Πριν από μερικά χρόνια, όταν αισίως, μετακόμισα (οριστικώς κατά τα φαινόμενα) στο όμορφο Βρυξελλοχώρι, μια φίλη που σέβομαι και εκτιμώ πολύ (κι έχει και τη σοφία των υπέρδιπλών μου χρόνων) μου είχε ρίξει τη θανατερή ατάκα «Πότε επιτέλους θα σταματήσεις να αποφεύγεις να επιστρέψεις;». Η ατάκα μου έκανε μια τόση δα γρατζουνιά, δεν απέφευγα την Ελλάδα, η αλήθεια είναι, άλλα πράγματα απέφευγα, αλλά αυτά δεν ήταν στην Ελλάδα, ήταν στο κεφάλι μου, αλλά εγώ νόμιζα πως τα είχα αφήσει at home. Τα σκεφτόμουν όλα αυτά τις προάλλες που έπιασα τον εαυτό μου να εξιστορεί περίπου την ιστορία της ζωής μου (του σύμπαντος και των πάντων) σε ένα καινούριο φίλο.

Αποφεύγω, αποφεύγεις, αποφεύγουμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στα μάτια και να δούμε τι ακριβώς είναι αυτό που μας χαλάει και να το λύσουμε επιτέλους, ή έστω να το κόψουμε. Δεν ξέρω για σένα, εγώ ακόμα το κάνω. Συλλαμβάνω τον εαυτό μου να φιλτράρει φόβους, να οργανώνει τη ζωή του με βάση τους ψυχαναγκασμούς που νομίζει πως έχει επιλέξει. Η  ζωή μας δεν είναι μονοδιάσταση, είναι μια αλληλουχία σχέσεων, με τη μαθηματική έννοια ή σαν τις ενώσεις του άνθρακα στη Χημεία: θυμάστε πώς άπλωνε τα χεράκια του ο άνθρακας στα οξυγόνα και τα μεθάνια; Κάπως έτσι απλώνει η προσωπική μας ζωή τα χέρια στην κοινωνική και οι δεσμοί δεν σπάνε. Κι εγώ λέω φριχτές κλισεδούρες.

Βασικά, σκέφτομαι πως είναι ελεεινό να πρέπει να ζητήσω άδεια για να πάω διακοπές. Σκέφτομαι πως με χαλάει να ζω κλεισμένη σε τέσσερις τοίχους με ένα παράθυρο που δεν βάζει φως. Οι καβάτζες σκοτώνουν τη φαντασία και όλο αυτό το μούδιασμα που επικρατεί απενεργοποιεί τα αντανακλαστικά ζωής και εξασφαλίζει μια επιβίωση που μοιάζει με τη λατινική via media, εκείνη που είναι ασφαλής και ανιαρή. Ιεραρχεί προτεραιότητες με τρόπο κανονιστικό, βολικό και χωρίς εκπλήξεις. Κι εμένα δε μου πάει να τα λέω έμμεσα, κωδικά και συμβολικά. Γι’αυτό μένω ενεή όταν διαβάζω τέτοια κείμενα, γι’αυτό και δεν τα πάω καλά με την ποίηση, γι’αυτό πήρα το παρωνύμι μου από μια ηρωίδα του Ντοστογέφσκυ.

Μισώ την αυτοαναφορικότητα αλλά αυτή μου βρίσκεται πρόχειρη σε αυτή τη φάση. Κάποτε λυπόμουν αυτούς που έφταναν σε κάποια φάση της ζωής τους να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό που είχαν κάποτε, σε συσκευασία εικοσάρη. Τώρα, μάλλον κινδυνεύω να αρχίσω να τους καταλαβαίνω. Αυτό που προσπαθώ να σου πω είναι ότι οι διαχωριστικές γραμμές είναι τόσο λεπτές που τελικά είναι διάφανες. Το παίρνεις είδηση πως τις πέρασες, όταν έχεις ήδη προχωρήσει μερικά χιλιόμετρα μετά. Δεν ξέρω άμα είναι αργά να κάνεις πίσω, μάλλον δεν είναι ποτέ αργά, αλλά έχει λίγο κόπο παραπάνω.

Αυτό το μούδιασμα που λέγαμε πριν, αυτό το frustration είναι διάχυτο τριγύρω. Βλέπω παντού ανθρώπους που μοιάζουν με μύγες παγιδευμένες σε ένα κλειστό διαφανές κουτί. Κουτουλάνε στα τειχώματα, νομίζοντας πως αυτά δεν υπάρχουν και μες την παραζάλη τους, δίνουν άλλη μια και κουτουλάνε πάλι. Κι όλος αυτός ο θόρυβος που δημιουργούν τα πίξελς, τα ραδιοκύματα, οι δρόμοι και τα ηχεία, θολώνει το τοπίο γύρω τους και μεγεθύνει την παραζάλη.

Είναι δύσκολο πράγμα να σκεφτείς αφαιρετικά, ώστε να απομείνουν στο κιτάπι σου τα ελάχιστα και βασικά δεδομένα που θα σου δώσουν απαντήσεις. Τις περισσότερες φορές, ένα σωρό άσχετα (φαινομενικά σημαντικά αλλά στην ουσία παραπλανητικές ασημαντότητες) κάνουν παρεμβολές και πιάνεις ένα σήμα όλο χιόνια. Σπας το κεφάλι σου να βρεις την άκρη, αλλά αυτή είναι κάπου κουβαριασμένη, μέσα στις παρεμβολές.

Λείπει ένα σήμα crystal clear.

Advertisements