Ετικέτες

,

Η Πτώση του Albert Camus δημοσιεύτηκε το 1965 και είναι μάλλον ένα από τα πιο υπέροχα κείμενά του. Κείμενο πλούσιο σε νόημα αλλά και εκφραστικά μέσα, που μεταφέρει στον αναγνώστη την αγωνία και τη φρίκη που βιώνει ο πρωταγωνιστής, Jean-Baptiste Clamence, και μέσω αυτού ο ίδιος ο συγγραφέας.

Ο Jean-Baptiste Clamence είναι ένας Παριζιάνος δικηγόρος που, αφού έχει φτάσει στο απόγειο της δόξας και της επιτυχίας, έχει πλέον καταλήξει μόνος και απελπισμένος στο Άμστερνταμ. Τριγυρνάει στα μπαρ, αφηγούμενος την ιστορία του στους αγνώστους και αναζητώντας μάταια παρηγοριά. Το γεγονός που μεσολάβησε και έκανε την ζωή του να αλλάξει τόσο δραστικά, αποκαλύπτεται πολύ αργά στο κείμενο: ένα βράδυ αγνόησε μια κοπέλα που ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει σε κάποιο γεφύρι στο Παρίσι. Αυτό το γεγονός, τυχαίο και μοιραίο, του αποκάλυψε την κενότητα της ζωής του, το μάταιο της επιτυχίας του και την ουσιαστική βαθειά του δυστυχία.

Η ιστορία είναι με δυο κουβέντες αυτή, και, για όσους δεν γνωρίζετε το κείμενο (να το διαβάσετε οπωσδήποτε), δεν πρόκειται για κανένα σπουδαίο spoiler. Η ουσία δεν είναι η υπόθεση, αλλά ο λόγος. Ο Camus ειρωνεύεται και οικτείρει τους διανοούμενους και την ιντελιγκέντσια της αποχής του, καταγγέλοντάς τους ως κίβδηλους, υποκριτές εστέτ, απασχολημένους κυρίως από το φαίνεσθαι και όχι από το είναι και την ουσία. Πλην όμως, όταν γράφει το κείμενο περνά και ο ίδιος μια αντίστοιχη κρίση, εξού το έργο θεωρείται και αυτοκριτικό.

Το να ανεβάσεις αυτό το κείμενο στο θέατρο είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, γιατί ουσιαστικά πρόκειται για ένα  μακρύ, αγχωτικό, εξοντωτικό μονόλογο. Η ιδιαιτερότητα της παράστασης που παρακολουθήσαμε από το Atelier 210 έγκειται στο γεγονός πως δεν παρουσιάστηκε σε μια κλασική θεατρική αίθουσα, αλλά σε διάφορα μπαρ των Βρυξελλών. Με αυτό τον τρόπο, όλοι μας συμμετείχαμε στην παράσταση, πίναμε το ποτό μας και ήμασταν οι θαμώνες στους οποίους ο Clamence αφηγείτο την ιστορία και το κρίμα του. Και, αναμφίβολα, όλοι αναγνωρίσαμε στοιχεία οικεία, κομμάτια δικά μας σε σημεία της αφήγησης -σε αυτό προφανώς συνέβαλε και η αμεσότητα του χώρου και της σκηνοθεσίας μέσα σε ένα μπαρ. Εξαιρετική εμπειρία, καθώς το τόσο επίκαιρο και συγκλονιστικό κείμενο έγινε βίωμα, μέρος της καθημερινότητας του θεατή, το οποίο κουβάλησε μαζί του βγαίνοντας από το μπαρ.

Benoît Verhaert

Αξίζει ειδική μνεία στον αρτιότατο Benoît Verhaert (σύντομο bio εδώ), που ενσάρκωσε τον Clamence, αλλά και στον Claude Enuset, υπεύθυνο για την σκηνοθεσία και την δημιουργία της παράστασης. Περισσότερες πληροφορίες και λίστα των μπαρ που φιλοξενούν την παράσταση εδώ.

Advertisements