Να σου πω λοιπόν, τη συνέχεια της ιστορίας. Μετά από μερικά χρόνια, όσα νεοκλασικά απέμειναν, θα ανακαινιστούν και θα μοσχοπουληθούν σε τιμές επιπέδου «το βάρος τους σε χρυσάφι». Θα γίνουν πολυτελή designάτα διαμερίσματα -φυσικά πανάκριβα-, που θα απευθύνονται στον κατάλληλο πληθυσμό που θα πρέπει να προσελκυθεί στην περιοχή, προκειμένου να «ανέβει το επίπεδό της».

Παράλληλα, όσα κτήρια ρήμαξαν, αν δεν ανακαινιστούν, θα γκρεμιστούν και στη θέση τους θα φυτρώσουν νέα, μοντέρνα και εξίσου πανάκριβα, αποσκοπώντα στο ίδιο target group: θα έχουν roof gardens, χώρους στάθμευσης -ίσως και play rooms.

Στις πολυκατοικίες αυτές δεν θα υπάρχουν κανονικά θυροτηλέφωνα, αλλά μια πλακέτα με πλήκτρα: μόνο όσοι γνωρίζουν τον κωδικό, θα μπορούν να μπουν. Οι γύρω δρόμοι θα γεμίσουν με μαγαζιά νέων designers, μόδιστρων, artisans και γκαλερί, που τα βράδια θα μπορούν να βγαίνουν στα παρακείμενα bar à vins, bistrots και λοιπά σικάτα ξενυχτάδικα. Επιστρέφοντας σπίτι τους, οι μόνιμοι κάτοικοι, μπορεί και να σκουντουφλάνε πάνω σε στρώματα (ή σώματα) άστεγων. Τα χειμωνιάτικα βράδια που θα κάνει κρύο, αν τυχόν κανένας από αυτούς καταφέρει να χωθεί στην είσοδο καμιάς πολυκατοικίας, μπας και ζεσταθεί λίγο, θα συγκαλείται έκτακτη γενική συνέλευση, για να ληφθούν μέτρα, ώστε να μην επαναληφθούν οι εισβολές. Αν χρειαστεί, θα προσλάβουν και ιδιωτικό security, βρε αδερφέ. Τα αυτοκίνητα των μόνιμων κατοίκων δεν θα κινδυνεύουν μέσα στα ασφαλισμένα parking spaces. Τουλάχιστον τζάνκια και μετανάστες θα έχουν μάλλον παραπεταχτεί σε όμωρες γειτονιές λιγότερο χαϊκλασάτες.

Τα βράδια που οι μόνιμοι αυτοί bourgeois bohèmes κάτοικοι δεν θα θέλουν να βγουν, θα μένουν μέσα στα ζεστά τους τέλεια διακοσμημένα διαμερίσματα, δουλεύοντας κάποιο πρότζεκτ ή χαζεύοντας μέσα από την κλειδαρότρυπα του facebook.

Το κέντρο θα ξαναγίνει σικ. Τα γκέτο θα μεταφερθούν λίγο παραπέρα. Τα προβλήματα θα παραμείνουν ανεπίλυτα, απλώς θα έχουν σπρωχτεί κάτω από το χαλάκι -δλδ σε άλλες κοντινές γειτονιές. Μέχρι οι βάρβαροι να επελάσουν και σε εκείνες, σπρώχνοντας τη μιζέρια όλο και πιο μακριά (ή νομίζοντας πως το πετυχαίνουν). Όλοι θα επιχαίρουν για το θαύμα: «θυμάσαι πώς ήταν; Δες πώς έγινε!»  αποστρέφοντας το βλέμμα από τον τυχαίο άστεγο που θα ψαχουλεύει στα σκουπίδια.

H απόσταση μεταξύ ορόφων και πεζοδρομίων θα έχει μεγιστοποιηθεί: δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι θα συμβιώνουν παράλληλα, θα διασταυρώνονται ίσως τα πρωινά ή τα βράδια, αλλά δε θα κοιτούν καν ο ένας τον άλλο. Κάποιοι θα έχουν βγάλει τρελά φράγκα, κάποιοι άλλοι θα πεινάνε ακόμα και κάποιοι τρίτοι θα νομίζουν πως κατέκτησαν την υπέρτατη κοινωνική καταξίωση.

Πού τα ξέρω όλα αυτά; Μάντης δεν είμαι: τα είδα να συμβαίνουν στο κέντρο του Βρυξελλοχωρίου. Και θα μου πεις, κακή είναι δηλαδή η ανάπτυξη; Να παραμείνουν τα κέντρα των πόλεων μίζερες παραγκουπόλεις φτωχοδιαβόλων; Όχι βέβαια -να βελτιωθεί το κέντρο, να αναπτυχθεί, να ομορφύνει. Για ποιον; Και με ποιο (κοινωνικό) κόστος, όμως; Και κυρίως, αποσκοπώντας στην βελτίωση του επιπέδου ζωής τίνος (ή πόσων);

Ο τρόπος και τα μέσα που επιλέγονται για την αναβάθμιση του αστικού τοπίου δεν είναι ουδέτερες περιοχές: αντικατοπτρίζουν μια πολιτική επιλογή και οπτική γωνία. Αν μαζί με τα σκουπίδια και τις γόπες από τα πεζοδρόμια, σαρώνεις και ανθρώπους, αυτό είναι πολιτική επιλογή και κοινωνική αντίληψη: μεγεθύνει τις αποστάσεις των κοινωνικών τάξεων και με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στη Βαστίλη. Όταν θα σου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, μη ρωτήσεις «γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι».

Advertisements