Τον καιρό που στη μικρή μας γηραιά ήπειρο, υπήρχαν Αυτοκρατορίες ή/και φέουδα, η πορεία της ζωής κάθε ανθρώπου ήταν προδιαγεγραμμένη βάσει του σε ποια οικογένεια γεννήθηκε και ποιοι ήταν οι γονείς του. Τα πράγματα ήταν καθαρά: είτε γεννιόσουν άρχοντας, φεουδάρχης, πρίγκηπας, διάδοχος, αριστοκράτης -είτε γεννιόσουν σκλάβος, υπηρέτης, κολίγος, υποτελής, αγρότης. Δεν είχες λοιπόν άγχη, ούτε αιτίες για προβληματισμούς και ψυχανάλυση. Τα προβλήματά σου θα ήταν είτε ποιες περούκες θα φορεθούν φέτος και αν θα πετύχει η μοδίστρα το συνολάκι που της παρήγγειλες, είτε πώς θα βρεις ψωμί να φας εσύ και τα παιδιά σου.

Μετά άλλαξαν τα πράγματα, καταργήθηκε η μοναρχία, τη θέση της έλαβε η ολιγαρχία που κατόπιν έγινε αιρετή. Αυτή η αλλαγή ήρθε να εξυπηρετήσει άλλες αλλαγές, σχετιζόμενες με την εκβιομηχάνιση, τη μαζικοποίηση της παραγωγής και το καινούριο οικονομικό σύστημα. Χιλιοειπωμένα είναι όλα αυτά, αλλά εμένα μου αρέσουν οι μακρές εισαγωγές.

Ένα κεντρικό σημείο στο καινούριο (όχι και τόσο πια) σύστημα είναι η ιδέα του κοινωνικού (ή ταξικού, αν προτιμάτε) ασανσέρ. Π.Β.Ε. (προ βιομηχανικής επανάστασης), γεννιόσουν αριστοκράτης ή κολίγος και το ρίσκο να ανεβο-κατέβεις τα κοινωνικά σκαλοπάτια ήταν ελάχιστο. Μ.Β.Ε. (μετά τη βιομηχανική επανάσταση) αυτό το ρίσκο αυξήθηκε και η ζωή μας έγινε ενδιαφέρουσα και περιπετειώδης. Θεωρητικά, σου λέει το σύστημα, μπορείς να γεννηθείς π.χ. στα σαλόνια αλλά, αν δεν ξέρεις να τα διαχειριστείς και να τα αυγατίσεις, μπορεί και να καταλήξεις στα αλώνια. Από την άλλη, υπάρχει και το ενδεχόμενο να γεννηθείς φτωχός πλην τίμιος, αλλά αν δουλέψεις σκληρά κι είσαι και ξύπνιος να αναρριχηθείς στα σαλόνια.

Αυτό το τελευταίο το κρατάμε: το ιδεολόγημα του κοινωνικού/ταξικού ασανσέρ είναι πολύ πιασάρικο, ιδιαίτερα στους κύκλους των αλωνιών. Εδώ που τα λέμε, όσοι γεννιούνται στα αλώνια, σαλόνια ονειρεύονται (ή suv, δε θα τα χαλάσουμε). Πατάνε συχνά τη μπανανόφλουδα και πιστεύουν πως σε αυτή την κοινωνία μπορείς να εξελιχθείς με την αξία, τις γνώσεις και τις ικανότητές σου. Γιατί αυτή η κοινωνία είναι ελεύθερη, δεν έχει περιορισμούς, έχει καταργήσει πια ακόμα και τους τίτλους ευγενείας. Δεν είμαι σίγουρη πως κατήργησε και τη δουλειά -αλλά ας μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας.

Το οποίο θέμα μας είναι η μπανανόφλουδα. Γιατί μες την ελευθερία του (που είναι και αυτορρυθμιζόμενη, σαν τις αγορές ένα πράμα), στην πραγματικότητα το σύστημα αφήνει ισχνά περιθώρια ανόδου στα πλαίσια του ασανσέρ. Πέραν του προφανούς που αναδεικνύεται ακόμα περισσότερο λόγω της παγκοσμιοποίησης (ένα παιδί που γενήθηκε στο Αφγανιστάν, αν γλιτώσει από τις μπόμπες και τους ταλιμπάν, πόσες πιθανότητες έχει να φτάσει ως το Χάρβαρντ ας πούμε;), ισχύει το γεγονός ότι η διάρθρωση της κοινωνίας είναι πυραμιδόσχημη, και άρα οι θέσεις της κορυφής είναι πολύ λιγότερες από τις θέσεις της βάσης. Λογικό, διότι στην πραγματικότητα χρειάζονται περισσότεροι εργάτες και αγρότες από όσο τραπεζίτες και οικονομολόγοι.

Οι λίγοι που κληρονομούν σαλόνια -και οι ακόμα λιγότεροι που τα κατακτούν-, προφανέστατα επιθμούν να τα διατηρήσουν. Για το σκοπό αυτό, οι πολλοί που τα φαντασιώνονται πρέπει να πιστεύουν ακράδαντα ότι έχουν πιθανότητες να εισχωρήσουν σε αυτά, μετερχόμενοι ενδοσυστημικών μεθόδων. Αν τυχόν πάψουν να το πιστεύουν, η αυτορρυθμιζόμενη ελευθερία θα χάσει την -έτσι κι αλλιώς εύθραστη- ισοσρροπία της και το σύστημα θα ζαλιστεί και θα πέσει.

Προκειμένου να αποφευχθεί ένα τέτοιο τρομαχτικό ενδεχόμενο, οι πολλοί (των αλωνιών) είναι χρήσιμο να είναι σε ανταγωνισμό μεταξύ τους (και ευγνώμονες προς τους πιο πάνω που μπορεί και να στριμωχτούν στις ανώτερες βαθμίδες της πυραμίδας για να τους κάνουν χώρο). Αυτός ο ανταγωνισμός αποβαίνει αποτελεσματικότερος, όταν δουλεύει μαζί με το φόβο.

Φόβο να μην χαθούν τα κεκτημένα, φόβο να μην διαταραχθεί η ισορροπία και η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, φόβο να μην καταρρεύσει το κράτος που λειτουργεί ως εξισορροπιστής.

Είναι βέβαια αλήθεια πως πλέον το πράγμα είναι πιο περίπλοκο. Τα ψίχουλα που περίσσευαν για τους πολλούς αυξήθηκαν πολύ κατά τις τελευταίες δεκαετίες: επιτεύγματα της τεχνολογίας, ακριβά οχήματα, όμορφα έπιπλα, όλα αυτά έγιναν πρετ-α-πορτέ και προσβάσιμα σε περισσότερους (έστω και με δανεικά). Πιθανώς και να συνέβη αυτό τυχαία, ίσως και όχι, εν πάση περιπτώσει πολύ εξυπηρετικό ήταν, γιατί με αυτό τον τρόπο οι πολλοί φαντασιώνονταν ότι πλησίαζαν αισθητά τον τρόπο ζωής των λίγων, ακόμα κι αν εξακολουθούσαν να μένουν σε ένα δυάρι στην Κυψέλη, ακόμα κι αν τους προκαλούσε ένα μικρό φόβο ο λογαριασμός της πιστωτικής στο τέλος του μήνα.

Φόβο; Σαφώς αυτή ήταν η πιο έξυπνη μπανανόφλουδα. Δεν χρειαζόταν καν να ονειρεύεσαι πως θα αποκτήσεις τη θέση του αφεντικού σου: έφτανε που μπορούσες να μένεις στο ίδιο ξενοδοχείο με αυτόν στη Μύκονο και να έχεις το ίδιο iPhone των 800 ευρώ. Άλλο καπέλο που η αξία του δικού σου iPhone ήταν ίση με το μισθό σου. Ο καταναλωτισμός ήταν η σατανικότερη και αποτελεσματικότερη μπανανόφλουδα.

Τα πάντα ρει όμως, και οι καιροί αλλάζουν. Το σύστημα αντιμετωπίζει πια δυσκολίες, δεν έχει πια πολύ ρευστό και μάλλον τα ψίχουλα δεν φτάνουν πλεον για όλους. Προ παντός, πρέπει να αποφευχθεί ο κίνδυνος να στραφούν οι πολλοί εναντίον του χεριού που μοίραζε τα ψίχουλα.

Χρειάζεται να εφευρεθούν άλλοι εχθροί: τρομοκράτες, μουσουλμάνοι χωρίς χιούμορ, ξένοι, άξονες του κακού, στυγνοί δικτάτορες που κάνουν εθνοκαθάρσεις, οπαδοί του ολοκληρωτισμού που αλλάζουν συντάγματα για να ανανεώσουν προεδρικές θητείες, πιθανοί εισβολείς.

Πρέπει να πειστείς πως ο εχθρός σου είναι αυτός που βάζει βόμβες στο μετρό και στέλνει αεροπλάνα στην καρδιά της αυτοκρατορίας για να γκρεμίσει πύργους. Πρέπει να πειστείς πως ο εχθρός σου φοράει μπούρκα και μιλάει αραβικά. Και να μάθεις να φοβάσαι αυτόν τον εχθρό. Για να μην προλάβεις, να μην έχεις τη διαύγεια να σκεφτείς πως ο μισθός σου μειώθηκε, πως ο αδερφός σου είναι άνεργος, πως ο πατέρας σου πρέπει να πληρώνει για φάρμακα, πως αν αρνηθείς να δουλέψεις πάνω από 8ωρο μπορεί να είσαι ένας από τους 4 στους 100 που θα απολυθούν αυτό το μήνα. Ακόμα περισσότερο να μη νοιαστείς για τις περικοπές στην πυροσβεστική (που μάλλον εσένα θα πλήξουν), για την υποβάθμιση ιδρυμάτων και υπηρεσιών που προστάτευαν ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και για την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και της δημοκρατίας που σου είχαν τάξει.

Να φοβάσαι, λοιπόν, αυτόν που περπάτησε χιλιάδες χιλιόμετρα, για να έρθει στη χώρα σου, επειδή στη δική του είχε πόλεμο -πόλεμο που αν η χώρα σου και οι σύμμαχοί της δεν έχωναν τη μύτη τους, δεν θα είχε συμβεί ποτέ. Αυτός είναι σχιζοφρενής δολοφόνος και βιαστής, γι’αυτό να κλειστείς στο σπίτι σου, να βάλεις διπλές κλειδαριές και να κάτσεις να δεις τηλεόραση. Να δεις τηλεόραση που έχει να σου προτείνει λύσεις, για να αντιμετωπίσεις αυτό τον εχθρό: να πειστείς να βάλεις εσύ την πρώτη πέτρα για να χτιστεί το τείχος που θα σε χωρίσει από τον εχθρό. Τον εχθρό που προς το παρόν πεινάει περισσότερο από σένα. Αλλά που σύντομα, μπορεί να πεινάτε το ίδιο, αλλά θα είστε πια χωριστά, αυτός θα είναι από την άλλη πλευρά τους τείχους. Εσύ θα είσαι από τη μέσα μεριά, παρέα με αυτόν που απέλυσε τον αδερφό σου, παρέα με αυτόν που παρασύρει 7χρονα τραυματίζοντάς τα θανάσιμα, παρέα με όλους αυτούς που οδηγούν ένα αυτοκίνητο, ίδιο με αυτό που είχες πριν στο κατασχέσει η τράπεζα.

Μια κοινωνία που φοβάται έχει απωλέσει την αξιοπρέπειά της.
Μια τρομοκρατημένη κοινωνία επιλέγει εν θερμώ -συνήθως λάθος.
Μια πανικόβλητη κοινωνία ελπίζει σε Μεσσίες και πέφτει στην παγίδα της γοητείας τους.

Advertisements