Στο Βέλγιο υπάρχουν κάτι συνοικιακά καφενεία, όπου μόνο το γεγονός πως δεν παίζουν τάβλι και δεν έχει ελληνικό καφέ σου θυμίζει πως είσαι κάπου στο βορρά. Οι συνταξιούχοι, οι άνεργοι και οι χασομέρηδες, σε όλον τον πλανήτη, έχουν ανάγκη από τον κοινωνικό τους χώρο. Στη γειτονιά μας έχει 3-4 τέτοια καφενεία, προσφέρουν μπύρα, χενέβερ και ό,τι άλλο αλκοόλ θες: ένα ουΐσκυ 4 ευρώ, ένα κονιάκ 3,8.

Ένα βράδυ τις προάλλες, περπατάμε βιαστικά προς το μετρό, έχουμε κλείσει να πάμε σε μια συναυλία. Περνάμε μπροστά από ένα από αυτά τα καφενεία, είναι γεμάτο. Η χιονόπτωση και η κακοκαιρία μας χαλάνε τα σχέδια, το μετρό στο Βρυξελλοχώρι «διαταράσσεται» όταν χιονίζει, μη ρωτάς γιατί. Επιστρέφουμε ηττημένοι και άνευ συναυλίας. Έξω από το καφενείο που σου έλεγα πριν, μπροστά μας ένας άνθρωπος τρεκλίζει, καθώς ο σκύλος του τον τραβάει πάνω στο χιονισμένο πεζοδρόμιο. Χιονίζει πολύ, είναι όλα κάτασπρα και αγνά -το χιόνι πάντα μου έδινε μια εντύπωση καθαριότητας, χαράς, ηρεμίας και πνεύματος των Χριστουγέννων. Ο άνθρωπος γλιστράει και πέφτει, ο περαστικός με τον οποίο κουβεντιάζανε λίγο πριν, απλά προχωράει και εύχεται καληνύχτα. Το κορδόνι του σκύλου έχει φύγει από το χέρι του πεσμένου αλλά ο σκύλος κοκαλωμένος περιμένει το αφεντικό του. Πλησιάζουμε, τον βοηθάμε να σηκωθεί: ο άνθρωπος φοράει αθλητική φόρμα και κάτι παλιά σταράκια -είναι μείον οκτώ κι είμαι μια απροσδιόριστη μάζα από σκούφια, κασκόλ, ντουντούν και πουλόβερ. Είστε εντάξει; – Ναι, ναι – Να προσέχετε, γλιστράει ο δρόμος με το χιόνι. -… -Χρειάζεστε τίποτα άλλο; -Τίποτα. Πιάνει το κορδόνι του σκύλου, τρεκλίζει χωρίς να μυρίζει αλκοόλ, ξαναπέφτει. -Μπορείτε να με βοηθήσετε να σηκωθώ; -Ναι, αμέσως. Ξανασηκώνεται, δεν θέλει τίποτα, φεύγει μαζί με το σκύλο που μας γάβγισε μόλις πλησιάσαμε το αφεντικό του.

Το καφενείο απέναντι είναι φωτισμένο με ένα φως πορτοκαλί σαν του κονιάκ. Χάσαμε τη συναυλία, ας πιούμε ένα κονιάκ τουλάχιστον να ζεσταθούμε. Το παράθυρο καδράρει χιονονιφάδες που πέφτουν σε φόντο πορτοκαλί, οι οθόνες παίζουν κάποιο σήριαλ με μια μοιραία γκόμενα κι έναν τύπο με όπλο, χωρίς ήχο. Εκεί που τελειώνουν τα τραπεζάκια, υπάρχει μια μικρή εσοχή όπου κάτι τύποι παίζουν βελάκια και γελάνε -ο ένας πρέπει να τά’χει κοπανήσει τα χενέβερ του. Παίζουν βελάκια και δίπλα τους αναβοσβήνουν τα λαμπάκια των φλίπερ. Στο μπαρ, ένας τύπος από άλλη εποχή ισχυρίζεται πως είναι άγγλος, κι ας μιλάει τέλεια γαλλικά. Το καφενείο έχει wifi, το καφενείο συμπυκνώνει τις πέντε τελευταίες δεκαετίες μέσα σε 25 τετραγωνικά, είναι απίστευτο.

Τελειώνουμε το κονιάκ μας και επιστρέφουμε, ο άνθρωπος με τα σταράκια και το σκύλο δε φαίνεται πουθενά πια, στο σπίτι αναβοσβήνουν φωτάκια χριστουγεννιάτικα κι από το δέντρο κρέμονται παιχνίδια, μπάλες, ψεύτικα μήλα και κούκις. Στην κουζίνα έχει ένα κουτί με μπισκότα χριστουγεννιάτικα, βραστήρα και πράσινο τσάι.

Σκέφτομαι πως δε με ενδιαφέρουν όλοι αυτοί οι διανοούμενοι που αναλύουν νούμερα, στατιστικές και στρατηγικές. Ο άνθρωπος με το σκύλο είναι κάπου εκεί έξω και φοράει κάτι παλιά σταράκια. Σκέφτομαι ότι θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδες και αναλύσεις, άλλωστε σε τι ωφελεί; Πίνω ζεστό τσάι και λικέρ μανταρίνι, καθισμένη στον πολύχρωμο καναπέ μου και δίπλα στην πόρτα είναι κρεμασμένη η ζεστή ντουντούν και το μάλλινο πορτοκαλί κασκόλ με τα πονπόν. Εγκυμονώ σκέψεις και τσιτάτα, κάποια στιγμή μπορεί και να εγκυμονώ κινδύνους.

Advertisements