Ετικέτες

, ,

«Όταν ένας Ευρωπαίος με βλέπει στο δρόμο, με αποκαλεί «τεμπέλη». Αλλά όταν ένας λευκός θέλει να πει για έναν άλλο λευκό πως δουλευει σκληρά, τότε λέει πως «δουλεύει σα νέγρος». Ε, αποφασίστε επιτέλους!»

«Με ρωτούν οι Ευρωπαίοι γιατί ήρθα στο Βέλγιο και δεν έμεινα στη χώρα μου. Ε, λοιπόν, θα σας πω… Αλλα πριν από αυτό, θα σας πω μια ιστορία. Όταν ζούσα στο Κονγκό και πήγαινα στο σχολείο, ο δάσκαλός μας κάποια στιγμή μάς μίλησε για τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μας έλεγε για μάχες, καταστροφές, θαλάμους αερίων, βομβαρδισμούς, κι εμείς τον ρωτήσαμε «Μα, καλά, δάσκαλε, εμείς εδώ στην Αφρική που πλακωνόμαστε συνέχεια, είμαστε άγριοι και βάρβαροι! Αλλά εσείς, οι Ευρωπαίοι, που είστε πολιτισμένοι, κάνατε όλες αυτές τις βαρβαρότητες;». Η αλήθεια είναι πως αυτές οι ερωτήσεις δεν άρεσαν στον δάσκαλό μας, ο οποίος μας εξήγησε πως τα αίτια των πολέμων εντοπίζονται σε καταστάσεις που συνέβησαν πολλά χρόνια πριν και οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα.

Ε, έτσι κι εγώ, για να σας εξηγήσω γιατί έφυγα από το Κονγκό και ήρθα στο Βέλγιο, πρέπει να ξεκινήσω από πιο παλιά. Στα 1878, ο προπάππους μου και οι φίλοι του ζούσαν στα ωραία τους καλυβάκια στο Κονγκό και καλλιεργούσαν τη γη τους και μεγάλωναν τα παιδιά τους ανέμελοι. Την ίδια ώρα, στο Συνέδριο του Βερολίνου, ο Βασιλιάς Λεοπόλδος έπαιρνε τη γη τους προίκα. Σκεφτείτε! Όπως εσάς σας ανήκει πχ ένα σπίτι ή ένα οικόπεδο, σε εκείνον έκαναν δώρο 2,5 εκατ. τ.χλμ! Μαζί με όλους τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί και ό,τι υπήρχε στο υπέδαφος! Πήγαν λοιπόν οι Ευρωπαίαοι στη γη του προπάππου μου και ανάγκαζαν τους ανθρώπους να δουλεύουν για χάρη τους. Και σε όποιον δεν δούλευε αρκετά, του έκοβαν το χέρι. Μετά από αυτά, στα 1908, η χώρα μου έπαψε να ανήκει αποκλειστικά στο Βασιλιά, καθώς αυτός την παραχώρησε στο Βέλγιο. Περισσότεροι Ευρωπαίοι πήγαν εκεί τότε και έφεραν μαζί τους και καλά πράγματα, όπως το τρεχούμενο νερό, το ρεύμα, το σχολείο. Ανακάλυψαν όμως πως στο Νότο, την επαρχία Κατάνγκα, μέσα στη γη υπήρχαν πολλά διαμάντια, χρυσός, ουράνιο, χαλκός και ένα σωρό άλλα πράγματα που ήθελαν να πάρουν. Αλλά εκεί δεν υπήρχαν αρκετοί εργάτες. Έτσι οι Βέλγοι πήγαν 1000 χλμ βορειότερα, στην περιοχή Κασάι και μετέφεραν χιλιάδες ανθρώπους στο Νότο, για να δουλέψουν στα ορυχεία και τις φυτείες. Σε αυτούς τους Κασάι, οι Βέλγοι φέρθηκαν καλύτερα από ό,τι στους Κατάνγκα, τους έδιναν τη δυνατότητα να πάνε σχολείο και να μορφωθούν και να αναλαμβάνουν διοικητικές δουλειές. Έτσι, όταν οι Βέλγοι έφυγαν, το 1960, οι Κασάι θεωρήθηκαν προδότες, συνεργάτες των Βέλγων. Μαζί με την ανεξαρτησία, άρχισε και ο εμφύλιος πόλεμος. Οι Κατάνγκα ανάγκασαν τους Κασάι να φύγουν και να επιστρέψουν εκεί από όπου είχαν έρθει οι παππούδες τους. Κι όσους δεν έφευγαν, τους σκότωναν. Κάπου εδώ, αρχίζει και η δική μου ιστορία…».

Λίγες στιγμές μπορεί να είναι πιο συγκινητικές στη ζωή του Πι Τσιμπάντα από εκείνη που προφέρει τα παραπάνω λόγια από σκηνής και δεκάδες Βέλγοι στο ακροατήριο τον χειροκροτούν. Μια απλή και τόσο φανερή πραγματικότητα, σαν αυτήν που περιγράφει στις παραπάνω παραγράφους, δεν χρειάζεται πολλές σελίδες, βιβλία, διδακτορικά και πανεπιστημιακές έδρες για να αναδειχτεί. Χρειάζεται κάποιον που θα την διατυπώσει με απλές φράσεις, μέσα σε δέκα κουβέντες. Σαν αυτές που διαβάσατε. Γιατί αν αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τόσοι πρόσφυγες από το Κονγκό στο Βέλγιο, αυτό δεν πρέπει να είναι εντελώς άσχετο με το γεγονός ότι επί 70 χρόνια σχεδόν, το Βέλγιο ξεζούμισε την πατρίδα τους κι όταν οι Βέλγοι έφυγαν (όταν τους έδιωξαν, για να το πούμε πιο σωστά), άφησαν πίσω τους το χάος που οδήγησε σε αλλεπάλληλους εμφυλίους. Και οι εμφύλιοι πόλεμοι είναι σκληροί, προκαλούν φτώχεια, πολλά θύματα και ακόμα περισσότερους πρόσφυγες. Οι οποίοι, λογικά, κατευθύνονται προς το Βέλγιο, με το οποίο θεωρούν πως η χώρα τους έχει δεσμούς. Πόσο βολικό είναι όλο αυτό! Η πλούσια πρώην αποικιοκράτισσα χώρα κερδίζει διπλά: έχει όλες τις καλές δικαιολογίες για να συνεχίσει να αναμειγνύεται στα εσωτερικά της πρώην αποικίας (προφανώς προς όφελος της πρώτης), αλλά και μαζεύει φτηνό και υπάκουο εργατικό δυναμικό στο έδαφός της: τα παιδιά και τα εγγόνια των σκλάβων που δούλευαν για ένα ξεροκόμματο και τους έκοβαν το χέρι, όταν δεν δούλευαν καλά, αυτά τα παιδιά δεν ζητάνε και πολλά λεφτά για να δουλεύουν στα ταμεία των σούπερ μάρκετ, τις οικοδομές και τα εργοτάξια. Ποιος είπε ότι τελείωσε η αποικιοκρατία;

Όλα αυτά θίγει ο Πι Τσιμπάντα στην παράσταση «Ένας τρελός μαύρος στη χώρα των λευκών«. Η ιδιαιτερότητα της παράστασης είναι πως πρόκειται για ένα one-man-show που κρατά περίπου μιάμιση ώρα -και που, όταν τελειώσει, νομίζεις πως πέρασαν μόλις δέκα λεπτά. Το ταλέντο αλλά και οι ιδιαίτερες ικανότητες του Πι Τσιμπάντα (είναι ψυχολόγος και συγγραφέας) δημιουργούν ένα απλό, λιτό και στακάτο κείμενο. Με όχημα μια απλούστατη γλώσσα, μπόλικο χιούμορ και την υπερχαριτωμένη προφορά των Κονγκολέζων, η παράσταση είναι άμεση, διασκεδαστική, συγκινητική και απολαυστική. Είναι ο καλύτερος τρόπος, το πειστικότερο επιχείρημα, η αποτελεσματικότερη μέθοδος για να αποσυντονιστεί η ξενοφοβία και να αποσυντεθεί η ρητορική όσων διατυμπανίζουν πως «δεν μπορούμε να δεχτούμε εμείς στη χώρα μας τη μιζέρια όλου του κόσμου»!

Ο Πι Τσιμπάντα όμως προχωράει πιο πέρα. Ερχόμενος στο Βέλγιο, βρέθηκε αντιμέτωπος με πολιτισμικές διαφορές, κλιματικές διαφορές και προκαταλήψεις. Καθώς όμως τον ενδιαφέρει να ζήσει καλά στην καινούρια του χώρα, αρνείται να ενσωματώσει και να αναπαράγει κλισέ και προκαταλήψεις. Προσπαθεί να προσεγγίσει ο ίδιος τους δύσπιστους Βέλγους, να γνωρίσει τις συνήθειές τους, αλλά και να τους δείξει τις δικές του. Τον νοιάζει να προωθήσει την δημιουργική συνύπαρξη. Στην παράσταση και τα βιβλία του, λοιπόν, μας εξιστορεί τους πρωτότυπους τρόπους που σκαρφίστηκε για να το κάνει. Και μας λέει χαρούμενος πως οι προσπάθειές του πέτυχαν.

Ο «Τρελός μαύρος» παρουσιάστηκε πέρισυ. Εμείς τον είδαμε στο φεστιβάλ θερινού θεάτρου Bruxellons! (Σπουδαία εφεύρεση: θέατρο open air!). Φέτος, στο πολιτιστικό κέντρο του Δήμου Uccle, ανεβαίνει η δεύτερη παράσταση του Τσιμπάντα «Je ne suis pas sorcier» (Δεν είμαι μάγος), η οποία λειτουργεί σαν δεύτερο/συμπληρωματικό μέρος στον «Τρελό μαύρο», παρουσιάζοντας τις περιπέτειες που έζησε ο συγγραφέας μετά την εγκατάστασή του στο Βέλγιο.

Εμείς θα πάμε -και όσοι πιστοί, προσελθώσι! Και να πάτε να δείτε το site του Πι Τσιμπάντα: πανέξυπνα διαμορφωμένο σαν σπίτι, παρουσιάζει τη βιογραφία του, το έργο του και την οικογένειά του.

Advertisements