έβαλα μουσική στ’αυτιά μου. Αλλά εξακολουθούσα να τελώ φρικαρισμένη, η εικόνα της ανώνυμης τρελής είχε σφηνωθεί μες το κεφάλι μου και δεν έλεγε να με αφήσει στην ησυχία μου και στη  μουσική μου. Από κείνες τις φάσεις που το ανώδυνο χόμπι της παρατήρησης παύει να είναι και τόσο ανώδυνο, μπορεί πια να τροφοδοτήσει εφιάλτες και πονοκεφάλους. Ειλικρινά, δεν ένιωσα ούτε οίκτο, ούτε θλίψη. Σιχαίνομαι να λυπάμαι τους ανθρώπους εξάλλου, νομίζω πως είναι το χειρότερο συναίσθημα που μπορεί να τρέφει κανείς για ανθρώπους, τιποτένιο κι ελεεινό. Ήμουν απλά θυμωμένη. Δεν ξέρω καν με ποιον, αλλά εύκολα θα έριχνα μερικά χαστούκια. Από μέσα μου -προφανώς, εγώ δεν είμαι «τρελή»- έβριζα χειρότερα από ό,τι έβριζε εκείνη λίγα λεπτά πριν στην αποβάθρα της Αττικής.

Νωρίτερα, σήμερα, πάλι στο τρένο, απέναντί μου καθόταν μια πολύ μελαχροινή κοπέλα. Όμορφη δεν την έλεγες, αλλά σίγουρα προκλητική. Με κοίνο το φτηνιάρικο ντύσιμο και το ακόμα φτηνότερο βάψιμο (στρας σκιά μέρα μεσημέρι; φούξια κραγιόν; λεμονί στράπλες; you get the picture). Άκουγε μουσική και κουνιόταν ρυθμικά. Κι εγώ απέναντί της έκανα ακριβώς το ίδιο, έχοντας τη βεβαιότητα πως δεν ακούγαμε καθόλου ίδια μουσική. Σε μια δόση, χτύπησε το κινητό της και έκλεισα διακριτικά τη μουσική μου, για να ακούσω -ντάξει, δεν είμαι και πολύ περήφανη για την πράξη μου αυτή. Βασικά ήθελα να ακούσω τη φωνή της και την εκφορά του λόγου, ήμουν απόλυτα βέβαιη πως θα άκουγα νιαούρισμα, αλλά όχι: άκουσα μαγκάκι. Γαμώ.

Παλιότερα, θα τα είχα πάρει στο κρανίο με μια τέτοια παρουσία απέναντί μου, η κακή αισθητική γενικά με ενοχλεί, νομίζω θα με ενοχλεί πάντα. Αλλά παλιότερα, θα με ενοχλούσε κυρίως το στυλάκι, αυτό που με ευκολία ονομάζουμε «πουτανί». Ε, λοιπόν, εντυπωσιάστηκα που δεν εκνευρίστηκα. Σκέφτηκα απλά πως άμα της γουστάρει, εμένα τι λόγος μου πέφτει; Καθετί που κάνουμε, φοράμε, λέμε, χαρακτηρίζει εμάς και κανέναν άλλο, κι αν εμάς μας αρέσει, ό,τι κι αν πουν οι άλλοι, ε, too bad.

Βέβαια, όταν συστήνεσαι στις καινούριες γνωριμίες, η αλήθεια είναι πως οι πρώτες εντυπώσεις είναι αρκετά καθοριστικές. Εκεί, ένα φούξια κραγιόν μπορεί να έχει μοιραία αποτελέσματα. Μέσα στα πρώτα τρία δευτερόλεπτα, έχει σχηματιστεί άποψη. Μέσα στα ίδια τρία δευτερόλεπτα, αν είναι να παίξει χημεία, αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει. Ίσως και από το πρώτο βλέμμα που διασταυρώθηκε. Κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, είναι μεθυστικό, προσωπικά γεμίζω ενθουσιασμό. Μένει μετά να αποδειχτεί πόσο αυτή η χημεία θα διαρκέσει, για να γίνει κοινά βιώματα, συναίσθημα και εμπειρίες. Λίγη σημασία έχει αυτό πάντως, γιατί εκείνες οι πρώτες στιγμές πάντα στιγματίζουν, αυτές τις αναπολείς σίγουρα αργότερα.

Τελικά, όλα τα θεάματα του κόσμου, όλα τα μουσεία, τα τοπία, τα βιβλία και η κουλτούρα μαζί, φαντάζουν μηδαμινά μπροστά στην ανταλλαγή, την επικοινωνία, τη χημεία τελικά με έναν άνθρωπο, με μια παρέα, γύρω από κρασιά και ποτά, με γέλια, φορτισμένα δευτερόλεπτα, γυαλιστερά βλέμματα και τις ιστορίες που αφηγούμαστε.

Advertisements