Πειραιάς, Αύγουστος 2010

Στο αεροπλάνο, κατά την επιστροφή προς το όμορφο Βρυξελλοχώρι, ένιωθα όπως κάθε χρόνο, 10 του Σεπτέμβρη, τότε που πήγαινα σχολείο. Ή όπως τις Κυριακές που στα παιδικά μου χρόνια είχαν μουσική επένδυση το σήμα της Αθλητικής Κυριακής και γεύση από το ηχόχρωμα της φωνής του Μαμουζέλου και του Διακογιάννη (τι θυμήθηκα πάλι). «Δε θέλω να πάω αύριο σχολείο», σκεφτόμουν τότε -«Δε θέλω να πάω αύριο στη δουλειά», σκεφτόμουν προχτές. Στο αεροπλάνο, έχεις χρόνο να σκέφτεσαι, κι αυτό είναι κάτι που ο τρόπος ζωής μας δεν μας το επιτρέπει, γενικά (σκέψου να είχα και δυο παιδιά, σκυλιά, γατιά και κανονικό νοικοκυριό με γεμάτο ψυγείο και-τα-λοιπά). Έχεις λοιπόν χρόνο να σκέφτεσαι, και αυτό είναι μεγάλη λούμπα, γιατί η μία σκέψη φέρνει την άλλη κι εγώ κατέληξα να σκέφτομαι την ελευθερία που κανείς μας δεν έχει.

Λένε για τα πρώην σοσιαλιστικά καθεστώτα πως το μεγάλο τους λάθος ήταν πως στέρησαν την ελευθερία από τον κόσμο και πως αυτό τους γύρισε μπούμερανγκ. Το δέχομαι, αξιωματικά, χάριν της συζήτησης. Και αναλογίζομαι την ελευθερία που έχω εγώ σήμερα. Η ελευθερία μου εξαρτάται από τα λεφτά -αποκλειστικά και μόνον. Όλα όσα επιθυμώ να κάνω ή να αποκτήσω, πρέπει να τα αγοράσω. Πρέπει να αγοράσω ρούχα, ψυχαγωγία, ταξείδια, εισιτήρια για να πάω να δω τους γονείς μου, διακοπές, φαγητό, μια έξοδο σε ένα εστιατόριο, ποτά με τους φίλους. Όλα αυτά, άμα δεν έχω λεφτά, δεν γίνονται. Για να έχεις λεφτά, πρέπει να έχεις δουλειά. Κι όταν έχεις δουλειά, δεν γίνεται να κάνεις ό,τι θες όποτε το θες. Πρέπει τις εργάσιμες ώρες και μέρες να είσαι στη δουλειά σου. Ακόμα και free lance να δουλεύεις, η ελευθερία διαχείρισης του χρόνου είναι ψευδαίσθηση, γιατί πρέπει κάποιες ώρες της ημέρας, της εβδομάδας ή του μήνα, να τις αφιερώσεις στο έργο που έχεις να παράξεις. Άμα πάλι είσαι άνεργος, έχεις άπλετο χρόνο μεν, αλλά χωρίς λεφτά, δεν πας ούτε μέχρι το περίπτερο για τσιγάρα και μπύρες.

Κάθε σύστημα λοιπόν στερεί βασικές ελευθερίες, κυρίως εκείνη της διαχείρισης του χρόνου και της «αυτοδιάθεσης» του να βρίσκεσαι όποτε θες εκεί που θες. Έτσι, ενώ θα προτιμούσα να είχα μείνει στην Ελλάδα παραπάνω, ώστε να περάσω περισσότερο χρόνο στις όμορφες Κυκλάδες και να προλάβω να δω όλους τους φίλους και συγγενείς που δεν είδα, οι μέρες άδειας γιοκ. Λεφτά είχα, χρόνο δεν είχα.

Σε κάποια φάση βαρέθηκα να σκέφτομαι -είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι κιόλας με τις σκέψεις που έκανα. Βλέπεις, μετά τη στέρηση ελευθεριών που προσάπτεται στα πρώην σοσιαλιστικά καθεστώτα, σκέφτηκα τις διάσημες «ουρές» των καθεστώτων αυτών. Και το μυαλό μου πήγε στην ουρά που έκαναν κάτι φίλοι την Παρασκευή για να δουν τους U2, στην ουρά που είχα κάνει στο αεροδρόμιο λίγο νωρίτερα για το check in και στην άλλη ουρά που έκανα κατόπιν για τον έλεγχο ασφαλείας, όπου έπρεπε να βγάλω τη ζώνη και τα παπούτσια μου και να επιτρέψω στην υπάλληλο να με ψαχουλέψει μην τυχόν και κουβαλούσα εκρηκτικά -επειδή τα σκουλαρίκια ή το σουτιέν μου έκαναν το βρομομηχάνημα να πει «μπιπ» -και «μπιπ» ίσον σωματικός έλεγχος. Είχα βέβαια την ελευθερία να πάρω το αεροπλάνο που σηματοδοτούσε το τέλος των διακοπών και την επιστροφή στο γραφείο. Μυστήρια έννοια αυτή η ελευθερία, τελικά.

Βαρέθηκα, λοιπόν, να σκέφτομαι και άνοιξα το Positive να χαζέψω για να μην σκέφτομαι. Κι έκανα διάνα (τρομάρα μου!), γιατί έπεσα πάνω στο εξαιρετικό κείμενο του Νίκου Βλαχάκη, με τίτλο «Ανακτήστε την πόλη». Δε θα αναπαράγω ολόκληρο το περιεχόμενο του κειμένου -να ψάξετε το Positive και να το διαβάσετε, άλλωστε είναι ολόκληρο εξαιρετικό (ενδιαφέρουσα ύλη, μηδέν διαφήμιση, και free press!)-, πάντως, το άρθρο  πραγματεύεται το ζήτημα των ελεύθερων χώρων. Το οποίο ζήτημα ήταν το κεντρικό θέμα μιας κουβέντας που είχα τις προάλλες. Στην κουβέντα αυτή, καταλήξαμε στο συμπέρασμα πως, στην Ελλάδα (και από όσο γνωρίζω και στην Κύπρο), ο ελεύθερος δημόσιος χώρος αποτελεί απαξία. Ο νεοπλουτισμός που μας χτύπησε κατακούτελα τα τελευταία τριάντα χρόνια, μας οδήγησε στο να θεωρούμε λογικό, θεμιτό και ενίοτε καταξίωση, το να διασκεδάζουμε μόνο επί πληρωμή. Για να πάμε μια βόλτα και να δούμε φίλους, πρέπει να πάμε σε ένα καφενείο, να πληρώσουμε 5 ευρώ το φραπέ και άλλα έξι το τσιζκέηκ. Αυτό θεωρείται δεδομένο, έτσι διασκεδάζει ο κόσμος, έτσι κάνουν όλοι. Θεωρείται απαξία, μιζέρια και ένδειξη φτώχειας (που δε μας ταιριάζει, βεβαίως βεβαίως) να πάρουμε μπύρες από το περίπτερο και να κάτσουμε με τους φίλους μας σε ένα πάρκο ή μια πλατεία. Γι’αυτό και μας εκπλήσσει που στις κάθε λογής Κουτοφραγκίες, ο κόσμος βγαίνει στα πάρκα. Γι’αυτό και εύκολα αποδεχόμαστε την εκχώρηση της παραλίας στις επί πληρωμή ομπρελοξαπλώστρες και τα θορυβώδη μπιτσόμπαρα, την εκχώρηση εκτάσεων σε κάθε λογής Mall, την συρρίκνωση των πλατειών, την επεκτατική πολιτική των τραπεζοκαθισμάτων και την ιδιοποίηση των δημοσίων χώρων από αητονύχηδες που μετά μας τους παραχωρούν με αντίτιμο. Κι αν διαμαρτυρόμαστε που το Πεδίο του Άρεως μαραζώνει ή που τα δάση γίνονται στάχτη, δεν είναι επειδή τα θεωρούμε δικά μας, δεν είναι επειδή θα μας λείψουν από την καθημερινότητά μας (στην οποία έτσι κι αλλιώς δεν έχουν θέση), αλλά επειδή τα αντιλαμβανόμαστε σαν εργαστήρια παραγωγής οξυγόνου, σαν χρηστικά αντικείμενα απαραίτητα για να ζούμε και να μη βγάλουμε τον καρκίνο μια ώρα αρχήτερα.

Να το ψάξετε, λοιπόν, το Positive. Παρά ταύτα, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να αντιγράψω εδώ ένα απόσπασμα από το κείμενο «Ανακτείστε την πόλη»:

Στις σύγχρονες πόλεις-εμπορικά κέντρα, η έννοια του πολίτη ταυτίζεται με εκείνη του πελάτη, ενώ το νεοφιλελεύθερο δόγμα επιβάλλει την αποκλειστικά επί πληρωμήαπόλαυση του δημοσίου χώρου από όσους πληρούν τις οικονομικές προϋποθέσεις και από όσους βέβαια ενδίδουν στην εσωτερικευμένη προσταγή του «(ακόμα πιο πολλά) τραπεζάκια έξω». Εξυπακούεται ότι η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου θα επιφέρει και την ασφυκτική αστυνόμευση απέναντ ισε όσους δεν κατηγοριοποιούνται ως πελάτες, ώστε να προστατευτεί η ‘δημόσια’ περιουσία από εκείνους που επιθυμούν διαφορετική χρήση της. Και αυτό είναι το πολιτικό όραμα της ελεύθερης αγοράς!

Μιας και το έφερε η κουβέντα, τις μέρες που ήμουν στην Ελλάδα, προσέγγισα δυο πρωτοβουλίες που γνώριζα ήδη εξ ακοής. Η μία ήταν, όντως το Positive (ευχαριστώ Silent) . Η άλλη ήταν το Radio Bubble: χάρη στο αγαπημένο Βυτίο, πέρασα μια τέλεια μέρα στο Ραδιομέγαρο της Ιπποκράτους, όπου σερβίρεται τέλεια ρακή και κερασάδα (αλλά όχι φραπέ! Κανένα έλεος για μας τους μετανάστες!), μαζί με ωραίες μουσικές και ακόμα ωραιότερη παρέα. Το Bubble πάντως δεν είναι απλά μια παρέα τρελών, είναι μια πολύ πρωτότυπη πρωτοβουλία ανθρώπων που έχουν όρεξη να δημιουργήσουν κάτι διαφορετικό από αυτά που σερβίρουν τα media και να προτείνουν εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας, διασκέδασης, πληροφόρησης, διάδρασης και ό,τι άλλο κάνουν οι άνθρωποι, όταν έχουν μεράκι, ιδέες και όρεξη. Το Bubble είναι από τις πιο ωραίες συλλογικότητες που έχω γνωρίσει -keep up the good work, παιδιά και, βέβαια, τον Καναλάρχη και τα μάτια σας!

Άντε, καλό φθινόπωρο, διάολε.

*ο τίτλος αφιερωμένος στο αγαπημένο Βυτίο 😛

Advertisements