Είμαι απόλυτα ερωτευμένη μαζί σου και κάθε φορά που επιστρέφω, μετράω πόσο μεγάλωσα από τις αλλαγές σου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από τις αντιφάσεις κι εσύ είσαι γεμάτη τέτοιες. Δεν είναι τυχαίο μάλλον που ερωτεύομαι μόνο όταν βρίσκομαι στους δρόμους σου, άσχετα που ζω αλλού.

Τις προάλλες, ανακάλυψα κάτι μυστικά πίσω από την Καρύτση, και όχι μέσα στα μπαρ της περιοχής. Στους δρόμους.

Μια-δυο μέρες αργότερα, είδα το ξημέρωμα πίσω από το Λυκαβηττό, με τις κεραίες των τηλεοράσεων σε πρώτο πλάνο, λίγο πιο πάνω από τα δεκάδες ακατοίκητα ενοικιαστήρια. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να νοικιάζει ένα από αυτά, στη Δερβενίων συγκεκριμένα. Ιπποκράτους και Ναυαρίνου με σημάδεψε ένα αυτόματο από τα χέρια ενός εικοσάρη, από κείνους που παίρνουν τρεις κι εξήντα. Λίγο παρακάτω διέσχισα το δρόμο αλά γκρέκα, εκτός φαναριού και διάβασης κι ένα μηχανάκι μου φώναξε «ε, πού πας;».

Πού πάω; Πάω πίσω στο Βρυξελλοχωριό, να βρω τη βροχή μου και τη συννεφιά μου και τα μπισκότα σπέκυλοος. Πέρα δώθε μέσα σε αεροπλάνα, από πόλη σε πόλη, από δρόμο σε δρόμο, από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ψαχουλεύοντας ανάμεσα σε βινύλια και αφίσες βρήκα ξεχασμένο τον εαυτό μου και νοερά έστειλα φιλιά στο φίλο που με έβαλε στο τριπ. Του χάρισα λίγο από το χρόνο μου, μου χάρισε μια φανταστική ανακάλυψη. Καλό το deal, θαρρώ.

Θα ξαναγυρίσω σε σένα μέσω Βαρκελώνης, σε λίγες μέρες, και θα ξαναφύγω και θα επιστρέψω. Μέχρι πρότινος έλεγα πως κάνω κύκλους, je fais du sur place, ça tourne au rond, όπως θες πες το, σαν σκύλος που κυνηγάει την ουρά του. Τώρα πια λέω πως απλά γυρίζω σε μένα, παίρνω επιστροφή φόρου που έδινα τόσα χρόνια γουλιά γουλιά και που, διάολε, δικαιούμαι.

Με φόντο το Λυκαβηττό και το Λουμπαδιάρη πάντα,  διέβλεψα ανάμεσα σε ακτίνες εκτυφλωτικού ήλιου πως φτάνει πια το sur place, ο δρόμος ανοίγεται ευθύς κι ατέλειωτος, σαν τη route 66 που δεν την έκανα ακόμα, μα θα την κάνω, με περιμένει, όπως και ο υπερσιβηρικός. Στις ατέρμονες επίπεδες εκτάσεις, στη Λαπωνία ή στη Φλάνδρα, αντικατοπτρίζονται μεγάλες ανυπέρβλητες αλήθειες. Le plat pays qui est le mien, το ξέρεις πια πως, όσο κι αν είσαι η μοναδική μου αγάπη, ο παντοτινός μου έρωτας, σου κάνω απιστίες. Μικρές σκανταλιές μωρέ, δεν τρέχει μία. Μπας και γίνω σοφότερη. Μπας και δεν με τρομάζει πια το αυτόματο που με σημαδεύει πάντα, γωνία Ιπποκράτους και Ναυαρίνου, μπας κι αγκυλώσουν λιγότερο οι κεραίες της τηλεόρασης που τρυπάνε τον ουρανό σου σαν ενδοφλέβιες. Για να αψηφήσουμε πια τα αστραφτερά δόντια που λάμπουν στα φλας των φωτογράφων έτοιμα να μας κατασπαράξουν. Ποια άλλη δύναμη ζωογόνος κι απελευθερωτική, εκτός από τις μικρές σκανταλιές υπάρχει; Παρεκτός του ξινού που μας ανατριχιάζει καθώς δαγκώνουμε μια φέτα λεμόνι ανακατεμένο με τζιν ή με corona.

Εγώ τον χάνω τον καιρό μου -μακριά σου. Αλλά τώρα πια δεν έχει καν σημασία αν το ξέρεις πως είσαι η μοναδική μεγάλη μου αγάπη, εσύ, η χαρά της γης.

Advertisements